Μνήμη Μαρίας Κάλλας, 48 χρόνια μετά: Όταν η Ντίβα περπατούσε στην Αθήνα

Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *

«Τα ελληνικά χρόνια της Κάλλας υπήρξαν τα σημαντικότερα στη ζωή της», κατά την ετυμηγορία της διάσημης δασκάλας της, της ισπανίδας σοπράνο Ελβίρα ντε Ιντάλγκο. Η οποία ευθύνεται και για τη διαμόρφωση του φαινομένου Κάλλας, όχι μόνον φωνητικά – με την τόσο αναγνωρίσιμη χροιά – αλλά και ερμηνευτικά.

Αυτό το τελευταίο ήταν και το μεγάλο ατού της Ντίβας, το στοιχείο που σηματοδότησε την καριέρα της – μαζί με τη συμβολή της στην αναβίωση του μπελκάντο.

Σε αυτό στηρίχθηκε και το πρωτότυπο αφιέρωμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που το 2013 διοργάνωσε μια μουσική βόλτα στην «Αθήνα της Κάλλας».

Κι αυτό στάθηκε αφορμή για μια βουτιά στην εν πολλοίς άγνωστη ελληνική ιστορία της ή, για την ακρίβεια, τις πολλές ιστορίες, και έρωτα και φθόνου και απόρριψης και, κυρίως, μουσικής και όπερας που σημάδεψαν τα αθηναϊκά χρόνια της Ντίβας από το 1937 έως το 1945…

Η γεννημένη στη Νέα Υόρκη Μαρία Αννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου, μετά τον χωρισμό των γονιών της το 1937, άφησε την 192η Οδό στο Μανχάταν όπου είχε μεταφέρει το φαρμακείο του ο Μεσσήνιος Γιώργος Καλογερόπουλος για να εκπαιδευθεί μουσικά στην Αθήνα (έως και το 1945).

Ύστερα από 56 παραστάσεις, 20 ρεσιτάλ και αρκετές ραδιοφωνικές εκπομπές, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη – αφήνοντας για πάντα πίσω της το όνομα Καλογεροπούλου – για να αναδυθεί, από τη δεκαετία του ’50, στη διεθνή σταρ και αγαπημένη του τζετ σετ. Έχοντας ήδη χάσει 36 κιλά (κάποιοι ισχυρίζονται ότι χρησιμοποίησε βδέλλες ή «ταινία»!).

Πρώτοι και σημαδιακοί σταθμοί στην «Αθήνα της Κάλλας» ήταν το Μουσείο της Ακρόπολης και το Ηρώδειο. Στον χώρο, δηλαδή, όπου η Κάλλας μέτρησε δύο θριάμβους της, το 1944: τον Ιούλιο, ως Σμαράγδα, στον «Πρωτομάστορα» του «πατέρα» της Εθνικής Μουσικής Σχολής Μανώλη Καλομοίρη και τον Αύγουστο, ως Λεονόρα, στην ομότιτλη όπερα του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.

Λεπτομέρεια: ο διευθυντής Λαϊκής Διαφωτίσεως (ιδέ: Λογοκρισία) της κατοχικής κυβέρνησης Ράλλη Α. Κωνσταντινίδης είχε χαρακτηρίσει το «έργον του συγγραφέως (sic!) Μπετόβεν» ως «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους κάτω των 14 ετών»!

Επόμενη στάση, η περιοχή του Θεάτρου στην Πλατεία Κοτζιά (το θέατρο που είχε επισκεφθεί ως έφηβη η Μαριάννα Καλογεροπούλου και στο οποίο υπέγραφε το 1939 τις πρώτες της καρτ βιζίτ που τύπωσε, γκρεμίστηκε αρχής γενομένης από το 1940).

Εκεί, ακούστηκαν άριες από τις όπερες «Οι γάμοι του Φίγκαρο», «Ντον Πασκουάλε», «Κάρμεν» και «Ορφέας και Ευρυδίκη» ενώ λίγο μακρύτερα, στο ωραίο κτίριο – άλλοτε – του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο Θησείο, αποσπάσματα από τον «Ριγκολέτο», τον «Κουρέα της Σεβίλλης», το «Ελιξίριο του έρωτα» και τη «Λακμέ».

Ακριβώς οι άριες που είχε διδαχθεί η ‘ατίθαση και κάποτε αυθάδης έφηβη’ τραγουδίστρια από τη Μαρία Τριβέλλα, η οποία την πήρε στην τάξη της.

Ο «βαρύς» Φιλοκτήτης Οικονομίδης, διευθυντής του Ωδείου Αθηνών, δήλωνε απερίφραστα ότι δεν εντυπωσιάστηκε ‘από την παχουλή μικρούλα με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά’ και την απέκλεισε. Τις ίδιες άριες διδάχθηκε και από τη διάσημη δασκάλα της Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, που μεσολάβησε για να φοιτήσει, από το 1939, στο Ωδείο Αθηνών.

Κάπως έτσι έφτασε, από το βουβό κλάμα για την αρχική «αποτυχία» στο κατώφλι της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, να παίρνει, ρολάκια πρώτα, και πρωταγωνιστικούς ρόλους στη συνέχεια, προκαλώντας σταδιακά τον φθόνο και τη μήνι συναδέλφων της, όπως οι Ναυσικά Βουτυρά – Γαλανού, Αννα Ρεμούνδου, Μιρέιγ Φλερύ, Λυσιμάχη Αναστασιάδου.

Με την τελευταία, μάλιστα, έχει καταγραφεί θερμό επεισόδιο για το οποίο έγινε αναφορά στη διοίκηση της Λυρικής Σκηνής: για βρισιές, που η μετέπειτα διεθνής ντίβα έγραφε ότι «δεν μπορεί καν να τις καταλάβει».

Με κύριο στόχο, όπως προέκυψε, τη μητέρα της Ευαγγελία ή Λίτσα Καλογεροπούλου, την οποία η ‘αντίπαλη’ σοπράνο φέρεται να είχε χαρακτηρίσει στον καβγά «αρχιρουφιάνα». Και αυτό διότι θεωρούνταν ότι καλούσε στο σαλόνι της Ιταλούς και Γερμανούς αξιωματικούς, που θαύμαζαν τη Μαρία σε μίνι ρεσιτάλ.

Οταν είχαν ρωτήσει αργότερα την Κάλλας πως πληρωνόταν όταν τραγουδούσε για τους κατακτητές, είχε απαντήσει ευθαρσώς: «Είχα ζητήσει τρόφιμα γιατί όσα χρήματα κι αν σου έδιναν δεν μπορούσες να βρεις τρόφιμα. Και έτσι, τελικά, είχα το πρώτο μου ρύζι και τα πρώτα μακαρόνια και κρέας…»

Τελευταίος σταθμός για τη μουσική βόλτα στα βήματα της Μαίρης Καλογεροπούλου, ήταν η περιοχή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, μια ανάσα από την περίφημη ‘Πολυκατοικία Κάλλας’, όπως είχε ονομαστεί το οίκημα Παπαλεονάρδου σε στυλ γερμανικού αρ νουβό / Jugendstil, στην οδό Πατησίων 61 και Σκαραμαγκά.

Στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας έμενε έως το 1945 η Μαίρη – όπως τη φώναζαν οικογένεια και φίλοι – με τη μητέρα της και την αδελφή της Υακίνθη ή Τζάκι (χάρη στην οποία νοίκιασαν το διαμέρισμα, καθώς εκείνη συνδεόταν με τον ιδιοκτήτη του).

Μια πολυκατοικία που “έβλεπε” συχνά τη μαύρη ανοιχτή γερμανική κούρσα Adler ενός συνοδού της Μαρίας να την περιμένει.

Μιλάμε για το αμάξι του Τάκη Σιγάρα, 32χρονου βιομηχάνου υφασμάτων (ο πατέρας του είχε εργοστάσιο στην Ιερά Οδό, επιταγμένο από τους Γερμανούς για να παράγει κουβέρτες). «Έξυπνο, γυναικά και πάμπλουτο», σύμφωνα με μαρτυρίες φίλων της Κάλλας, που «γέμισε το κενό» μετά την αποχώρηση των Ιταλών από την Αθήνα, των οποίων αρκετοί – γαλονάτοι κυρίως – παραδέχτηκε η οικογένεια Καλογεροπούλου ότι σύχναζαν στην Πατησίων 61.

Μαζί με τον Σιγάρα (που κατοικούσε στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας), η ζουμερή και κομψότατα ντυμένη Μαρία κινούνταν μεταξύ Πλατείας Συντάγματος, στο Femina (κέντρο-καμπαρέ της οδού Βουκουρεστίου 10), στο Adam’s, (Πανεπιστημίου και Κριεζώτου) και σε ένα μαγαζί πίσω από του Φιξ, ‘που είχε ανοίξει ένας Αυστριακός’.

Αλλά και στο φημισμένο «τρεζολί», όπως το έλεγαν χαριτολογώντας οι νέοι της εποχής, ήτοι το παραθαλάσσιο κέντρο Tres Joli στη Βάρκιζα.

Όταν όμως η Μαίρη ζητούσε από τον Τάσο θάλασσα, κατέβαιναν στις Τζιτζιφιές.

Εκεί, ένα βράδυ του Σεπτεμβρίου, την ώρα που ο Σιγάρας (ο οποίος είχε και τη, χρήσιμη, άδεια κυκλοφορίας μετά τη βραδινή απαγόρευση) εξέταζε τα λάστιχα της κούρσας που είχαν «καθήσει», εκείνη άρχισε να δοκιμάζει άριες.

Με τέτοια ζέση, που μαζεύτηκαν παιδιά της περιοχής, όπως περιέγραψε τη σκηνή ο αείμνηστος Νίκος Πετσάλης – Διομήδης στο βιβλίο του «Η άγνωστη Κάλλας» (Εκδ. Καστανιώτη, 1998).

«Πάμε να φύγουμε. Θα νομίσουν ότι δερνόμαστε», ήρθε, αποστομωτική, η ατάκα του 32χρονου Σιγάρα…

* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος

Από το βιβλίο μου “Με μουσικές εξαιτίας, με φωνές”, Εκδ. Ιωλκός

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Ελληνικό: Οι «κακομοίρηδες» πληρώνουν τους «κυριλάτους»

Οι «κακομοίρηδες», όπως χαρακτηρίζουν κυβερνητικά στελέχη τους πολίτες, τελικά πληρώνουν τους «κυριλάτους» του Ελληνικού

25 χρόνια επιστημονικής έρευνας για τον καρκίνο δείχνουν το αύριο

Παρά τις επιτυχίες της επιστημονικής έρευνας για τον καρκίνο,, η αντοχή στα φάρμακα παραμένει μεγάλο πρόβλημα. Τα επόμενα 25 χρόνια θα χρειαστούν πιο έξυπνοι συνδυασμοί φαρμάκων, νέες ανοσοθεραπείες πέρα από τις σημερινές θεραπείες

Να γιατί θέλουν να κόψουν τα επιδόματα ανεργίας

Η αναμόρφωση των επιδομάτων και η κατάργηση του επιδόματος ανεργίας, δεν είναι επιδότηση εργασίας, αλλά των επιχειρήσεων με λεφτά των μισθωτών

“Ατζέντα 2030”: Τα όπλα αγοράζονται αλλά δεν πολεμούν μόνα τους

Ατζέντα 2030: Υπάρχει μια αντίφαση που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από μεγαλόπνοες εξαγγελίες και αριθμούς εξοπλιστικών προγραμμάτων

Γιατί οι Ισραηλινοί στρέφονται στην Κύπρο;

Η Κύπρος μπορεί να γίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα «Plan B» απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νέας επιδείνωσης της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.