Προ ημερών δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ και στοχευμένα φωτογράφοι και καμεραμέν, ενώ κάλυπταν ισραηλινά πλήγματα σε νοσοκομείο στη Γάζα. Προ εβδομάδων κτυπήθηκε, ως όλα δείχνουν επίσης στοχευμένα, το σημείο που ζούσαν και μετέδιδαν δημοσιογράφοι, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν.
Οπως σημειώνει ο δημοσιογράφος, Θανάσης Αργυράκης, για όσους Ελληνες δημοσιογράφους – «πολεμικούς ανταποκριτές» έχουν καλύψει επί δεκαετίες την κατάσταση στο Ισραήλ – Παλαιστίνη, είναι πολύ καλά γνωστή η πρακτική του ισραηλινού στρατού. Πρώτα πυροβολούν και μετά ρωτάνε! Αυτό έκαναν ανέκαθεν σε όσους δημοσιογράφους δούλευαν ανεξάρτητοι και για λογαριασμό ξένων – διεθνών Μέσων Ενημέρωσης.
Αντίθετα, οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι ήταν – και είναι – «ενσωματωμένοι» (embedded) στις δομές του ισραηλινού στρατού και των δομών δημοσίων σχέσεών τους, η μεταχείριση ήταν κάτι παραπάνω από υποδειγματική. Ισως δεν υπάρχει δύναμη στον κόσμο που να διαθέτει τόσο καλό και εξελιγμένο μηχανισμό δημοσίων σχέσεων ως προς τα ΜΜΕ. Αρκεί αυτά να είναι … embedded. Αλλά και να μην ήταν «ενσωματωμένοι», ετύγχαναν μεγάλης άνεσης στην κάλυψη γεγονότων, ακόμα και σε «καυτά σημεία».
Ωστόσο, χρόνο με τον χρόνο τα πράγματα χειροτέρευαν. Ανάλογα, μάλιστα, με την ένταση των γεγονότων, ο ισραηλινός στρατός γινόταν ολοένα πιο επιθετικός απέναντι στους δημοσιογράφους. Ετσι, συχνά, το λιγότερο που είχαν να περιμένουν οι – μη «ενσωματωμένοι» – δημοσιογράφοι στις ζώνες έντασης που κάλυπταν, στη Δυτική Οχθη και τη Γάζα, ήταν προπηλακισμοί ή και πυροβολισμοί δίπλα στα πόδια ή σε πολύ κοντινή απόσταση για τρομοκράτηση. Δεν έλειπαν, όμως, και αρκετές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ισραηλινοί στρατιώτες πυροβολούσαν στο ψαχνό. Ειδικά όταν είχαν το πράσινο φως άνωθεν, και κυρίως εάν επρόκειτο για «στόχους» – Παλαιστίνιους δημοσιογράφους.
Εάν η κατάσταση τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν «κυριλέ», τα τελευταία χρόνια, πριν ακόμα από την σφαγή της Χαμάς, τον Οκτώβριο του 2023, και κυρίως μετά, με την ισοπέδωση της Γάζας από το Ισραήλ, και την επιχείρηση εθνοκάθαρσης των Παλαιστινίων της Λωρίδας, ο ισραηλινός στρατός έχει εκτραχυνθεί. Και πριν τον πόλεμο στη Γάζα είχαν καταγραφεί αρκετοί δολοφονημένοι δημοσιογράφοι. Αλλά τώρα, το φαινόμενο έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας.
Σύμφωνα με τον φορέα, Committee to Protect Journalists (CPJ), ο οποίος έχει αποστολή την προστασία της ελευθερίας του Τύπου, τουλάχιστον 186 δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι σε ΜΜΕ έχουν σκοτωθεί στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη, το Ισραήλ και τον Λίβανο από την έναρξη του πολέμου.Γεγονός που καθιστά την περίοδο αυτή την πιο φονική για τον Τύπο από τότε που η οργάνωση άρχισε να καταγράφει τα σχετικά στοιχεία, το 1992.
Ισραηλινό μπλόκο στα διεθνή ΜΜΕ
Γιατί, λοιπόν, το Ισραήλ δολοφονεί μαζικά δημοσιογράφους; Ο λόγος που έχει επιδοθεί σε απηνή διωγμό των δημοσιογράφων είναι απλός: Θέλει να μονοπωλήσει την «ενημέρωση» μέσα από τον πανίσχυρο προπαγανδιστικό μηχανισμό του, και να εμποδίσει με τους πιο ακραίους τρόπους τα διεθνή ΜΜΕ να πλησιάσουν στη Γάζα.
Ενδεικτική είναι η αναφορά του γενικού διευθυντή του AFP παγκοσμίως (Το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων – Agence France-Presse – έχει 1.700 δημοσιογράφους σε 150 χώρες στον κόσμο), Phil Chetwynd, ο οποίος, σε πρόσφατη συνέντευξή του επισήμανε: «Δεν υπάρχει προηγούμενο να αποκλείονται δημοσιογράφοι από μια ζώνη πολέμου. Το Ισραήλ λέει ότι γίνεται για την προστασία μας. Ποια προστασία; Το επιχείρημα δεν στέκει. Καλύπτουμε συγκρούσεις από τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1850). Ήμασταν στη Συρία και στο Ιράκ όταν ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Από την αρχή λέμε: είναι απαραίτητο να ανοίξει η Γάζα για διεθνή ΜΜΕ. Η διεθνής παρουσία είναι απαραίτητη. Το Ισραήλ πρέπει να επιτρέψει την είσοδο, άμεσα. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία».

Από την πρώτη στιγμή της ισραηλινής επιχείρησης στη Γάζα, το Ισραήλ έβαλε στο στόχαστρό του τους δημοσιογράφους. Αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι εκπρόσωποι ξένων ΜΜΕ να εγκαταλείψουν τη Λωρίδα. Στη θέση τους προσελήφθησαν ντόπιοι Παλαιστίνιοι, ούτως ώστε να συνεχιστεί η κάλυψη των γεγονότων. Αυτή είναι μια πρακτική που συχνά εφάρμοσαν ιδιαίτερα τα μεγάλα διεθνή ΜΜΕ. Οπως για παράδειγμα στο Ιράκ, μετά την ανατροπή του Σαντάμ, και σε άλλα «καυτά σημεία» του πλανήτη.
Οι άμοιροι Παλαιστίνιοι freelancers (πλέον, δουλεύουν για ξένα ΜΜΕ) και όσοι ελάχιστοι ξένοι παρέμειναν, έγιναν βασικοί στόχοι του ισραηλινού στρατού. Είναι εμφανέστατο ότι πρόκειται για στοχευμένες δολοφονίες. Να σημειωθεί πως το Ισραήλ δεν περιορίζεται μόνον στους δημοσιογράφους. Εχει πλήξει εν ψυχρώ κονβόϊ ανθρωπιστικών οργανώσεων. Και σε αυτή την περίπτωση, ο στόχος είναι ένας: Φύγετε! Οποιος πατήσει στη Γάζα, χωρίς την άδειά μας, θα θανατωθεί!
Λιμοκτονούν
Εκτός του ότι είναι «στόχοι», αυτοί οι δημοσιογράφοι, σημειώνει ο Phil Chetwynd, «δεν είναι ξένοι ανταποκριτές που πήγαν για να κάνουν μια αποστολή. Είναι άνθρωποι της Γάζας, με οικογένειες, παιδιά, συζύγους. Πρέπει καθημερινά να προσπαθούν να κρατήσουν τους δικούς τους ζωντανούς και να τους ταΐσουν. Αυτό τους τρώει τεράστιο χρόνο και ενέργεια. Συχνά πρέπει να αλλάζουν τόπο, γιατί οι κίνδυνοι είναι παντού. Είναι θαύμα που καταφέρνουν να δουλεύουν.
Τώρα ζουν και με την εξάντληση εξαιτίας της πείνας. Όλοι επιβιώνουν με ελάχιστο φαγητό. Κάποιοι έχουν χάσει 20–30 κιλά. Υποφέρουν από ζαλάδες, πονοκεφάλους, αδυναμία. Μερικές μέρες δεν μπορούν καν να σηκωθούν. Επιπλέον, δεν υπάρχουν μέσα μεταφοράς. Για να φτάσουν σε ένα γεγονός, πρέπει να περπατήσουν έως και 25 χιλιόμετρα, μέσα στη ζέστη, χωρίς φαγητό ή νερό. Οι δυσκολίες είναι απίστευτες».
Δαιμονοποίηση και ανοχή
Ολα αυτά, βέβαια, θα δυσκολευόταν να τα κάνει το Ισραήλ, εάν δεν υπήρχε η απαράδεκτη ανοχή απέναντί του από μεγάλες δυνάμεις, διεθνείς Οργανισμούς, ηγεσίες μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης και ειδησεογραφικών πρακτορείων, ακόμα και από διεθνείς και εθνικούς συνδικαλιστικούς φορείς δημοσιογράφων.
Συχνά, η «δικαιολογία» του Τελ Αβίβ είναι ότι οι δημοσιογράφοι που σκοτώθηκαν (δολοφονήθηκαν), δούλευαν για το καταριανό, Al Jazeera. Απαντες γνωρίζουν τον αμφιλεγόμενο ρόλο του καναλιού στη Μέση Ανατολή. Ομως, εάν δολοφονείται κάθε δημοσιογράφος επειδή το «αφεντικό» του είναι συνδεδεμένο με τα τάδε ή δείνα συμφέροντα, δεν θα υπήρχε ζωντανός δημοσιογράφος. Στο ίδιο πλαίσιο, το Ισραήλ συχνά χρησιμοποιεί το «επιχείρημα» ότι οι δημοσιογράφοι είναι «άνθρωποι της Χαμάς». Είναι προφανές ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι προφάσεις εν αμαρτίαις.
Ο διευθυντής του AFP, Phil Chetwynd, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την ισραηλινή προπαγάνδα που παρουσιάζει τους Παλαιστίνιους δημοσιογράφους ως μη αξιόπιστους, παρατηρεί: «Αυτό συμβαίνει από την αρχή. Πρόκειται για μια προσπάθεια δαιμονοποίησης – απαξίωσης, … ότι δεν είναι «πραγματικοί» δημοσιογράφοι. Οι δικοί μας, που εργάστηκαν 20–30 χρόνια για το AFP, έχουν κερδίσει τα μεγαλύτερα βραβεία του χώρου. Είναι επαγγελματίες με δεοντολογία. Όμως υπάρχει συστηματική εκστρατεία σπίλωσης. Δεν βλέπουμε το ίδιο αλλού. Στην Αφγανιστάν, οι συνάδελφοί μας έχουν επαφές με τους Ταλιμπάν – είναι αναγκαίο. Κι όμως, κανείς δεν τους κατηγορεί ότι είναι τρομοκράτες».
Εγκλήματα πολέμου
Ο επί σειρά πολλών ετών ανταποκριτής σε Ισραήλ – Παλαιστίνη -Μέση Ανατολή, Πάνος Χαρίτος, γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν υπάρχει προηγούμενη στρατιωτική επιχείριση παγκοσμίως στο παρελθόν, που ο επιτιθέμενος να έχει στοχεύσει, πυροβολήσει, βομβαρδίσει, καταστρέψει, καταστήσει μη λειτουργικά το 94% των νοσοκομείων στην περιοχή των επιχειρήσεων.
Δεν υπάρχει προηγούμενο επαναλαμβανόμενο μοτίβο επιθέσεων κατά των δημοσιογράφων στο βαθμό που αυτό εφαρμόζεται από το Ισραήλ στη Γάζα. Τώρα, δημοσιογράφοι δολοφονήθηκαν σε στοχευμένο βομβαρδισμό της θέσης τους στο Νοσοκομείο Nasser στο Khan Yunis. Εγκλήματα πολέμου δίχως καν τα προσχήματα την ώρα που οι συνάδελφοι εργάζονταν και μάλιστα κάποιες από τις κάμερες τους βιντεοσκοπούσαν.

Όμως τι σημασία έχει η ανθρώπινη ζωή αφού μιλάμε για τη Γάζα; Και γιατί να διαφέρουν οι δημοσιογράφοι από τους υπόλοιπους 63.000 νεκρούς ανθρώπους; Γιατί να αντιδράσουν οι δημοσιογραφικές οργανώσεις ; Αριθμοί είναι όλοι τους και σήμερα είναι απλώς άλλη μια Δευτέρα που το Ισραήλ κουρελιάζει το Διεθνές Δίκαιο αλλά τα αντανακλαστικά της ανθρωπότητας δείχνουν να έχουν αποδεχθεί το θανατικό ως κανονικότητα».
Διεθνής υποκρισία
Ενδεικτικό της απαράδεκτης ανοχής έναντι του Ισραήλ που επιδεικνύει μερίδα πολύ μεγάλων διεθνών ΜΜΕ, είναι το κείμενο παραίτησης από το ειδησεογραφικό πρακτορείο, Reuters, της δημοσιογράφου και φωτορεπόρτερ, Valerie Zink:
«Τα τελευταία οκτώ χρόνια εργάζομαι για το πρακτορείο ειδήσεων Reuters Οι φωτογραφίες μου καλύπτουν ιστορίες στο πεδίο και έχουν δημοσιευθεί από τους New York Times, το Al Jazeera και άλλα ΜΜΕ σε όλη τη Βόρεια Αμερική, την Ασία, την Ευρώπη και αλλού. Σήμερα μου είναι αδύνατο να διατηρήσω συνεργασία με το Reuters δεδομένου του ρόλου του στη δικαιολόγηση της συστηματικής δολοφονίας 245 δημοσιογράφων στη Γάζα. Το χρωστάω στους συναδέλφους μου στην Παλαιστίνη. Τουλάχιστον αυτό, αλλά τόσα πολλά άλλα.
Όταν το Ισραήλ δολοφόνησε τον Anas Al-Sharif, μαζί με ολόκληρο το συνεργείο του Al-Jazeera στην πόλη της Γάζας στις 10 Αυγούστου, το Reuters επέλεξε να δημοσιεύσει τον εντελώς αβάσιμο ισχυρισμό του Ισραήλ ότι ήταν πράκτορας της Χαμάς. Ενα από τα αμέτρητα ψέματα που τα ΜΜΕ, όπως το Reuters, επανέλαβαν.
Ωστόσο, η προθυμία του Reuters να αναπαράγει την προπαγάνδα του Ισραήλ δεν γλίτωσε τους δικούς του δημοσιογράφους. Άλλοι πέντε, ανάμεσα στους οποίους ο κάμεραμαν του Reuters Hossam Al-Masri, ήταν μεταξύ των 20 ανθρώπων που σκοτώθηκαν (σ.σ. 25 – 8 – 2025) σε μια άλλη επίθεση στο νοσοκομείο Nasser. Ήταν αυτό που είναι γνωστό ως “διπλό χτύπημα”. Το Ισραήλ βομβαρδίζει έναν πολιτικό στόχο, όπως ένα σχολείο ή νοσοκομείο, περιμένει τους γιατρούς, τις ομάδες διάσωσης και τους δημοσιογράφους να φτάσουν, και στη συνέχεια ξαναχτυπά.
Τα δυτικά ΜΜΕ είναι άμεσα υπεύθυνα για τη δημιουργία των συνθηκών στις οποίες αυτό μπορεί να συμβεί. Όπως το έθεσε ο Jeremy Scahill από το Drop Site News, «κάθε μεγάλο ΜΜΕ – από τους New York Times μέχρι την Washington Post, από το AP μέχρι το Reuters – έχει χρησιμεύσει ως νεροκουβαλητής της ισραηλινής προπαγάνδας, ξεπλένοντας τα εγκλήματα πολέμου, δυσφημώντας τα θύματα, και εγκαταλείποντας τους συναδέλφους τους και την υποτιθέμενη δέσμευσή τους για αληθινή και ηθική δημοσιογραφία».
Επαναλαμβάνοντας τα γενοκτονικά αφηγήματα του Ισραήλ, χωρίς να αποδεικνύουν εάν έχουν κάποια αξιοπιστία, εγκαταλείποντας σκόπιμα τον βασικό κανόνα της δημοσιογραφίας για υπεύθυνη πληροφόρηση, τα δυτικά ΜΜΕ έκαναν δυνατή τη δολοφονία περισσότερων δημοσιογράφων σε δύο χρόνια σε μια μικρή λωρίδα γης από ό,τι στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους πολέμους στην Κορέα, το Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, τη Γιουγκοσλαβία και την Ουκρανία μαζί. Για να μην αναφέρουμε την λιμοκτονία ενός ολόκληρου πληθυσμού, την εξόντωση των παιδιών και τους ανθρώπους που καίγονται ζωντανοί.

Το γεγονός ότι η δουλειά του Anas Al-Sharif κέρδισε βραβείο Pulitzer για το Reuters δεν έκανε το πρακτορείο να τον υπερασπιστεί όταν οι ισραηλινές δυνάμεις κατοχής τον έβαλαν στη «λίστα στόχων» δημοσιογράφων που κατηγορήθηκαν ότι ήταν μαχητές της Χαμάς και της Ισλαμικής Τζιχάντ. Δεν τους έκανε να τον υπερασπιστούν όταν απηύθυνε έκκληση στα διεθνή ΜΜΕ για προστασία, επειδή ένας εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού κατέστησε σαφή την πρόθεσή τους να τον δολοφονήσουν μετά από ένα ρεπορτάζ που έκανε για τον λιμό. Δεν τους έκανε να μιλήσουν με ειλικρίνεια στον θάνατό του, όταν κυνηγήθηκε και σκοτώθηκε εβδομάδες αργότερα.
Εκτιμώ τη δουλειά που έκανα στο Reuters τα τελευταία οκτώ χρόνια, αλλά δεν μπορώ να με φανταστώ να φοράω αυτή την διαπίστευση του πρακτορείου, παρά με βαθιά ντροπή και θλίψη. Δεν ξέρω τι σημαίνει να αρχίζεις να τιμάς το θάρρος και τη θυσία των δημοσιογράφων στη Γάζα – των πιο γενναίων και καλύτερων – αλλά στο μέλλον σε αυτό το πνεύμα θα κινηθώ».
Δολοφονίες και στην Ουκρανία
Να σημειωθεί ότι αντίστοιχα πολλές στοχευμένες δολοφονίες δημοσιογράφων – αλλά ουδόλως στο επίπεδο που το κάνει το Ισραήλ – έγιναν και στον πόλεμο στην Ουκρανία. Και πάλι επιλεκτική σιωπή, επειδή πολλοί από αυτούς ήταν … Ρώσοι.
Σε ερώτηση για την «στοχοποίηση» δημοσιογράφων ακόμα και όταν φέρουν σαφείς διακριτικές ενδείξεις (σήμα PRESS), ο γενικός διευθυντής του AFP, Phil Chetwynd, σημειώνει: «Ζούμε μια εξαιρετικά επικίνδυνη εποχή. Η Γάζα είναι το πιο ακραίο παράδειγμα. Αλλά και στην Ουκρανία συμβαίνει. Η εποχή που μπορούσες να δηλώσεις δημοσιογράφος και να έχεις ουδέτερη μεταχείριση έχει τελειώσει. Οι μεγαλύτερες απειλές έρχονται από τον αέρα: drones, επιτήρηση, τεχνητή νοημοσύνη. Είναι σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπιστούν.
»Ταυτόχρονα, ζούμε την όξυνση του αυταρχισμού και του λαϊκισμού διεθνώς, χωρίς ισχυρές φωνές υπέρ της ελευθερίας του Τύπου. Οι οργανώσεις (CPJ, RSF – διεθνείς δημοσιογραφικές οργανώσεις) μιλούν, αλλά τα κράτη μένουν σιωπηλά. Ελάχιστη πίεση ασκείται για να ανοίξει η Γάζα στα διεθνή ΜΜΕ».



