Η ψηφοφορία στην αμερικανική Γερουσία την προηγούμενη εβδομάδα μπορεί να μην άλλαξε την αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ισραήλ. Κατέγραψε όμως μια σημαντική μετατόπιση. Μπροστά στην αυξανόμενη πίεση της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ, η ηγεσία των Δημοκρατικών δεν μπορεί πλέον να παραμείνει αδρανής και αρχίζει να αντιδρά.
Τα δύο ψηφίσματα που κατέθεσε ο γερουσιαστής του Βερμόντ και άτυπος ηγέτης της προοδευτικής πτέρυγας του κόμματος, Μπέρνι Σάντερς για να μπλοκαριστούν πωλήσεις όπλων και εξοπλισμού προς το Ισραήλ ηττήθηκαν, όπως αναμενόταν, λόγω της καθολικής αντίθεσης των Ρεπουμπλικανών.
Όμως οι αριθμοί έχουν τη δική τους σημασία. Το ψήφισμα για τις βόμβες των 1.000 λιβρών απορρίφθηκε με 36 ψήφους υπέρ και 63 κατά. Το δεύτερο, που αφορούσε τις μπουλντόζες — εξοπλισμό που χρησιμοποιείται κατά κόρον για κατεδαφίσεις παλαιστινιακών οικισμών στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη — συγκέντρωσε ακόμη μεγαλύτερη στήριξη, με 40 μέλη της Δημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας να το υποστηρίζουν.
Δεν πρόκειται για τεχνικές λεπτομέρειες. Η εξέλιξη αντικατοπτρίζει την πιο ισχυρή μέχρι στιγμής κοινοβουλευτική αμφισβήτηση της στρατιωτικής στήριξης προς το Ισραήλ από τότε που άρχισε ο πόλεμος στη Γάζα και, αργότερα, η κλιμάκωση με το Ιράν.
Ο ίδιος ο Σάντερς το διατύπωσε ξεκάθαρα. «Εδώ βρίσκεται ο αμερικανικός λαός. Οι δημοσκοπήσεις είναι πολύ σαφείς». Και πρόσθεσε ότι η συντριπτική πλειονότητα των Αμερικανών δεν θέλει να συνεχίσει να παρέχει όπλα στον Νετανιάχου και στους «φρικτούς πολέμους» του στη Μέση Ανατολή.
Η αναφορά του στις δημοσκοπήσεις ήταν ενδεικτική. Η εικόνα του Ισραήλ στην αμερικανική κοινή γνώμη δείχνει να καταρρέει, ιδιαίτερα στο εκλογικό σώμα των Δημοκρατικών. Η συνεχής αιματοχυσία στη Γάζα, η επέκταση των επιχειρήσεων στον Λίβανο και η εμπλοκή στο μέτωπο με το Ιράν έχουν διαβρώσει ένα πολιτικό κεφάλαιο που άλλοτε θεωρούνταν σχεδόν ανεξάντλητο.
Αυτό επομένως που για χρόνια έμοιαζε αδιανόητο — η ανοιχτή αμφισβήτηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ από το εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος — έχει πλέον περάσει στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.
Υποψήφιοι για το προεδρικό χρίσμα μεταξύ των υποστηρικτών
Το ενδεικτικότερο στοιχείο είναι ίσως ποιοι ψήφισαν υπέρ. Ανάμεσά τους βρίσκονται ονόματα που ανήκουν στον πυρήνα των πιθανών διεκδικητών του χρίσματος για τις επόμενες προεδρικές εκλογές: ο Κόρι Μπούκερ, ο Μαρκ Κέλι και ο Ρούμπεν Γκαγιέγο στήριξαν και τα δύο ψηφίσματα.

Ο Κέλι μάλιστα φρόντισε να δώσει το πολιτικό στίγμα: «Η στήριξή μας προς τους συμμάχους μας πρέπει πάντα να αφορά ό,τι μας κάνει ισχυρότερους και ασφαλέστερους.Μπορούμε να δούμε τι συμβαίνει τώρα στην περιοχή και να καταλάβουμε ότι αυτό δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Δεν μας κάνει ασφαλέστερους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ διεξάγουν πόλεμο εναντίον του Ιράν χωρίς σαφή στρατηγική ή στόχο».
Ανάλογη ήταν και η παρέμβαση του Άνταμ Σιφ, ο οποίος, σε κοινή δήλωση με τον Άλεξ Παντίγια, συνέδεσε ευθέως τις πωλήσεις όπλων με τη διεύρυνση του πολέμου: οι δύο γερουσιαστές δήλωσαν ότι αντιτίθενται σε ενέργειες που «βαθαίνουν περαιτέρω την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια μη εγκεκριμένη σύγκρουση με το Ιράν, χωρίς σαφή στρατηγική, χωρίς νομική εξουσιοδότηση και χωρίς καθορισμένο τέλος».
Όλα αυτά αφορούν το ένα επίπεδο της μετατόπισης. Το άλλο, πιο σύνθετο, είναι ότι η νέα αντιπολεμική γραμμή μέσα στους Δημοκρατικούς δεν είναι ενιαία. Το δεύτερο μέρος της συζήτησης —και ίσως το πιο πολιτικά ενδιαφέρον— αφορά ακριβώς το πόσο μακριά είναι διατεθειμένο να φτάσει το κόμμα.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι ζητούν πλήρες εμπάργκο όπλων στο Ισραήλ. Σε αυτή τη γραμμή κινούνται εδώ και καιρό η Ρασίντα Τλάιμπ, η Σάμερ Λι και η Ιλχάν Ομάρ, μαζί με οργανώσεις που υποστηρίζουν ότι μόνο η πλήρης διακοπή τόσο της κρατικής χρηματοδότησης όσο και των εμπορικών πωλήσεων όπλων μπορεί να ασκήσει πραγματική πίεση στο Ισραήλ. Για αυτή την πτέρυγα, κάθε πιο περιορισμένη λύση αφήνει ανοιχτές «πίσω πόρτες» για τη συνέχιση της στρατιωτικής συνεργασίας.
Από την άλλη, αναδύεται μια διαφορετική προσέγγιση, πιο προσεκτική και πιο «θεσμική», που επιδιώκει να περιορίσει την αμερικανική χρηματοδότηση χωρίς να κόψει πλήρως τον στρατιωτικό δεσμό. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη μετατόπιση της J Street, της σημαντικότερης φιλελεύθερης φιλοϊσραηλινής οργάνωσης στην Ουάσιγκτον.
Δύο γραμμές αποστασιοποίησης
Η J Street ζητεί πλέον να σταματήσει η κρατική χρηματοδότηση των αμερικανικών όπλων προς το Ισραήλ — τα 3,3 δισ. δολάρια της ετήσιας χρηματοδότησης μέσω του υπουργείου Εξωτερικών και τα 500 εκατομμύρια δολάρια για αντιπυραυλικά συστήματα — αλλά χωρίς να υιοθετεί πλήρες εμπάργκο. Με άλλα λόγια, το Ισραήλ θα μπορούσε ακόμη να αγοράζει ορισμένα συστήματα, ιδίως συστήματα αναχαίτισης, με δικά του χρήματα.
Αυτή η μετατόπιση είναι από μόνη της ενδεικτική του πόσο έχει αλλάξει το πολιτικό κλίμα. Όμως οι υποστηρικτές πλήρους εμπάργκο τη θεωρούν ανεπαρκή, αν όχι βολική. Ο Γιούσεφ Μουνάγιερ, από το Αραβικό Κέντρο της Ουάσιγκτον προειδοποίησε ότι τέτοιες «παραφουσκωμένες» διατυπώσεις κινδυνεύουν να προσφέρουν πολιτική κάλυψη σε Δημοκρατικούς που θέλουν να αποστασιοποιηθούν από τις ακρότητες του Ισραήλ χωρίς να συγκρουστούν πραγματικά με το φιλοϊσραηλινό λόμπι.
Το επιχείρημά του είναι απλό: δεν υπήρξε ποτέ πιο πολιτικά δικαιολογήσιμη στιγμή για ένα καθαρό εμπάργκο όπλων, ιδίως όταν η ίδια η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει τη στρατιωτική στήριξη σε χώρες που εμπλέκονται σε συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή εμποδίζουν την ανθρωπιστική βοήθεια.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και η ουσία της σημερινής αντιπαράθεσης. Η αντίθεση των Δημοκρατικών στον εξοπλισμό του Ισραήλ μεγαλώνει, αλλά μεγαλώνει με δύο ταχύτητες. Η μία μιλά για πλήρη διακοπή. Η άλλη για όρους, περιορισμούς και σταδιακή απεξάρτηση από την άνευ όρων στήριξη. Το κοινό έδαφος είναι ότι το παλιό μοντέλο έχει αρχίσει να διαλύεται.
Και αυτό ίσως να είναι το πιο σημαντικό πολιτικό γεγονός. Όχι επειδή η Ουάσιγκτον άλλαξε πολιτική, αλλά επειδή για πρώτη φορά παύει να μοιάζει αδιανόητο ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή να την αλλάξει.



