Της Ιωάννας Αναστασίου
Σε δύο τελευταίες επίσημες εμφανίσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη επαναβεβαιώθηκε η προκλητική πολιτική της κυβέρνησης, φοροαπαλλαγές, δάνεια με την εγγύηση του δημοσίου και επιδοτήσεις- ενισχύσεις με εκατομμύρια δημοσίων προγραμμάτων για τους κατέχοντες, συνέχιση δυσβάσταχτων φόρων για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Η δήλωση του Κ. Μητσοτάκη στη φιέστα εγκαινίων της ΑΑΔΕ ότι τα “αυξημένα έσοδα” του κράτους “προέρχονται από την ανάπτυξη της χώρας”, ηχεί ως κακόγουστο αστείο όταν τουλάχιστον το 80% με 85% των αυξημένων εσόδων για το 2024 προέρχεται από τους έμμεσους φόρους. Είναι βέβαιο πως το γνωρίζει ο πρωθυπουργός και για αυτό η επόμενη δήλωση ότι υπάρχει πρόθεση να “μειωθούν οι φόροι μέχρι το 2027” είναι η κυνική κοροϊδία προς την ελληνική κοινωνία που βρίσκεται στο φάσμα σύγχρονης φτωχοποίησης. Για τη συντριπτική πλειονότητα της ισχύει η διαρκής “δημοσιονομική πειθαρχία”, για τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα η κυβέρνηση Μητσοτάκη στήνει το χαρακτηριζόμενο, “νέο παραγωγικό μοντέλο” της χώρας. Με συνεχείς επιδοτήσεις, προκλητικές φοροαπαλλαγές και άμεσες ενισχύσεις οι μεγάλες επιχειρήσεις που τα δύο τελευταία χρόνια παρουσιάζουν κέρδη τουλάχιστον 3,6 δισεκ. ευρώ, βρίσκονται πάλι στο τραπέζι διαμοιρασμού κρατικού χρήματος.
Ανασχεδιασμός επιδοτήσεων-μείωση ασφαλιστικών εισφορών
Ο “οδικός χάρτης” για το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας που “εγκαινίασε” ο Κ. Μητσοτάκης λίγο πριν την ομιλία του στην εκδήλωση της συνέλευσης του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων στηρίζεται και πάλι στις επιδοτήσεις και ενισχύσεις του ταμείου ανάκαμψης και τις δόσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δικοί της στόχοι είναι αυτοί που καθορίζουν το περίφημο “παραγωγικό μοντέλο” Μητσοτάκη. Βέβαια στην εκδήλωση του ΣΕΒ ο πρωθυπουργός έκανε πως δεν άκουσε τις αναφορές για την ανάγκη μείωσης του ΦΠΑ αλλά και του πλαφόν στα κέρδη των μεγάλων της ενέργειας, περηφανεύτηκε μόνο ότι η κυβέρνησή του μείωσε πάλι τις ασφαλιστικές εισφορές για τις επιχειρήσεις.
Η ανακατονομή των πόρων και κινήτρων για τις επιχειρήσεις στο νέο μοντέλο ανάπτυξης αξίας τουλάχιστον 3 δισεκατομμυρίων ευρώ για τα επόμενα τρία χρόνια, για τους προσεκτικούς αναγνώστες των μέτρων, εστιάζει στις προτεραιότητες που θέτει η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά ενδύεται με τις εγχώριες τοπικές συνήθειες. Καινοτομία, ενέργεια, ψηφιακά εργαλεία, logistics και εμβληματικά έργα στην περιφέρεια είναι οι βασικοί άξονες που ανακοινώθηκαν για τη διοχέτευση των 3 δισεκ. ευρώ.
Ετσι μεγάλες επενδύσεις άνω των 10 εκατ. ευρώ θα υπάγονται σε καθεστώς ενίσχυσης με τη μορφή φοροαπαλλαγών, επενδύσεις στις παραμεθόριες περιοχές βαφτίζονται ως “στρατηγικές επενδύσεις” για τις οποίες νόμοι και διατάξεις είναι “ελαστικοί” καθώς παρέχονται κίνητρα ταχείας αδειοδότησης, στις παραμεθόριες περιοχές επενδύσεις άνω του ενός εκατ. ευρώ εντάσσονται σε καθεστώς “γενική επιχειρηματικότητας” για να έχουν επιπλέον κίνητρα. Θα συνεχιστεί η στήριξη της φαρμακοβιομηχανίας με 200 εκατ. ευρώ, μέσω του λεγόμενου επενδυτικού clawback. Επιπλέον θα δοθούν 102 εκατ. ευρώ για τη ψηφιακή μετάβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, 100 εκατ. θα διοχετευθούν σε επενδύσεις για τη βιοτεχνολογία, 100 και πλέον εκατ. θα δοθούν για στήριξη των βιομηχανικών Πάρκων. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η ενίσχυση με 33 εκατ. ευρώ στο Τεχνολογικό Πάρκο 4ης Γενιάς “ThessINTEC” στη Θεσσαλονίκη και με 13,2 εκατ. ευρώ στον ΔΕΔΔΗΕ, για την ενίσχυση των ενεργειακών υποσταθμών και την αποθήκευση ενέργειας σε εννέα πάρκα. Συνολικά 300 εκατ. ευρώ από Ταμείο Ανάκαμψης και ΕΣΠΑ θα δοθούν σε funds για τεχνολογική έρευνα, βιοτεχνολογία και τα βιομηχανικά πάρκα και άλλα 300 εκατ. στον τουρισμό ο οποίος έχει επορροφήσει σχεδόν το 50% των επιδοτήσεων στους προηγούμενους αναπτυξιακούς νόμους.
Πρωταθλητές στο ΦΠΑ στην Ευρώπη
Η εντυπωσιακή αύξηση των κρατικών εσόδων από την είσπραξη έμμεσων φόρων, κυρίως από το ΦΠΑ, βάζει τη χώρα μας στο βάθρο των πρωταθλητών της έμμεσης φορολογίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα στοιχεία η Ελλάδα βρίσκεται στη 2η θέση της Ευρώπης με τις μεγαλύτερες εισπράξεις έμμεσων φόρων, αναλογικά με το ΑΕΠ, ενώ έχει τον 4ο υψηλότερο ΦΠΑ παγκοσμίως. Το 2024 αναμένεται να κλείσει με είσπραξη άνω των 25 δισ. ευρώ αποκλειστικά από τον ΦΠΑ, όταν το 2020 τα αντίστοιχα έσοδα ήταν 12,9 δισ. ευρώ. Τα “υπερκέρδη” του κρατικού προϋπολογισμού στηρίζονται στο μεγάλο τίμημα της ακρίβειας που πληρώνει καθημερινά η ελληνική κοινωνία. Για αυτό και η κυβέρνηση κλείνει τα αυτιά της σε οποιαδήποτε αιτήματα μείωσης του ΦΠΑ στα προϊόντα και τις υπηρεσίες, ανακοινώνοντας σε αστείες φιέστες μείωση τιμών στα ράφια για 32 μόλις προϊόντα. Η οποιαδήποτε μείωση των έμμεσων φόρων, όπως ζητούν πολλοί κλάδοι της οικονομίας, θα έχει δημοσιονομικό κόστος καθώς θα επιφέρει μείωση των κρατικών εσόδων. Για αυτό η κυβέρνηση της ΝΔ προτιμά την εύκολη λύση, να στραγγίζεται η πλειονότητα των πολιτών για να στηρίζεται το νέο αφήγημα παραγωγικού μοντέλου σε φιέστες εγκαινίων του Κ. Μητσοτάκη.



