Ασαντ τέλος! Ραγδαίες είναι οι εξελίξεις στη Συρία με την ταχύτατη προώθηση των φιλοτουρκικών αντικυβερνητικών δυνάμεων και την κατάληψη της πρωτεύουσας, Δαμασκού. Η Συρία κινδυνεύει να μετατραπεί σε τουρκική επαρχία. Μούγκα ΗΠΑ, ΕΕ, όπως και η Αθήνα, για τους τζιχαντιστές. «Ικανοποιημένοι» όμως για την πτώση Ασαντ. Ερωτήματα υπάρχουν και για τη στάση της Μόσχας, η οποία έχει δύο στρατιωτικές -τις μοναδικές στη Μ. Ανατολή- βάσεις, αλλά και του Ιράν.
Μέσα σε μιάμιση εβδομάδα το καθεστώς Ασσαντ, υπό τον έλεγχο του οποίου τα τελευταία χρόνια βρισκόταν το μεγαλύτερο μέρος της Συρία, κατέρρευσε παταγωδώς, εκπλήσσοντας τους περισσότερους αναλυτές διεθνώς. Οι δυνάμεις της φιλοτουρκικής «συριακής αντιπολίτευσης» και οι διάδοχες οργανώσεις του «Ισλαμικού Κράτους» (τζιχαντιστές) καταλάμβαναν τη μια σημαντική πόλη κατόπιν της άλλης, και πλέον πήραν τη Δαμασκό. Οι δυνάμεις του Ασσαντ, υπό πλήρη διάλυση, οπισθοχωρούσαν ατάκτως, πρακτικά δίχως να ρίξουν ντουφεκιά, και εγκαταλείποντας τον βαρύ οπλισμό τους στα χέρια των επιτιθέμενων. Αρχικά, καταλήφθηκε η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Συρίας, Χαλέπι, μετά πόλεις – κλειδιά όπως η Χάμμα και η Χόμς, ενώ είχε πέσει και ο νότος, στα σύνορα με την εξαιρετικά ασταθή χώρα της περιοχής, τον Λίβανο.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Abbas Araghchi ανέφερε για όσα συνέβησαν: «Είχαμε πληροφορίες ότι η Tahrir al-Sham (σ.σ. διάδοχη οργάνωση των τζιχαντιστών) σχεδίαζε να επιτεθεί στο Χαλέπι από το Ιντλίμπ. Όλες οι πληροφορίες μεταφέρθηκαν στη συριακή κυβέρνηση. Αυτό που μας εξέπληξε ήταν η αδυναμία των συριακών δυνάμεων να αντισταθούν, η ανύπαρκτη αντίδραση του στρατού και η απροσδόκητη ταχύτητα των γεγονότων. Ο ίδιος ο Μπασάρ αλ Άσαντ εξεπλάγη από τον στρατό του. Ήμασταν σε επαφή με τους αντάρτες. Συμφώνησαν στο αίτημά μας να μην βλάψουν τους Ιρανούς διπλωμάτες και τα ιερά των Σιιτών».
Από τη μεριά του, το Ισραήλ έσπευσε να ενισχύσει τις στρατιωτικές δυνάμεις του στα υψίπεδα του Γκολάν, τα οποία έχει προσαρτήσει. Επίσης στα υψίπεδα κατέλαβε «νέες θέσεις» στην ουδέτερη ζώνη, ενώ προωθήθηκε και σε συριακές περιοχές του στρατηγικής σημασίας όρους Hermon, δίχως οι νέα «διοίκηση» της Δαμασκού να αρθρώσει έστω και μια λέξη διαμαρτυρίας. Πραγματοποίησε επίσης μαζικές αεροπορικές επιδρομές και βομβαρδισμούς στη Δαμασκό και αλλού, καταστρέφοντας όλες τις καίριες στρατιωτικές υποδομές της Συρίας, ενώ στρατεύματά του έχουν εισβάλλει εντός της χώρας.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Λόϊντ Οστιν, αφού έσπευσε να επικοινωνήσει με τον Τούρκο ομόλογό του, δήλωσε: «Συμφώνησα με τον Τούρκο ομόλογό μου να συνεργαστούμε, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι η κατάσταση στη Συρία δεν απειλεί τις προσπάθειες να νικηθεί ο ISIS (σ.σ. τζιχαντιστές – Ισλαμικό Κράτος)». Μα καλά, δεν είχαν νικηθεί οι τζιχαντιστές χρόνια τώρα; Η Ουάσιγκτον τους ανακαλύπτει και πάλι; Φαίνεται δεν είχε … ψάξει καλά στις περιοχές της Συρίας που κατείχε η Τουρκία. Ετσι τώρα, η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να κάνει την Αγκυρα συνομιλητή της για το Συριακό. Υπέροχα τα πάει η Δύση στις μεσανατολικές υποθέσεις (!).
Κατά των Κούρδων
Στο μεταξύ, στις ανατολικές περιοχές της Συρίας, όπου υπάρχουν και αμερικανικές δυνάμεις, το κουρδικό κίνημα δέχεται τις επιθέσεις των τζιχαντιστών. Να σημειωθεί πως βασικός στόχος της Τουρκίας είναι η «εξάλειψη» του κουρδικού κινήματος στη χώρα ή τουλάχιστον να το αναγκάσουν σε υποταγή.
Είναι ενδεικτικό, εξάλλου, σύμφωνα με το syria.liveuamap.com (ζωντανή παρουσίαση εξελίξεων στη Συρία) ότι την «συριακή αντιπολίτευση» – τζιχαντιστές συνδράμουν αεροπορικά (και με drones) και με πυροβολικό, επισήμως, οι τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις, κτυπώντας τους Κούρδους στην περιοχή του Μανμπίτζ (χωριά Avn Dedet, Tokhar και Derch στα βόρεια του Manbij) και σε άλλα σημεία.
Κατάρρευση
Μετά από 14 χρόνια εμφυλίου πολέμου, ο οποίος πάντως είχε καταλαγιάσει τα τελευταία χρόνια, το καθεστώς Ασαντ έπεσε. Από τις έως τώρα πληροφορίες, διέφυγε στο εξωτερικό, ούτως ώστε να μην έχει την τύχη του Καντάφι (ανακοινώθηκε ότι η Ρωσία του έδωσε άσυλο).
Ο Ασαντ ανατράπηκε, ενώ προηγουμένως είχαν σπάσει οι συνομιλίες Δαμασκού – Αγκυρας, η οποία, αφενός δεν ήθελε να επιστρέψει τα συριακά εδάφη, τα οποία κατέχουν τα στρατεύματά της (βορειοδυτική Συρία, επαρχία Ιντλίμπ), αφετέρου ζητούσε να συγκυβέρνηση της Δαμασκού με τους αντικαθεστωτικούς. Κάτι, ωστόσο, που μετά από τόσους ποταμούς αίματος που έχουν χυθεί στον εμφύλιο, ήταν άκρως αμφίβολο.

Η εικόνα όταν ξεκίνησε η προώθηση «συριακής αντιπολίτευσης» – τζιχαντιστών
Το Neostrategy.gr εγκαίρως είχε επισημάνει ότι κάτι «μαγειρεύεται» στη Συρία, αναδεικνύοντας το σπάσιμο του «διαλόγου» Δαμασκού – Αγκυρας, καθώς και τις αιχμές του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέϊ Λαβρόφ, σε βάρος της Τουρκίας, ότι δεν ήθελε να αποχωρήσει από τα εδάφη που έχει εισβάλλει ο τουρκικός στρατός, με το πρόσχημα της προστασίας των Σύρων προσφύγων. Από την επαρχία Ιντλίμπ, εξάλλου, ήταν που εφόρμησαν η ονομαζόμενη «συριακή αντιπολίτευση» και οι τζιχαντιστές, αρχικά για Χαλέπι και κατόπιν για τη Δαμασκό.
Ο Ερντογάν «ευλογεί» τη «συριακή αντιπολίτευση»
Τις προηγούμενες ημέρες, μάλιστα, ο Ταγίπ Ερντογάν «ευλόγισε» τα όπλα της «συριακής αντιπολίτευσης», λέγοντας που ελπίζει να φτάσουν στη Χόμς και στη Δαμασκό. «Είχαμε πει στον Ασαντ να καθορίσουμε μαζί το μέλλον της Συρίας. Δεν πήραμε θετική απάντηση», είπε. Κατά τα λοιπά, η Αγκυρα προσποιείται ότι δεν ξέρει τίποτα για τον … φόνο και ότι δεν βρίσκεται πίσω από την επίθεση της «συριακής αντιπολίτευσης».
Σύμφωνα με το Foreignpolicy, το ειδησεογραφικό πρακτορείο, Reuters, επικαλούμενο πηγές της «συριακής αντιπολίτευσης» που έχουν σχέσεις με τις τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών, ήταν η Τουρκία που φέρεται να έδωσε το πράσινο φως στις δυνάμεις των ανταρτών να επιτεθούν στο Χαλέπι.

Η εικόνα μετά την ανατροπή Ασαντ
Η επιμονή του Ασαντ να καταγγέλλει την Τουρκία, συνεχίζει το Foreignpolicy, προκάλεσε μια σειρά οργισμένων δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων, περιλαμβανομένου του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, ο οποίος είπε στην αρχή του Νοεμβρίου ότι «ο Ασαντ και οι εταίροι του δεν φαίνονται έτοιμοι να λύσουν ορισμένα προβλήματα» και πρόσθεσε λίγο μετά -πριν από την επίθεση της «αντιπολίτευσης»- ότι «ο Μπασάρ αλ Ασαντ δεν θέλει ειρήνη στη Συρία».
«Παράθυρο ευκαιρίας» για την Τουρκία
Οπως επισημαίνει ο ιστότοπος, οι πρόσφατες εκλογές στις ΗΠΑ και η διαδικασία αποχώρησης του Αμερικανού προέδρου, Τζο Μπάιντεν (20 Ιανουαρίου ορκίζεται ο Τράμπ), έδωσε στην Τουρκία ένα παράθυρο ευκαιρίας, προκειμένου να δημιουργήσει νέα δεδομένα επί του πεδίου που θα ενισχύσουν τη θέση της σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Συρίας.
Στην διαπίστωση του Foreignpolicy πρέπει να προστεθεί και η εξαιρετικά δύσκολη θέση που βρίσκεται το Ιράν, λόγω Μεσανατολικού και αντιπαράθεσης με το Ισραήλ, η εξίσου άσχημη θέση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η οποία είχε στηρίξει τον Ασαντ μαζί με δυνάμεις της Δαμασκού, του Ιράν και της Ρωσίας, όπως επίσης και το γεγονός ότι η Ρωσία είναι «εγκλωβισμένη» στο ουκρανικό μέτωπο.
Στην πραγματικότητα, αυτή τη φορά πρόκειται για την τρίτη εισβολή της Τουρκίας επί του συριακού εδάφους. Οι δύο πρώτες στην επαρχία Ιντλίμπ, με πρόσχημα δήθεν την επιστροφή των Σύρων προσφύγων (επί της ουσίας, δημιουργία ορμητήριου της φιλοτουρκικής «αντιπολίτευσης), και κατόπιν στη βόρεια κεντρική Συρία, κατά των Κούρδων. Η τρίτη γίνεται διά αντιπροσώπων, ενώ οι δύο πρώτες με αιχμή τις τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις. Να σημειωθεί πως και τώρα, από τους βασικούς στόχους της Τουρκίας και της φιλοτουρκικής «αντιπολίτευσης» εξακολουθούν να είναι οι Κούρδοι, οι οποίοι εξάλλου έχουν σηκώσει μεγάλο βάρος στον πόλεμο κατά των τζιχαντιστών.
Ο κίνδυνος να μετατραπεί η Συρία σε τουρκική επαρχία είναι εμφανέστατος. Αλλωστε, είναι γνωστά τα τουρκικά -και τώρα, νεοοθωμανικά- «όνειρά» της για τη Συρία. Και, όπως έχει φανεί με την εισβολή και κατοχή της μισής Κύπρου, ό,τι καταλαμβάνει η Τουρκία, δεν το επιστρέφει με «διάλογο».
Σοβαρά ερωτηματικά για τη Μόσχα
Η Συρία «καίει», εκτός των άλλων διεθνών και περιφερειακών δυνάμεων, τη Μόσχα, η οποία, αν και υποτίθεται ότι έχει στενές σχέσεις με την Αγκυρα, στο Συριακό έχουν διϊστάμενα συμφέροντα.
Να σημειωθεί ότι η Ρωσία διαθέτει δύο σημαντικές βάσεις (αεροπορική στη Λαττάκια και ναυτική στην Ταρτούς) στη Συρία. Βεβαίως, τα δυόμισι τελευταία χρόνια αρκετές ρωσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από τη Συρία, λόγω Ουκρανίας. Ωστόσο, ειδικά τα ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη και τα ελικόπτερα που παρέμεναν στη Συρία, εξακολούθησαν να πλήττουν συστηματικά τις δυνάμεις της «συριακής αντιπολίτευσης» – τζιχαντιστών.
Αυτή τη φορά, όμως, φέρονται να καθυστέρησαν τους βομβαρδισμούς τους, προκειμένου να ανακόψουν -ή να καθυστερήσουν- την επέλαση της «αντιπολίτευσης». Βέβαια, η Μόσχα ισχυρίζεται ότι, εφόσον οι δυνάμεις του Ασαντ υποχωρούν, τα μαχητικά της δεν μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω.

Η ρωσική αεροπορική βάση κοντά στη Λαττάκια
Σύμφωνα πάντως με το Foreignpolicy, για πολλούς, η αποτυχία της Μόσχας να αντιδράσει γρήγορα τις πρώτες τρεις ημέρες της επίθεσης φαίνεται ανεξήγητη. Πόσο μάλλον, όταν συνεχείς ήταν οι επιχειρήσεις της ρωσικής αεροπορικής δύναμης τον περασμένο χρόνο ενάντια σε μια εξέγερση χαμηλής απειλής εκ μέρους του Ισλαμικού Κράτους στην κεντρική περιοχή της ερήμου της Συρίας, μια πολύ λιγότερο στρατηγική περιοχή, που βρίσκεται μακριά από τη μεγάλη αεροπορική βάση της Ρωσίας, Hmeimim, κοντά στην Λαττάκια, στις ακτές της Συρίας.
Προσθέτει, δε, πως το γεγονός ότι η Ρωσία δεν κινήθηκε αμέσως για να εμποδίσει την προέλαση της επίθεσης, έκανε πολλούς να αναρωτηθούν ως προς τους στόχους της Μόσχας, και εάν το Κρεμλίνο σκόπιμα δεν επενέβη, προκειμένου να πιέσει τον Άαντ κυρίως για να προσεγγίσει την Τουρκία, τον προστάτη του «κινήματος των ανταρτών» της Συρίας.
Ακρως ενδιαφέρον, τέλος, είναι ότι, εν μέσω επίθεσης των αντικυβερνητικών δυνάμεων, κάποια Μέσα Ενημέρωσης στη Μ. Ανατολή και αλλού ανέφεραν ότι ο Άσαντ ταξίδεψε στη Μόσχα για να συζητήσει την επανέναρξη των συνομιλιών … συμφιλίωσης με την Τουρκία. Όταν ρωτήθηκε γι’αυτό ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, στις 29 Νοεμβρίου, ούτε επιβεβαίωσε ούτε το διέψευσε, λέγοντας: «Δεν έχω τίποτα να πω για αυτό το θέμα».
Ρωσία – Ιράν
Οπως και να’ χει, είτε λόγω αδυναμίας της Μόσχας, εξαιτίας του ότι έχει ρίξει το βάρος της στο Ουκρανικό, είτε για άλλους λόγους που προκαλούν εύλογα ερωτηματικά, υπάρχει έντονος προβληματισμός ως προς το εάν θα καταφέρει η Ρωσία να διατηρήσει τις στρατιωτικές βάσεις της στη διαμελισμένη χώρα. Οι αντικαθεστωτικοί, πάντως, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, φέρονται να διαβεβαίωσαν τη Μόσχα, η οποία λέγεται ότι διατηρεί διαύλους επικοινωνίας μαζί τους, ότι δεν θα «πειράξουν» τις ρωσικές βάσεις.
Να σημειωθεί πως η Συρία, από εποχής ΕΣΣΔ και Ψυχρού Πολέμου ήταν η μόνη σταθερή βάση της στη Μέση Ανατολή. Εάν απωλέσει τις βάσεις της, χάνει την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάτι που θα αποτελέσει ιστορικής σημασίας οπισθοχώρηση.
Ως γνωστόν, στην ευρύτερη περιοχή (Κρήτη, Κύπρος, Α. Μεσόγειος) είχαν και συνεχίζουν να έχουν αναπτυχθεί μεγάλες αμερικανικές – ΝΑΤΟϊκές ναυτικές δυνάμεις ως αιχμή του δόρατος κατά της Ρωσίας.

Ρωσική ναυτική βάση στο λιμάνι της Ταρτούς
Ιστορικής σημασίας οπισθοχώρηση, αποτελούν οι εξελίξεις και για το Ιράν, το οποίο, μέσω της Συρίας είχε καταφέρει να αποκτήσει έξοδο στη Μεσόγειο. Επιπλέον, η Συρία χρησιμοποιείτο ως «διάδρομος» στρατιωτικής ενίσχυσης της Χεζμπολάχ, στο Λίβανο. Εξίσου ενδιαφέρουσες θα είναι οι συνέπειες και για την Κίνα, η οποία είχε εισέλθει δυναμικά (οικονομικά) στη Συρία, ενώ υπήρχαν σχεδιασμοί για εμπορικούς δρόμους προς όφελός της.
Αυτή η εποχή πλέον φαίνεται ότι τελειώνει. Εκτός και αν, με τη διαμεσολάβηση της Αγκυρας, υπάρξει επανεξέταση των παλιών συμφωνιών Ασαντ με Ρωσία, Κίνα και Ιράν. Κάτι δύσκολο, δεδομένου ότι χάρις στις ρωσικές και τις ιρανικές δυνάμεις που βοήθησαν τον Ασαντ, είχαν νικηθεί τα προηγούμενα χρόνια η «συριακή αντιπολίτευση» και οι τζιχαντιστές, που όμως ανασυντάχθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις εκπαιδευόμενοι από τις τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις και τις μυστικές υπηρεσίες.
Τώρα, μένει να φανεί τι θα συμβεί με το κουρδικό κίνημα, το οποίο, μαζί με τις ΗΠΑ, ελέγχει τις ανατολικές περιοχές της χώρας. Κάτι που εξαρτάται και από τη στάση που θα κρατήσει η νέος πρόεδρος των ΗΠΑ. Στην πρώτη του θητεία, πάντως, ο Τράμπ είχε αδειάσει τους Κούρδους υπέρ του Ερντογάν. Πρόσφατα, ο τουρκικός Τύπος πανηγύριζε, ισχυριζόμενος ότι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν στρατιωτικά από το Ιράκ και τη Συρία.
Επαναχάραξη συνόρων;
Γενικότερα, οι κατακλυσμιαίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στη Γάζα και την αντιπαράθεση Ισραήλ – Ιράν – Χεζμπολάχ, σε συνδυασμό με τα τελευταία δραματικά γεγονότα στη Συρία, τα οποία, ως όλα δείχνουν, θα συνεχιστούν, δημιουργούν νέα δεδομένα συνολικότερα για την περιοχή. Ως γνωστόν, πολλοί έχουν μιλήσει για επαναχάραξη των συνόρων στη Μ. Ανατολή. Κάτι, άλλωστε, που ήδη συντελείται από το 2003, με την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και τη διάλυση της χώρας, και κατόπιν με τον εμφύλιο στη Συρία.
Ενα περιβάλλον, εξάλλου, που δημιουργούσε εύλογα το ερωτηματικό ως προς την ανάγκη δημιουργίας αρχικά ενός -μίνι μορφώματος- ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Κάτι που με κάθε τρόπο επιδιώκει η Τουρκία να μην γίνει και, ως εκ τούτου, οι εξελίξεις που έπονται εντός της Συρίας, στις κουρδικές περιοχές, και στο ιρακινό Κουρδιστάν, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Δια των αντιπροσώπων της, πάντως, και εφόσον αυτοί («συριακή αντιπολίτευση» και τζιχαντιστές) δεν αλλάξουν πάτρωνες στην πορεία, η Τουρκία, μέσω Συρίας, θα καταφέρει να προωθηθεί στα σύνορα του άκρως εύθραυστου κρατιδίου του Λιβάνου και του Ισραήλ. Πρόκειται για μια σοβαρότατη κίνηση υψηλού ρίσκου για την Αγκυρα, η οποία έτσι κι’ αλλιώς έχει ανοιχτεί σε υπερβολικά πολλά μέτωπα, που φέρνει πιο κοντά την ανοικτή ρήξη με το Ισραήλ.



