Η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του Γερμανού Καγκελάριου Όλαφ Σολτς και του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν την Παρασκευή 15 Νοεμβρίου ήρθε να ανατρέψει τα δεδομένα, ανοίγοντας μια πόρτα στη διπλωματία που είχε παραμείνει κλειστή για σχεδόν δύο χρόνια. Η συζήτηση διήρκεσε μία ώρα και επικεντρώθηκε στα κρίσιμα ζητήματα του πολέμου στην Ουκρανία, της ενεργειακής συνεργασίας και της παγκόσμιας ασφάλειας.
Η πρωτοβουλία αυτή εκ μέρους του Σολτς, συνέπεσε χρονικά με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, προκαλώντας διεθνή ερωτήματα σχετικά με το αν αυτή η συγκυρία μπορεί να σηματοδοτήσει αλλαγή στη στρατηγική των Δυτικών δυνάμεων απέναντι στη Μόσχα.
Το αρχικό πλαίσιο για ειρηνευτική συμφωνία (;)
Η Ουκρανία παραμένει το επίκεντρο της αντιπαράθεσης. Ο Σολτς καταδίκασε απερίφραστα την εισβολή της Ρωσίας, καλώντας τον Πούτιν να αποσύρει άμεσα τα στρατεύματά του και να τερματίσει τον πόλεμο. Ο Καγκελάριος υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε διευθέτηση πρέπει να διασφαλίζει τη δίκαιη και διαρκή ειρήνη με σεβασμό στην εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.
Από την πλευρά του, ο Πούτιν επανέλαβε ότι η Ρωσία παραμένει ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις, αλλά τόνισε την ανάγκη αναγνώρισης από την Ουκρανία της «νέας πραγματικότητας», εννοώντας τις εδαφικές περιοχές που ελέγχει η Μόσχα.
Στο ενεργειακό μέτωπο, ο Πούτιν προσέφερε την πιθανότητα επαναφοράς ενεργειακών συνεργασιών, υπαινισσόμενος ότι η Ρωσία είναι πρόθυμη να αποκαταστήσει τις ροές φυσικού αερίου προς τη Γερμανία, εφόσον το Βερολίνο το επιθυμεί. Ωστόσο, η Γερμανία έχει επενδύσει σημαντικά στην ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, γεγονός που καθιστά αμφίβολο το κατά πόσο μια τέτοια πρόταση μπορεί να βρει ανταπόκριση.
Η συνομιλία άγγιξε και ευρύτερα θέματα παγκόσμιας ασφάλειας, με τον Πούτιν να προειδοποιεί για την αυξανόμενη αποσταθεροποίηση που προκαλεί η συνεχιζόμενη στρατιωτική υποστήριξη της Δύσης προς την Ουκρανία. Ο Σολτς από την πλευρά του επεσήμανε ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια απαιτεί σταθερότητα και σεβασμό των διεθνών συνθηκών, προσπαθώντας να τονίσει την ανάγκη αποκλιμάκωσης.
Σφοδρή αντίδραση από το Κίεβο
Η αντίδραση του Κιέβου ήταν άμεση και έντονη. Ο Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε τη συνομιλία επικίνδυνη, υπογραμμίζοντας ότι κινδυνεύει να ανοίξει τον δρόμο για ελιγμούς της Ρωσίας που θα υπονομεύσουν την εθνική κυριαρχία της Ουκρανίας. Ουκρανοί αξιωματούχοι εξέφρασαν την ανησυχία τους ότι μια διπλωματική πρωτοβουλία που δεν περιλαμβάνει το Κίεβο μπορεί να αποδυναμώσει τις διεθνείς κυρώσεις και να επιτρέψει στη Ρωσία να εδραιώσει τα κέρδη της.

Η συγκυρία αυτής της συνομιλίας με την εκλογή του Τραμπ προσθέτει επιπλέον βαρύτητα στην εξέλιξη. Ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο μέσα σε μία ημέρα, χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το πώς θα το επιτύχει.
Οι αναλυτές υποθέτουν ότι μια ενδεχόμενη πρωτοβουλία του Τραμπ θα μπορούσε να περιλαμβάνει παραχωρήσεις προς τη Ρωσία, γεγονός που γεννά ανησυχίες τόσο στο Κίεβο όσο και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το Κρεμλίνο από την πλευρά του φαίνεται να ελπίζει σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση από τον νέο Αμερικανό Πρόεδρο.
Τι μέλλει γενέσθαι;
Οι πιθανότητες για τον τερματισμό του πολέμου παραμένουν ανοιχτές, αλλά το τοπίο παραμένει θολό. Αν η συνομιλία Πούτιν-Σολτς αποτελέσει την απαρχή μιας νέας διπλωματικής πρωτοβουλίας, ενδέχεται να δούμε την ΕΕ να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, εάν η Ρωσία ερμηνεύσει τη συνομιλία ως ένδειξη αδυναμίας, η σύγκρουση μπορεί να ενταθεί περαιτέρω, αν και αυτό φαντάζει δύσκολο για τη Μόσχα μιας και επιθυμεί κι αυτή για οικονομικούς, κοινωνικούς, και γεωπολιτικούς λόγους να λήξει ο πόλεμος με την Ουκρανία.
Εξ άλλου κατέχοντας το 20% της ουκρανικής επικρατείας η Ρωσία δεν χρειάζεται να προχωρήσει περισσότερο, εκτός του αν η Ουκρανία και κατ’ επέκταση η Δύση προχωρήσει σε νέα και σε βάθος πλήγματα εντός της ρωσικής επικράτειας και εκ των πραγμάτων η Μόσχα θα πρέπει να εξαπολύσει το αναγκαίο ισοδύναμο τετελεσμένο, κατά μήκος του θεάτρου των επιχειρήσεων, όπου η οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις οπισθοχωρούν μέρα με τη μέρα.
Για το αν χάθηκε μια ευκαιρία για την ειρήνη ή ήταν ένα παιχνίδι στρατηγικής για την εξεύρεση χρόνου αναδιοργάνωσης των ενόπλων δυνάμεων και από τις δύο πλευρές, ο χρόνος, όπως πάντα, θα είναι ο τελικός κριτής.
Ζ.Χ.



