Γράφει ο Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης *

Για να πιάσεις το νήμα μιας πλούσιας, γεμάτης συγκινήσεις ζωής, μερικές φορές είναι αρκετό να ξεκινήσεις από τη σημαντικότερη χρονιά – σταθμό της.
Πάμε λοιπόν κι εμείς να πιάσουμε το νήμα για τη «ντίβα του λαϊκού τραγουδιού», όπως την είχαν αποκαλέσει, Μαίρη Λίντα, από το 1965, τη σημαντικότερη και σημαδιακότερη ίσως χρονιά της.
Εξήντα πέντε χρόνια πίσω, ακριβώς. Τέτοιες μέρες του 1961. Στην περίφημη «Σπηλιά του Παρασκευά», μέσα στο αρχαίο Σηράγγιον, το φυσικό σπήλαιο στην Καστέλλα δίπλα στην σημερινή Ακτή Κουντουριώτου. Εκεί που συναντήθηκαν «μεγάλα» και απόντα πλέον πνεύματα.
Η Μαρία Κάλλας, η Γκρέις Κέλι, η Μαίρη Λίντα, ο Μανώλης Χιώτης και ο Αριστοτέλης Ωνάσης. Τέτοιες μέρες, που μάς πήραν μακριά από τον κόσμο μας τη Μαίρη Λίντα (κατά κόσμον, Μαρία Δημητροπούλου)…
Κράτησα από κείνη την βραδιά σύγκλισης «αστέρων» την αφήγηση – και σε βιβλίο του, αργότερα – του αείμνηστου δημοσιογράφου, συγγραφέα και κοσμικογράφου Δημήτρη Λυμπερόπουλου. Που επέμενε ότι η ίδια η πριγκίπισσα του Μονακό Γκρέις Κέλι με τον εστεμμένο σύζυγό της Ρενιέ ζήτησαν από το ζεύγος Κάλλας – Ωνάση, που τούς φιλοξενούσε στη θαλαμηγό «Χριστίνα» και τούς ξεναγούσε και στη νυχτερινή Αθήνα, να περάσουν μια νύχτα στα μπουζούκια.
Στη «Σπηλιά του Παρασκευά», λοιπόν. Για το ντούο Μανώλη Χιώτη – Μαίρης Λίντα. Η Μαρία Κάλλας είχε αναλάβει να μεταφράζει τα τραγούδια στην φίλη της Γκρέις. Κάτι που η Ντίβα (Κάλλας) εξομολογήθηκε αργότερα, στα καμαρίνια, στον μαιτρ του μπουζουκιού.
«Αυτό με φοβίζει», ήταν η απάντησή του, με κάποια συστολή. Κι εκείνη: «Να μη σας φοβίζει, γιατί η πριγκίπισσα είναι ερωτευμένη γυναίκα και μου εξέφρασε τον θαυμασμό της όχι μόνο για την δεξιοτεχνία σας και τη φωνή της κυρίας Λίντα, αλλά και για κάποιους στίχους που προσπάθησα να τους μεταφράσω όσο σωστότερα μπορούσα».
Τότε, η Γκρέις του Μονακό, μέσω της Μαρίας Κάλλας, ζήτησε να μάθει από τον Μανώλη Χιώτη τη διαφορά του μπουζουκιού από τις ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles. Και ο μαιτρ (σε μία ακόμη φράση, θρυλική, που κρατάω): «Κυρία Κάλλας, παρακαλώ εξηγείστε στην πριγκίπισσα ότι οι χορδές της ηλεκτρικής κιθάρας δονούνται από την πρίζα και οι χορδές του μπουζουκιού από την καρδιά»!
Πρώτο επεισόδιο μιας χρονιάς σημαδιακής, λοιπόν. Το άλλο είχε πρωταγωνιστή τον Άντονι Πέρκινς, που εκείνες τις μέρες γύριζε στην Αθήνα τη «Φαίδρα» του Ζυλ Ντασσέν, βασισμένη στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη. Όπου η Φαίδρα – Μελίνα Μερκούρη, σύζυγος του εφοπλιστή Θάνου Κυρίλη (τον υποδύθηκε ο Ραφ Βαλόνε) εξομολογούνταν με τραγούδι, μπροστά στον φακό, τον έρωτά της στον κινηματογραφικό προγονό της, το γιό του άντρα της, Αλέξη (Άντονι Πέρκινς) και έλεγαν, μαζί, το «Σε πότισα ροδόσταμο, με πότισες φαρμάκι» του Μίκη Θεοδωράκη.
Εκτός γυρισμάτων, ζήτησε και ο Πέρκινς από τη Μελίνα Μερκούρη να απολαύσει τις χαρές και τις χάρες του μπουζουκιού. Ειδικά του τρίχορδου μπουζουκιού του Μανώλη Χιώτη. Και τη φωνή της Μαίρης Λίντα.
Ενώ είχαν ήδη απαγορευτεί τα γυρίσματα στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, λόγω παρολίγον ατυχήματος του καστ σε μια δεξαμενή. Και ο τότε σούπερσταρ Πέρκινς ενθουσίαζε και τους Έλληνες σινεφίλ στη γαλλική ταινία «Σας αρέσει ο Μπραμς» του Ανατόλ Λίτβακ, βασισμένη στο βιβλίο της Φρανσουάζ Σαγκάν, του πολυδιαβασμένου και στα μέρη μας «Καλημέρα θλίψη».
Ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος έσπευσε πρώτος να εντοπίσει και να ρωτήσει τη Μελίνα και τον Άντονι Πέρκινς για τα μπουζούκια. Και η απάντηση εκείνου, επηρεασμένη από την ταινία «Σας αρέσει ο Μπραμς» ήταν απρόσμενη:
«Χωρίς να θέλω να κολακεύσω τους δύο εξαίρετους καλλιτέχνες σας, προτιμώ περισσότερο από τον Μπραμς τον Μανώλη Χιώτη και την Μαίρη Λίντα!»
Αν πάμε και λίγο νωρίτερα στο χρόνο, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, θα ανακαλύψουμε κάτι που δεν ξέρουν ή δεν θυμούνται πολλοί: ότι ήταν, πριν από τη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, η ιέρεια του βάρδου Βασίλη Τσιτσάνη. Το 1953 ηχογραφούσαν μαζί, με μια «αγνώριστη» και φωνητικά Μαίρη Λίντα, την επιτυχία «Παίξτε μπουζούκια», το «Φτωχό κορμί» και «Στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά» (μαζί με την Άννα Χρυσάφη). Το 1954 ερχόταν και η άλλη κοινή τους επιτυχία «Για να σε κάνω άνθρωπο», που αργότερα ο Τσιτσάνης έδωσε και στη νέα του ιέρεια Μαρίκα Νίνου.

Στο μεταξύ, λίγο πριν, ο Μανώλης Χιώτης είχε ανακαλύψει, πρώτος, τη Μαρίκα Νίνου και είχαν κάνει την, επίσης, επιτυχία «Παράξενη κοπέλα» και άλλες.
Με δυο λόγια, ο Τσιτσάνης πρώτος ανακάλυψε τη Λίντα, που μετά έγραψε ιστορία ως ντουέτο με το Μανώλη Χιώτη και ο Χιώτης πρώτος ανέδειξε το απαράμιλλο ταλέντο της Μαρίκας Νίνου και κάπου στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’50 αντάλλαξαν… ιέρειες!
Το ντουέτο Χιώτης – Λίντα, εκτός από τις θρυλικές εμφανίσεις στην Αμέρικα (αν και ο μαιτρ περιόδευσε, μετά το χωρισμό τους και το γάμο εκείνου με την τρίτη σύζυγό του Μπέμπα Κυριακίδου, και με τη Λίτσα Σακελλαρίου), είχε και αρκετές και καθηλωτικές κινηματογραφικές εμφανίσεις.
Κάτι ακόμη, όμως, επίσης άγνωστο στους πολλούς: η Μαίρη Λίντα είχε κάνει και μία και μοναδική σόλο κινηματογραφική εμφάνιση, στην ταινία «Τρεις κούκλες κι εγώ» του Νίκου Τσιφόρου, γυρισμένη στον Πευκιά Ξυλοκάστρου το 1960. Κι είπε και ένα τραγούδι του μάστορα Μίμη Πλέσσα! «Σπάστε είκοσι ποτήρια». Σε στίχους του θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Λαζαρίδη.
Εκεί, όπου και η αξέχαστη (πρόσφατα φευγάτη κι εκείνη) Μάρω Κοντού λέει το «Σινιόρ Καπιτάνο», με το Ντίνο Ηλιόπουλο!
Ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα έκαναν μόδα τα λάτιν και εκείνη τα έντυσε με δημιουργίες περίφημων Ελλήνων σχεδιαστών, όπως ο οίκος Τσούχλου και ο Σκαλιντό, ραμμένες κολακευτικά πάνω στο χυμώδες κορμί της.
Η ίδια λανσάρησε, όμως, με τα ταχυκίνητα στο χορό πόδια της και ένα όνομα που είχε δώσει η εποχή στις εμφανίσεις της: «Τακουνάκια». Που τόσο γοργά και τόσο σωστά «ζωγράφιζαν» τα βήματα του κάποτε ξέφρενου χορού της στις πίστες. Κι ας τραγουδούσε τη «Θλίψη» του Χιώτη!
Πριν περάσουμε από τα «Τακουνάκια» στις πιο πρόσφατες συνεργασίες της Μαίρης Λίντα με τα παιδιά του αείμνηστου, σπουδαίου μουσικού παραγωγού Τάσου Φαληρέα, ως Imam Baildi, θα ήθελα για το φινάλε τούτης της ιστορίας να σταθώ σε μια ακόμη σημαντική στιγμή για εκείνη, αλλά κυρίως για το ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
Σεζόν 1993-1994, στο «Διογένης Παλλάς» της λεωφόρου Συγγρού. Όπου ο Γιάννης Παπαθεοχάρης κατάφερε να ενώσει τρεις ντίβες του λαϊκού: Μαίρη Λίντα, Πόλυ Πάνου και Καίτη Γκρέυ. Που και οι τρεις υπήρξαν ερμηνεύτριες του μεγάλου Τσιτσάνη. Και μαζί τους, από τη νεότερη γενιά, η Κωνσταντίνα.
Στα μπουζούκια, ο Μανόλης Καραντίνης, ο Θανάσης Βασιλάς και ο Γιάννης Παλαιολόγου. Η μεγάλη επιτυχία εκείνου του απολαυστικού και ιστορικού προγράμματος – σύμπραξης καταγράφτηκε και τηλεοπτικά, στο Ciao της Ρούλας Κορομηλά.
Στο τέλος, μια ακόμη επισήμανση: Στην καθηλωτική ερμηνεία της Μαίρης Λίντα, το 1959-1960, λάτρεψαν οι Beatles το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη (σε στίχους του μεγάλου Νίκου Γκάτσου) «Αν θυμηθείς το όνειρό μου». Και το μετέπλασαν για την ταινία «Luna De Meil» (ή «Honeymoon») του Μάικλ Πάουελ και το ηχογράφησαν, στην οριστική εκδοχή, το 1963 ως «The Honeymoon Song».
«Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου, σε περιμένω ναρθείς…».
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος



