Του Χρήστου Κουτσονάσσιου *

«Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μία πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν.
Και χτυπούσανε όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της απελπισίας, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.
Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε
πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν…»
Οδυσσέας Ελύτης
Άξιον Εστί
Κάθε χρόνο τέτοια ημέρα αναλογίζομαι τι απέγιναν τα νιάτα μας, γιατί μαράθηκαν τα λουλούδια που άνθησαν, είναι στιγμές που η μνήμη σιωπά γιατί ξέρει ότι έγινε κάτι μοναδικό που δεν θα επαναληφθεί. Είναι στιγμές που μόνο ο ποιητής μπορεί να περιγράψει. Είναι στιγμές που λες ότι το μέλλον αργεί, αλλά λες, δεν μπορεί θα έρθει κάποια στιγμή. Είναι στιγμές που σιωπάς μόνο και μόνο γιατί ελπίζεις.
* Ο Χρήστος Κουτσονάσσιος είναι Δικηγόρος
Πηγή: social media



