Η σύζυγος του πρωθυπουργού, Μαρέβα Μητσοτάκη, φαίνεται να έχει εμπλακεί στις μυστικές – ιδιωτικές διαπραγματεύσεις που συνεχίζει εδώ και τέσσερα χρόνια ο πρωθυπουργός με τον πρόεδρο του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, χωρίς, μάλιστα, να έχει ανακοινωθεί η εμπλοκή της και ο ρόλος της στην επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Η μη ανακοίνωση της εμπλοκής της Μαρέβας Μητσοτάκη στις διαπραγματεύσεις είναι απόλυτα κατανοητή καθώς στη χώρα μας οι πρώτες κυρίες και οι πρώτοι κύριοι – είτε στο Μαξίμου, είτε στο Προεδρικό – δεν έχουν κανένα θεσμικό ρόλο, άρα δεν μπορούν να συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις ακόμα και υπό άκρα μυστικότητα. Μόνο που ο κανόνας για να ισχύει, στη χώρα μας τουλάχιστον, πρέπει να έχει και τις απαραίτητες εξαιρέσεις.
Η Μαρέβα Μητσοτάκη φαίνεται ότι ανέλαβε ατύπως κεντρικό ρόλο τους τελευταίους μήνες στις μυστικές διαπραγματεύσεις. Μάλιστα, σύμφωνα με «ΤΑ ΝΕΑ» , «η σύζυγος του Πρωθυπουργού έχει συναντηθεί με τον διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου δύο φορές στο Λονδίνο για να συζητήσει μαζί του το ζήτημα». Χωρίς, βέβαια, να έχει ενημερωθεί κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης, πιθανόν ούτε η ίδια η ΝΔ και βέβαια οι πολίτες.
Η Μαρέβα Μητσοτάκη έκανε την πρώτη δημόσια εμφάνισή της για τα Γλυπτά του Παρθενώνα υπό τη σκέψη του οργανισμού Parthenon Project την περασμένη Τετάρτη (11/6) στο Λονδίνο.
«Έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στις συζητήσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του Τζορτζ Όσμπορν. Είμαι αισιόδοξη», δήλωσε η Μαρέβα Μητσοτάκη στην εκδήλωση του Parthenon Project ενώ ισχυρίστηκε ότι είναι «μια θαυμάσια ευκαιρία που υπάρχει μέσω μιας win-win λύσης: εάν γίνει πράξη η επανένωση των Γλυπτών, τεχνουργήματα που ποτέ δεν έχουν φύγει από την Ελλάδα θα εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο».
Από την τοποθέτηση (και) της Μαρέβας Μητσοτάκη στην εκδήλωση στο Λονδίνο, οι Έλληνες πολίτες πληροφορήθηκαν ότι η κυβέρνηση δεν κάνει μυστικές διαπραγματεύσεις για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα που έκλεψε ο λόρδος Έλγιν αλλά για την «επανένωσή» τους.
Η Μαρέβα Μητσοτάκη εμφανίστηκε σε γραμμή Μητσοτάκης καθώς ο πρωθυπουργός έχει ξεγράψει την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα όπως το ξεκαθάρισε σε συνέντευξή του στις 24 Σεπτεμβρίου 2024 στο CNN και τη δημοσιογράφο Κριστιάν Αμανπούρ: «μιλάμε για επανένωση, όχι για επιστροφή», ήταν η απάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού.
Το «The Parthenon Project» και ο μεγιστάνας Λέφας
Το μέγα ερώτημα είναι ποια είναι ακριβώς η λύση win-win που προωθεί για τα Γλυπτά του Παρθενώνα το ζεύγος Μητσοτάκη και ο οργανισμός «The Parthenon Project».
Ο οργανισμός έχει συσταθεί από τον μεγιστάνα Τζον Λέφα και στο διοικητικό συμβούλιο συμμετέχουν 8 πρόσωπα εκ των οποίων δύο μόνο είναι Έλληνες και οι άλλοι έξι είναι Βρετανοί, λόρδοι, μια βαρόνη μια δημοσιογράφος και ένας ηθοποιός.
Οι δύο Έλληνες που συμμετέχουν στο συμβούλιο του «The Parthenon Project» είναι οι καθηγητές Στάθης Καλύβας και Νίκος Αλιβιζάτος.
Η εμπλοκή του Τζον Λέφα με το θέμα των Γλυπτών του Παρθενώνα άρχισε το 2009 και η γραμμή που έχει δώσει και προωθεί είναι αυτή της «επανένωσης» και όχι της «επιστροφής».
Οι ισχυρισμοί περί win-win λύσης
Σύμφωνα με το σχέδιο που έχει επεξεργαστεί ο οργανισμός «The Parthenon Project» και έχει ασπαστεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη στις μυστικές και ιδιωτικές διαπραγματεύσεις που συμμετέχει, είναι η παραίτηση από την πάγια εθνική θέση της χώρας που δεν είναι άλλη από το ότι ο λόρδος Έλγιν έκλεψε τα Γλυπτά του Παρθενώνα τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους και πρέπει να επιστρέψουν στον τόπο τους. Η, δήθεν, win-win λύση έχει δομηθεί πάνω σε τέσσερις πυλώνες και συγκεκριμένα:
1] Το Βρετανικό Μουσείο είναι ένα «μουσείο του κόσμου» και οι αρχαίοι ελληνικοί θησαυροί παίζουν σημαντικό ρόλο εκεί. Η πολιτιστική μας συνεργασία θα δει ελληνικά αριστουργήματα να αποστέλλονται στο Βρετανικό Μουσείο για την πραγματοποίηση εκθέσεων παγκόσμιας κλάσης. Οι εκθέσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αντικείμενα που δεν έχουν ξαναδεί εκτός Ελλάδας, όπως η 3.600 ετών Μάσκα του Αγαμέμνονα, το «Παιδί του Κριτίου» και άλλα αντικείμενα από το Μουσείο της Ακρόπολης που χρονολογούνται από την περίοδο πριν την κατασκευή του Παρθενώνα.
2] Η συμφωνία μας θα περιλαμβάνει την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, που σήμερα στεγάζονται στο Βρετανικό Μουσείο, πίσω στην Αθήνα – το μέρος όπου γεννήθηκαν. Θα εκτίθενται στο Μουσείο της Ακρόπολης ως ένα πλήρες καλλιτεχνικό έργο συνεπές με το όραμα των δημιουργών του.

3] Θα δημιουργηθεί ένα μη κερδοσκοπικό Ίδρυμα μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ελλάδας για τη χρηματοδότηση ενός μακροπρόθεσμου προγράμματος υποτροφιών και ευρύτερων εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων προς όφελος των νέων στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ελλάδα.
4] Η προτεινόμενη συμφωνία πολιτιστικής εταιρικής σχέσης θα μπορούσε να επιτευχθεί εντός του ισχύοντος νομικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένου του νόμου του Βρετανικού Μουσείου του 1963. Καθώς οι συζητήσεις για την ιδιοκτησία είχαν παρεμποδίσει την επίλυση στο παρελθόν, το «The Parthenon Project» προτείνει και οι δύο πλευρές να «συμφωνήσουν ότι διαφωνούν» και να αναγνωρίσουν ότι επί του παρόντος δεν υπάρχει μια συμφωνημένη θέση σχετικά με την ιδιοκτησία των Γλυπτών του Παρθενώνα. Η συμφωνία δεν θα προβλέπει διάθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα αλλά μια μακροπρόθεσμη, win win συνεργασία.
Το τρικ της «παρακαταθήκης»
Η λύση win-win που προωθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και εσχάτως και η σύζυγός του, προϋποθέτει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να θέσει ζήτημα ιδιοκτησίας για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Όπως είχε εξηγήσει το μέλος του Δ.Σ του «The Parthenon Project», καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος, δύο πράγματα δεν μπορούν να γίνουν:
1] Η Αγγλία να παραδεχθεί ότι έκλεψε τα Γλυπτά του Παρθενώνα και να τα επιστρέψει στην Ελλάδα
2] Η Ελλάδα να αποδεχθεί τον δανεισμό των Γλυπτών, πράγμα που θα σήμαινε ότι αποδέχεται ότι ανήκουν στην ιδιοκτησία της Αγγλίας
Οπότε, η κατάλληλη λέξη για να πανηγυρίζει ο Μητσοτάκης με επικοινωνιακή καταιγίδα από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, είναι ο όρος «παρακαταθήκη», ο οποίος, όμως, είναι και αυτός είναι προβληματικός.
«Στην παρακαταθήκη δεν χρειάζεται αυτός που παρακαταθέτει να είναι κύριος. Μπορεί να είναι τρίτος. Εγώ δηλαδή μπορώ να το έχω πάρει από το Παλέρμο με τον Α ή Β ή Γ τρόπο ως συλλέκτης, ως τρίτος και να το δώσω στην Ελλάδα να το φυλάει, χωρίς να είναι προφανές ότι εγώ είμαι που το δίνω, είμαι κύριος. Άρα, αν υπογράψουμε μια συμφωνία η οποία προσδιορίζει τη συναλλαγή ως παρακαταθήκη, αυτό σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε στον καταθέτη την ιδιότητα του ιδιοκτήτη. Όμως, σημαίνει ταυτόχρονα και κάτι δυσάρεστο: ότι στην παρακαταθήκη ο καταθέτης έχει δικαίωμα να το πάρει πίσω όποτε θέλει (…). Έχουμε πάγια νομολογία από πολλά πολλά χρόνια ότι δεν συνιστά αναγνώριση κυριότητας. Συνεπώς, αυτό μπορεί να γίνει, αλλά είμαστε εκτεθειμένοι στο ότι αύριο μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα…», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ο συνταγματολόγοςπεριγράφοντας πάνω σε ποια βάση γίνονται από το Μαξίμου οι μυστικές – ιδιωτικές διαπραγματεύσεις για ένα εθνικό θέμα.



