Όταν «γλεντούσαν κλαίγοντας και έκλαιγαν γλεντώντας»

Του Παύλου Ηλ.Αγιαννίδη *

Μέσα στις οδυνηρές συνειδητοποιήσεις τούτων των ημερών, ίσως χρειαζόμαστε μια ανάπαυλα, για να βλέπουμε ξανά και ξανά το φωτεινό κομμάτι της Ελλάδας. Σάς έχω, λοιπόν, μια πολύτιμη ιστορία για τον λαϊκό μας πολιτισμό, με ονοματεπώνυμο: Θεόδωρος Δερβενιώτης. Μια ιστορία που πλάστηκε με τη βοήθεια του γιου του, Σπύρου Δερβενιώτη, ο οποίος έχει συνοψίσει 55 χρόνια δημιουργικής προσφοράς του πατέρα του στο βιβλίο «Πάρε τα χνάρια που άφησα» (Εκδ. Τόπος – Μοτίβο Εκδοτική). Πάμε:

Αν σάς απαριθμούσα μια σειρά από τίτλους τραγουδιών, που έχουν γράψει στο κοινό μας υποσυνείδητο και στο λαϊκό μας αίσθημα, όπως «Πάρε τα χνάρια», «Ίσως», «Ένα σφάλμα έκανα», «Οι Αναμνήσεις», «Πάρτε βουνά τον πόνο μου», «Ένα πιάτο άδειο στο τραπέζι», «Σού ‘χω έτοιμη συγγνώμη», «Δώσ’ μου την καρδιά μου πίσω», «Εσύ είσαι ο φονιάς», «Παράπονα και κλάματα», θα καταλαβαίνατε για ποιον μιλάω; Ποιος είναι, τελικά, ο εμβληματικός λαϊκός συνθέτης Θεόδωρος Δερβενιώτης;

Να το προχωρήσουμε και παραπέρα. Ξέρετε πόσες εκφράσεις, που διακινούνται ακόμη και σήμερα στα σόσιαλ, αλλά και από στόμα σε στόμα, έφτασαν στο συλλογικό ασυνείδητο, σχεδόν ως συνθήματα στις μέρες μας χάρη στα τραγούδια του;

Αν και ο Θεόδωρος Δερβενιώτης, όπως με διαβεβαιώνει ο Σπύρος Δερβενιώτης, δεν έγραψε ούτε έναν στίχο, ακόμη και αν αποτυπώθηκαν στο χαρτί από τον κυρίως συνοδοιπόρο του, στιχουργό Κώστα Βίρβο, αυτές οι φράσεις – συνθήματα με τη μουσική του έπλευσαν, όσο να γίνουν κτήμα και της σημερινής κοινωνίας. Ακόμη και με ξεχασμένες σήμερα τις ρίζες τους:

«Ψύλλοι στ’ αυτιά μου μπήκανε» (με τον Τόλη Βοσκόπουλο), «Μαζί μου τρως και πίνεις κι αλλού πας και το δίνεις» (με το Τρίο Κιτάρα) και «Ο Σταμάτης και ο Γρηγόρης» (για τους σηματοδότες! – με το ίδιο τρίο), «Ντόλτσε Βίτα» (με το Σπύρο Ζαγοραίο), «Χωρίς φωτιά, καπνός δε βγαίνει» (από τη ριζωμένη στο υποσυνείδητο ρήση Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά) και «Το γινάτι βγάζει μάτι» (με το Στελλάκη Περπινιάδη).

Και δεν είναι μόνον αυτά. Βάλτε μερικά ακόμη, από τα συνολικά 900 με 1.000 ηχογραφημένα τραγούδια του, σύμφωνα με το Σπύρο Δερβενιώτη, κι ας μιλάνε κάποιοι για 2.500. Όπως οι «Δέκα Συμβουλές» του, με το δεκάλογο του συζύγου για την «καλή σύζυγο». Τραγούδι με τον Πέτρο Αναγνωστάκη και τη Ρούλα Καλάκη, για το οποίο έσπευσαν, μαζί με τον Κώστα Βίρβο, να γράψουν και τον… αντίποδα: «Απάντηση στις δέκα συμβουλές», από την πλευρά της συζύγου, με την Κατερίνα Τζοβάρα.

Οι «Δέκα συμβουλές» και ο αντίποδάς τους, θα μού επιτρέψετε να προσθέσω εδώ, ήταν το κύριο θέμα ενός μουσικού προγράμματος, που έγραψε την ιστορία του στο «Taboo», δίπλα στο Κάραβελ, που στήσαμε μαζί με το Σταμάτη Κραουνάκη για τον Κώστα Μακεδόνα και την Κατερίνα Κούκα. Οι οποίοι μάλιστα είχαν φωτογραφηθεί στα… σκαλιά της εκκλησιάς, ως δήθεν νεόνυμφοι, για τον «Ταχυδρόμο».

Ο Σταμάτης Κραουνάκης, άλλωστε, είχε μοιραστεί μια μεγάλη στιγμή του (μαζί με τη Λίνα Νικολακοπούλου) με το Θεόδωρο Δερβενιώτη (και τον Κώστα Βίρβο), με όχημα τις ερμηνείες του μεγάλου Μανώλη Μητσιά. Στο άλμπουμ «Εξ αδιαιρέτου», που περιλάμβανε και το θρυλικό «Ποτέ» και τραγούδια και των δύο δημιουργικών διδύμων.

Ο Θεόδωρος Δερβενιώτης είχε συμπράξει ακόμη όχι μόνον στο «Σε πλάνεψε η Ντόλτσε Βίτα» του Ζαγοραίου, αλλά και στη… συνέχειά της, «Η νέα ντόλτσε βίτα». Και έφερε με το «Αχ Μουσταφά» στο ελληνικό τραγούδι ένα από τα πολύ σπάνια λαϊκά τερτσέτα, με το Μανώλη Αγγελόπουλο, τη Γιώτα Λύδια και τον Στράτο Ατταλίδη.

Ακόμη είχε σημαδέψει με το τραγούδι «Μαρινέλλα» όχι μόνον τον έρωτά της με τον Στέλιο Καζαντζίδη, αλλά και το όνομα που έδωσε στην Κυριακή Παπαδοπούλου ο Τόλης Χάρμας, του «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» (του Μάνου Χατζιδάκι).

Θέλετε κι άλλο; Ο λαϊκός συνθέτης μεταποίησε θαυμαστά το «Mambo Italiano» του Μπομπ Μέριλ – που ακούστηκε στο σινεμά από τη Σοφία Λόρεν – σε «Μάμπο ζεϊμπεκάνο» (στίχοι: Χρήστος Κολοκοτρώνης), πρώτα για το Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Γιώτα Λύδια κι έπειτα για την Ζωζώ Σαπουντζάκη, με τον θρυλικό μπουζουκίστα Γιάννη Σταματίου «Σπόρο».

Ακούστε την εισαγωγή και θα καταλάβετε πόση μαεστρία έβαλε, ο μαέστρος ουσιαστικά και συνθέτης Θεόδωρος Δερβενιώτης. Πατώντας σε εκείνο που ήταν το μεγάλο και σήμερα, εν πολλοίς, άγνωστο ατού του: Την ευφάνταστη και πολύ προχωρημένη ενορχήστρωσή του. Βασισμένη κυρίως στους δρόμους της βυζαντινής μουσικής, στους οποίους είχε μυηθεί από το συνεταίρο του δεινού οργανοπαίχτη παππού του, στα χρόνια που ήταν απλώς ο γιός ενός αγρότη, στη Ζαγορά Πηλίου.

Εδώ, λοιπόν, έρχεται να προστεθεί ο άγνωστος θησαυρός Δερβενιώτη στην «χρυσή εποχή» του λαϊκού τραγουδιού. Αμέτρητες εισαγωγές τραγουδιών από αυτές που ξέρουμε, πολλές εξαιρετικά «προχώ» που λέμε σήμερα, ανήκαν στον ίδιο το μαέστρο, τον οποίο καλούσαν δισκογραφικές και άλλοι συνθέτες να δώσει άλλη πνοή και τεράστια φόρα (και επιτυχίας / σουξέ) στις τελικές ηχογραφήσεις.

Κι εδώ ανοίγει ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο, το οποίο ξεδιάλυνα με τη βοήθεια του Σπύρου Δερβενιώτη, στην πολύτιμη κουβέντα μας. Κωδικός: «Μαντουμπάλα». Τραγούδι: εμβληματικό. Για αρκετούς λόγους. Για την καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη. Για το απόγειο της χρήσης ινδικών τραγουδιών ή ινδικών μουσικών θεμάτων στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Για την «αναγραφή» ως συνθέτη και στιχουργού του Στέλιου Καζαντζίδη στη δισκογραφία.

Πάνω στην «ινδική» μόδα, λοιπόν, ο Καζαντζίδης φέρνει στον Θεόδωρο Δερβενιώτη – για να απλοποιήσω την ιστορία – μερικούς στίχους για ένα τμήμα ινδικού τραγουδιού που τού είχε κολλήσει να μελοποιηθεί στα ελληνικά. Τραγούδι που ακουγόταν στην ταινία «Ο αλήτης της Βομβάης» (Awaara, 1951).

Πρωταγωνίστρια ήταν ένας θρύλος του ινδικού Μπόλιγουντ, η Mumtaz Jehan Begum, γνωστή ως Μαντουμπάλα (που σημαίνει γλυκό κορίτσι). Η οποία έκανε και μια ταινία με τίτλο το ψευδώνυμό της, ανάμεσα στις 70 που άφησε πίσω της το 1969, με τον τραγικό θάνατό της, όταν ο πατέρας της και «μάνατζέρ» της, που τήν έσπρωξε στο σινεμά από τα 8 της, τήν υποχρέωνε να δουλεύει ακόμη κι όταν πια «έφτυνε αίμα»…

Τους στίχους για την ελληνική «Μαντουμπάλα» με το όνομα της Ινδής σταρ, όπως έχει διαπιστωθεί πλέον, φέρεται ότι είχε αρχίσει να γράφει για τον Καζαντζίδη η μεγάλη Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: «Με μάτια κλαμένα, στους δρόμους γυρνώ…».

Ο Δερβενιώτης έγραψε μια ευφυή «συμφωνική» εισαγωγή και έπλασε στίχους και μουσική σε ένα μνημειώδες, εμβληματικό τραγούδι, το οποίο έβαλε τον Καζαντζίδη στην κορυφή της «ινδικής» μόδας – τότε, με εξέχοντες εκπροσώπους τον Απόστολο Καλδάρα (ξέρετε, «Όσο αξίζεις εσύ» κ.λπ.) ή τον Μπάμπη Μπακάλη. Όμως, στην ηχογράφηση, μουσική και στίχους υπέγραφε ο ίδιος ο Στέλιος Καζαντζίδης!

Ας το εξηγήσουμε. Είναι η εποχή της μεγάλης, τεράστιας δόξας του Καζαντζίδη και στα κέντρα και στη δισκογραφία. Περιζήτητος. Φτάνει λοιπόν ο μέγας ερμηνευτής να ζητήσει μεγαλύτερη αμοιβή από τις δισκογραφικές. Κι εκείνες για να μην δημιουργήσουν προστριβές με τα άλλα «μεγάλα ονόματα» της εποχής, βρήκαν το «κόλπο» να τον παρουσιάσουν ως πλήρη δημιουργό, που αναγκαστικά πληρώνεται περισσότερο. Πιέζοντας, βεβαίως βεβαίως, συνθέτες και στιχουργούς να τού δίνουν τραγούδια τους δίχως να αναφέρονται ως δημιουργοί (είχαν αυτή τη δύναμη οι εταιρείες…).

Η «Μαντουμπάλα» ήταν το απόγειο, για το Στέλιο Καζαντζίδη με αφανή το Θεόδωρο Δερβενιώτη. Αλλά ήταν και το «Είσαι η ζωή μου» και άλλα. Θα μού πείτε, έτσι κι αλλιώς αντιγραφές τραγουδιών ή τμημάτων τραγουδιών από την Ινδία ήταν. Τότε, που όπως το λέει γλαφυρά ο Σπύρος Δερβενιώτης, «έφερναν καραβιές από δίσκους και έδιναν σε συνθέτες να τα μεταπλάθουν». Θα σάς πω, όμως, ότι ακόμη και ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα και η εταιρεία αναγνώρισαν ότι δίχως την ευφάνταστη δουλειά του Δερβενιώτη στην εντυπωσιακή εισαγωγή και την ανάπτυξη του μουσικού θέματος, με μαεστρία… μαέστρου, δεν θα είχε αυτή την επιτυχία που γνώρισε το τραγούδι. Με δυο λόγια: ήταν αναδημιουργός. Δεν κόπιαρε, απλά.

Για όσους απλώς κόπιαραν τραγούδια από την Ινδία βγήκε να μιλήσει για τα «άκοπα σουξέ» ο μέγας Βασίλης Τσιτσάνης. Ανοίγοντας μια κόντρα – διάλογο, όπως μού θυμίζει ο Σπύρος Δερβενιώτης, με τον Απόστολο Καλδάρα, που καταγράφτηκε στις στήλες και τα εξώφυλλα του περιοδικού «Ντομινό». Για την ιστορία, στο διάλογο είχε μπει και ο πρωτόβγαλτος τότε Άκης Πάνου.

Να θυμίσω: παρότι θεωρείται «χρυσή εποχή» για το λαϊκό τραγούδι, ακόμη και σήμερα – και με την προβολή της ταινίας «Υπάρχω» – κάποιοι εξακολουθούν να μιλούν για… κλάψα. Τραγούδια βαριά, λυπημένα, πονεμένα. Εκείνα που έκαναν σούπερσταρ και τον Καζαντζίδη, ακόμη και για τους ξενητεμένους Έλληνες. Κλάψα, λοιπόν. Αν δεν καταλάβει κάποιος το κλίμα και το ζητούμενο της εποχής, παρανοεί οικτρά τα πράγματα.

Ο Σπύρος Δερβενιώτης, που μπήκε στην περιπέτεια να γράψει το βιβλίο για τον συνθέτη – μαέστρο πατέρα του για να μάθει και ο ίδιος και σε μία λογική «για αρχαρίους» που δεν ξέρουν πρόσωπα και πράγματα, μού το εξηγεί. Όχι μόνον με μια εμβληματική φράση του πατέρα του, που τη χρησιμοποιεί στο βιβλίο: Τότε, «γλεντούσαν κλαίγοντας και έκλαιγαν γλεντώντας»!

Οι Έλληνες, μού το κάνει λιανά, είχαν βγει από έναν Πόλεμο κι έναν Εμφύλιο. Μέσα στη φτώχεια και την καταστροφή. Στη βιοπάλη. Και εκείνο που ήθελαν να ακούνε, γλεντώντας, ήταν ο πόνος τους. «Πήγαιναν για να ακούσουν τον πόνο τους!», όπως μού είπε χαρακτηριστικά. Πόνος για τον επιούσιο, πόνος για την – αναγκαστική – ξενιτιά, πόνος για τον χαμό. Δεν φαίνεται να είχαν άλλους δρόμους από αυτό το ζητούμενο οι λαϊκοί συνθέτες. Κι έτσι παρέδιδαν στο κοινό τραγούδια, βαριά, πονεμένα.

Ας κόψουμε, λοιπόν, την κλάψα για την… κλάψα του Καζαντζίδη και της εποχής εκείνης. Ήταν κοινωνικό αίτημα, τότε. Παλλαϊκό αίτημα.

Δεν θα μιλήσω εδώ για ερμηνευτές των τραγουδιών του Θεόδωρου Δερβενιώτη. Άλλωστε ήταν, πέραν των προαναφερθέντων, το… πάνθεον του ελληνικού τραγουδιού, από την Καίτη Γκρέι, την Πόλυ Πάνου, μέχρι το Στράτο Διονυσίου, το Μπάμπη Τσετίνη με τη Λίτσα Διαμάντη και τους νεώτερους, το Μανώλη Μητσιά και το Γιάννη Καλατζή (στα αγαπημένα «Χρυσά κλειδιά») και και και…

Θα γίνει αφόρητο το σεντόνι αν βάλω όλες τις πολύτιμες πληροφορίες που μού έδωσε και δίνει με το βιβλίο του «Πάρε τα χνάρια μου» ο Σπύρος Δερβενιώτης, για τον πατέρα του. Για τις εξορίες στα Κύθηρα και τη Μακρόνησο, για το φευγιό του από το Πήλιο, το εξοχικό του με το μποστάνι απέναντι από τη Μακρόνησο, για τις «ενοχές» που αισθανόταν ο συνθέτης για το δημιουργικό του εύρος, όταν ξεπερνούσε τα όρια προς το ελαφρολαϊκό, και επέστρεφε στο λαϊκό και πονεμένο. Ούτε καν για τις απόψεις του Θεόδωρου Δερβενιώτη, τις οποίες σκόπευε να καταγράψει σε βιβλίο, από το οποίο έμεινε μόνον ο πρόλογος, ότι η πραγματικά ελληνική μουσική (και κυρίως το ρεμπέτικο και λαϊκό) βασίζονται 100% στο βυζαντινό μέλος και κατάγονται από την πανάρχαια ελληνική μουσική – μέλος.

Διατηρώ, από τη διαφωτιστική κουβέντα μας με το Σπύρο Δερβενιώτη, τον κοινό μας θαυμασμό για ένα ευφάνταστα δομημένο τραγούδι του πατέρα του – μαέστρου, σε στίχους Κώστα Βίρβου. Από τα κοντά 700 που ήδη έχουν ανεβεί στο κανάλι YouTube, Θεόδωρος Δερβενιώτης official.

Το ξεχωρίζω, διότι με τον απρόσμενο ρυθμό του, ειδικά στην εισαγωγή (από εκείνες, τις εκατοντάδες, θαυμαστές του Δερβενιώτη), με κρουστά και βιολιά, καταφέρνει να βρίσκει – ευθύβολο – την καρδιά του ακροατή: «Αναμνήσεις» με τον Πέτρο Αναγνωστάκη και τη Ρούλα Καλάκη.

Θα κρατήσω και μια σύνοψη για αυτό το λαϊκό φαινόμενο με το ονοματεπώνυμο Θεόδωρος Δερβενιώτης, όπως το είχε σε λίγα λόγια σκιαγραφήσει ο αξέχαστος φίλος, δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός των θρυλικών «Λαϊκών Βάρδων», Πάνος Γεραμάνης:

«Η παρουσία και η γόνιμη προσφορά του Θόδωρου Δερβενιώτη, επί 55 χρόνια, συνδέεται με γεγονότα, πρόσωπα και πράγματα, που υπήρξαν καθοριστικά για την πορεία, την ανάπτυξη και την πρόοδο του αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού. Προσωπικότητα με κύρος, σοβαρότητα και προπαντώς αξιοπρέπεια, αποτελεί ένα κομμάτι του νεοελληνικού μουσικού πολιτισμού, αφού το μεγάλο έργο του βρίσκει απήχηση στο λαό επί πεντέμισι δεκαετίες. Τα τραγούδια του, πραγματικά μουσικοποιητικά αριστουργήματα αγγίζουν πάντα τις ευαίσθητες ψυχές των απλών ανθρώπων, ακόμη και στη σημερινή εποχή της χυδαίας τηλεοπτικής εικόνας και της παγερής νέας τεχνολογίας…».

Ο Θεόδωρος Δερβενιώτης έφυγε από κοντά μας το 2004. Κρατάω, λοιπόν, στο τέλος τούτο το ατού του λαϊκού δημιουργού, που τού χρωστάμε πολλές εκατοντάδες ακούσματα: Αξιοπρέπεια! Όπως και ο τίτλος τραγουδιού του (σε στίχους Βίρβου) για τον Τόλη Βοσκόπουλο: «Θα φύγω, αξιοπρεπής, όσο πικρά κι αν μού το πεις…».

* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Γιατί οι Ισραηλινοί στρέφονται στην Κύπρο;

Η Κύπρος μπορεί να γίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα «Plan B» απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νέας επιδείνωσης της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.

Το Δίστομο δείχνει το δρόμο σε Κίνα και Ν. Κορέα

Η νομική σύνδεση ανάμεσα σε Δίστομο – Κίνα – Γερμανία – Ιαπωνία – Νότια Κορέα, στο μαύρο φόντο των εγκλημάτων του Αξονα

Τα «Δεν» της Σωτηρίας Μπέλλου

Μπέλλου: «Μ' αρέσουν οι ντόμπρες κουβέντες και οι ντόμπροι άνθρωποι. Σιχαίνομαι όσους προσπαθούν να κολακέψουν. Εγώ ήμουν πάντα η απλή Σωτηρία και δε σηκώνω ψευτιές και υποκρισίες»

Προς τι ο «έρωτας» Τραμπ για τη Λευκορωσία;

Γιατί οι ΗΠΑ δίνουν τόσο μεγάλη σημασία και δείχνουν ... σεβασμό στη Λευκορωσία; Τι θέλει η Ουάσιγκτον από το Μινσκ;

“Don’t send your sons to finish what the politicians starts”

Ο πόλεμος με το Ιράν ανέδειξε και τις αδυναμίες όλων των εμπλεκόμενων και για κάποιους εξ αυτών, ίσως την παρακμή τους