Η πραγματικότητα της αγοράς διαψεύδει τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι αριθμοί της κυβέρνησης για φοροελαφρύνσεις και τεκμαρτό εισόδημα, δεν μπορούν να κρύψουν την απογοήτευση και έντονη ανησυχία των μικρομεσαίων, στρώμα που επιχείρησε να προσεγγίσει με τα φορολογικά μέτρα ο πρωθυπουργός.
Από τις αντιδράσεις των φορέων προκύπτει ξεκάθαρα πως οι φορολογικές τονωτικές ενέσεις της κυβέρνησης, ελάχιστα αφορούν τις μικρές επιχειρήσεις. Η πραγματικότητα για τους μικρομεσαίους σφίγγει ασφυκτικά γύρω τους. Μία μόνο ενέργεια θα έδινε ανάσα στην αγορά. Η μείωση του ΦΠΑ σε αγαθά και υπηρεσίες. Το αίτημα διατυπώνεται και από τις μεγάλες με υψηλή κερδοφορία, εταιρείας της αγοράς, αλλά η κυβέρνηση συνεχίζει να κλείνει τα αυτιά της. Το επιχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ότι η μείωση θα ωφελήσει όσους έχουν μεγάλη οικονομική άνεση!
Για τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες τα επιδόματα και η παρέμβαση στο τεκμαρτό εισόδημα υπό όρους, δεν λύνουν το πρόβλημα για το συνολικό κόστος λειτουργίας των εταιρειών τους. Φόροι στο δημόσιο, κόστος προμηθευτών, ενεργειακό κόστος και ενοίκια, συνθέτουν το εφιαλτικό περιβάλλον για τους μικρομεσαίους που περίμεναν περισσότερα από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Τα στοιχεία της αγοράς είναι αμείλικτα. Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, για το πρώτο 6μηνο του 2026, η συντριπτική πλειονότητα των μικρομεσαίων αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της.
>> Περισσότερες από τρεις στις δέκα επιχειρήσεις, ποσοστό 30,9%, έχουν μία ή περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Μόλις ένα χρόνο πριν το αντίστοιχο 6μηνο το ποσοστό ήταν 24%.
>> Αυξάνεται ο αριθμός των επιχειρήσεων που χρωστούν και ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονται αυτές που συσσωρεύουν χρέη σε πολλά διαφορετικά μέτωπα. Το 13,3% έχει περισσότερες από δύο ληξιπρόθεσμες οφειλές, το 5,7% δύο και το 11,9% έχει μία.
>> Το μεγαλύτερο ποσοστό των ληξιπρόθεσμών χρεών καταγράφεται στην εφορία, όπου το ποσοστό των επιχειρήσεων αυξήθηκε από 11,2% το πρώτο εξάμηνο του 2025 σε 12,5% το δεύτερο εξάμηνο και πλέον σε 14,2%.
>> Το 21,8% των επιχειρήσεων έχει μηδενικά ρευστά διαθέσιμα. Το 22,9% των επιχειρήσεων έχει ρευστά διαθέσιμα το πολύ για ένα μήνα
>> Το 12,3% των επιχειρήσεων δήλωσε αύξηση προσωπικού το πρώτο εξάμηνο του 2026 έναντι 6,5% που δήλωσε μείωση
>> Τα κόστη ενέργειας, καυσίμων και πρώτων υλών/προμήθειων των επιχειρήσεων αυξήθηκαν σε σχέση με το 2025 κατά περίπου 25%
>> Οι οφειλές προς προμηθευτές, εκτινάχθηκαν από 8,8% σε 13,5%. Οι οφειλές στον ΟΑΕΕ αυξήθηκα από 10,3% σε 12,6% και για ηλεκτρική ενέργεια από 7,9% σε 10,6%.
>> Το ποσοστό μικρών επιχειρήσεων που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα τραπεζικά δάνεια αυξήθηκε από 6,5% το 2025 σε 10% το 2026. >> Τα ενοίκια διπλασιάστηκαν μέσα σε έναν χρόνο. Οι καθυστερημένες υποχρεώσεις στο ΙΚΑ αυξήθηκαν από 4,7% σε 6,9% και για άλλους λογαριασμούς από 4,6% σε 7,1%.
>> Σε σύγκριση με το 2025 το 73,3% των επιχειρήσεων πληρώνει πιο ακριβά την ηλεκτρική ενέργεια, το 73,2% τα καύσιμα και το 77,5% τις πρώτες ύλες/προμήθειες που έχει ανάγκη η επιχείρηση. Η μεσοσταθμική αύξηση στις παραπάνω κατηγορίες υπολογίστηκε στο 26,03% για την ηλεκτρική ενέργεια, στο 27,75% για τα καύσιμα και στο 24,75% για τις πρώτες ύλες/προμήθειες
>> Μία στις δύο επιχειρήσεις (54,3%) εκτιμούν ότι ενδεχόμενη μείωση συντελεστών ΦΠΑ θα επέφερε μειώσεις τιμών αγαθών ή υπηρεσιών. Σχεδόν μία στις τέσσερις επιχειρήσεις (23,4%) εκτιμούν ότι θα ήταν ένα αποτελεσματικό μέτρο για τη συγκράτηση των τιμών στα σημερινά επίπεδα
>> Το 12,3% των επιχειρήσεων δήλωσε αύξηση προσωπικού το πρώτο εξάμηνο του 2026 έναντι 6,5% που δήλωσε μείωση
Οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις (81,1%) χαρακτηρίζουν τα μέχρι σήμερα κυβερνητικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας ανεπαρκή ή μάλλον ανεπαρκή, ενώ λιγότερες από μία στις δέκα επιχειρήσεις (6,5%) τα χαρακτηρίζουν επαρκή ή μάλλον επαρκή.
Η ΓΣΕΒΕΕ μετά τη ΔΕΘ δήλωσε ότι η κυβέρνηση “δεν κατανοεί τα δεδομένα των μικρών επιχειρήσεων”. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων που αφορούν τους ελεύθερους επαγγελματίες ανέρχεται σε 576 εκατ. ευρώ. Η ένωση των μικρομεσαίων ωστόσο επιμένει ότι αφορά μόνο ένα μέρος του επιχειρηματικού κόσμου και εκτείνεται σε βάθος τετραετίας.
Το πρόβλημα είναι να μειωθεί το κόστος λειτουργείας των επιχειρήσεων σήμερα και όχι το 2030. Και αυτό τη στιγμή που οι διεθνείς εξελίξεις, η νέα άνοδος του πετρελαίου και των φυσικού αερίου, προσθέτουν νέες ανησυχίες για το κόστος ενέργειας. Αυτό το κόστος μετακυλίεται στις τιμές, περιορίζει την κατανάλωση και δημιουργεί έναν επαναλμβανόμενο φαύλο κύκλο: ακριβότερη λειτουργία – υψηλότερες τιμές – χαμηλότερη κατανάλωση – μικρότερος τζίρος – ακόμη μεγαλύτερη πίεση.



