Η κατάρρευση του σχεδίου για την ανάπτυξη ενός κοινού ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς, γνωστού ως Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικής Μάχης (FCAS), αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα για τις προσπάθειες οικοδόμησης κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Ομως η σημασία της εξέλιξης ξεπερνά κατά πολύ ένα αποτυχημένο εξοπλιστικό πρόγραμμα αξίας 100 δισεκατομμυρίων ευρώ.
O Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν και ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα δεν είναι πλέον σε θέση να καταλήξουν σε συμφωνία. Οι πολύχρονες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη γαλλική Dassault και την Airbus για τον έλεγχο του προγράμματος, τη διαχείριση της τεχνολογίας και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, προκαλώντας ουσιαστικά την κατάρρευση ενός από τα πλέον φιλόδοξα εγχειρήματα της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας.
Για σχεδόν μια δεκαετία, το FCAS παρουσιαζόταν ως η ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Το πρόγραμμα που θα αποδείκνυε ότι η Ευρώπη μπορεί να σχεδιάζει, να αναπτύσσει και να κατασκευάζει μόνη της τα πλέον προηγμένα οπλικά συστήματα χωρίς να μένει εξαρτημένη από τις ΗΠΑ. Αντί γι’ αυτό, κατέληξε να γίνει ένα ακόμη παράδειγμα των δυσκολιών που συναντά η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία όταν οι πολιτικές διακηρύξεις συγκρούονται με τα εθνικά και βιομηχανικά συμφέροντα. Τελικά, το FCAS δεν ηττήθηκε από κάποιον εξωτερικό εχθρό αλλά από τις ίδιες τις ευρωπαϊκές αντιθέσεις.
Οι βιομηχανίες πρώτα, η Ευρώπη μετά
Οι διαφωνίες ανάμεσα στη γαλλική Dassault και την Airbus για τον έλεγχο του προγράμματος, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τον καταμερισμό της τεχνογνωσίας αποδείχθηκαν ισχυρότερες από τη βούληση δύο κυβερνήσεων που επί χρόνια παρουσίαζαν το σχέδιο ως στρατηγική προτεραιότητα.
Η Γαλλία επέμενε να διατηρήσει τον έλεγχο κρίσιμων τεχνολογιών. Η γερμανική πλευρά απαιτούσε μεγαλύτερη συμμετοχή και ευρύτερη μεταφορά τεχνογνωσίας. Παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις των κυβερνήσεων Μακρόν και Μερτς, το χάσμα δεν γεφυρώθηκε ποτέ.
Το πρόβλημα όμως δεν αφορά μόνο τις εταιρείες. Αφορά τις διαφορετικές αντιλήψεις που εξακολουθούν να έχουν τα ευρωπαϊκά κράτη για το τι ακριβώς σημαίνει ευρωπαική άμυνα και ποιες ανάγκες καλείται να εξυπηρετήσει. Η Γαλλία αντιμετωπίζει το μελλοντικό μαχητικό ως μέρος της πυρηνικής αποτροπής της και ως διάδοχο των αεροσκαφών που επιχειρούν από το αεροπλανοφόρο Σαρλ ντε Γκωλ. Η Γερμανία δεν έχει αντίστοιχες επιχειρησιακές ανάγκες. Οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στη «ρωσική απειλή». Οι μεσογειακές χώρες αντιμετωπίζουν διαφορετικές προκλήσεις ασφαλείας. Πίσω από τη ρητορική περί κοινής άμυνας εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές γεωγραφίες, διαφορετικές στρατηγικές κουλτούρες και διαφορετικές προτεραιότητες.

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια σχεδόν σε κάθε μεγάλη προσπάθεια ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Το πρόγραμμα Κύριου Χερσαίου Συστήματος Μάχης (MGCS), το σχέδιο για την ανάπτυξη ενός νέου ευρωπαϊκού άρματος μάχης που θα διαδεχθεί τα γερμανικά Leopard και τα γαλλικά Leclerc, παραμένει βαλτωμένο εξαιτίας αντιπαραθέσεων για τον καταμερισμό εργασιών, τον έλεγχο της τεχνολογίας και τα βιομηχανικά οφέλη.
Οπως και στην περίπτωση του FCAS, οι κυβερνήσεις μιλούν για συνεργασία, αλλά οι εθνικές αμυντικές βιομηχανίες συγκρούονται για το ποιος θα ηγείται και ποιος θα καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος των συμβολαίων.
Το πρόβλημα της κοινής στρατηγικής
Οι ίδιες αντιθέσεις εμφανίζονται και στη συζήτηση για το πρόγραμμα SAFE και το νέο ευρωπαϊκό ταμείο επανεξοπλισμού. Η Γαλλία και αρκετές ακόμη χώρες υποστηρίζουν ότι τα δισεκατομμύρια ευρώ που θα δαπανηθούν τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να ενισχύσουν πρωτίστως την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Με απλά λόγια, τα ευρωπαϊκά χρήματα θα πρέπει να αγοράζουν ευρωπαϊκά όπλα.
Ωστόσο, η Γερμανία, η Πολωνία και αρκετά κράτη της ανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν το ζήτημα διαφορετικά. Για τις χώρες αυτές, η ταχεία ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων τους έχει μεγαλύτερη σημασία από την ανάπτυξη μιας μακροπρόθεσμης ευρωπαϊκής βιομηχανικής στρατηγικής. Γι’ αυτό και συνεχίζουν να προμηθεύονται μεγάλες ποσότητες αμερικανικού και νοτιοκορεατικού εξοπλισμού, από τα F-35 και τα Abrams μέχρι τα άρματα K2 και άλλα οπλικά συστήματα.
Η διαφωνία δεν αφορά μόνο την προέλευση των όπλων. Αφορά το ίδιο το νόημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Για το Παρίσι, η κοινή άμυνα προϋποθέτει τη δημιουργία μιας ισχυρής ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης που θα μειώσει την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές. Για πολλές χώρες της ανατολικής Ευρώπης, προτεραιότητα παραμένει η άμεση αποτροπή απέναντι στη Ρωσία, ανεξάρτητα από το πού κατασκευάζονται τα όπλα που αγοράζουν. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη προσπαθεί να οικοδομήσει κοινή αμυντική πολιτική χωρίς να έχει ακόμη συμφωνήσει τι ακριβώς συνιστά «κοινή άμυνα».

Το πρόβλημα δεν είναι τα χρήματα
Είναι μια αντίφαση που γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητά περισσότερο από ποτέ για επανεξοπλισμό, αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες και δημιουργεί νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Η διαβόητη απειλή «εξ ανατολάς», η γενικότερη αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική στάση των ΗΠΑ και η επιστροφή του πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο έχουν δημιουργήσει μια αίσθηση επείγοντος που απουσίαζε για δεκαετίες.
Ομως η οικοδόμηση μιας πραγματικά κοινής αμυντικής πολιτικής προϋποθέτει κάτι πολύ δυσκολότερο από την εξεύρεση χρημάτων. Προϋποθέτει συμφωνία για το ποιος θα σχεδιάζει τα όπλα, ποιος θα τα κατασκευάζει, ποιος θα επωφελείται οικονομικά από αυτά και τελικά ποια στρατηγικά συμφέροντα θα υπηρετούν.
Γι’ αυτό και το ναυάγιο του FCAS δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως αποτυχία ενός εξοπλιστικού προγράμματος. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ευρωπαϊκή άμυνα παραμένει πρωτίστως άθροισμα εθνικών συμφερόντων. Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι πλέον η έλλειψη πόρων αλλά η απουσία κοινής στρατηγικής αντίληψης. Και όσο αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει, η πολυσυζητημένη στρατηγική αυτονομία θα παραμένει απλώς ένα ακόμα σύνθημα.



