Ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να αποκτήσει τη Γροιλανδία, η Αρκτική μετατρέπεται σε πεδίο εντεινόμενου ανταγωνισμού, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αλλάξει τους υπολογισμούς ασφαλείας στη βόρεια Ευρώπη και η Ισλανδία, χώρα χωρίς δικό της στρατό, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εγγυήσεις του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση στο Ρέικιαβικ πίστευε ότι είχε βρει την κατάλληλη στιγμή για να ξανανοίξει τη συζήτηση για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αποδείχτηκε ότι οι Ισλανδοί είχαν διαφορετική γνώμη. Στο δημοψήφισμα του Σαββάτου, το 52,8% απέρριψε την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, έναντι 47,2% που ψήφισε υπέρ. Η συμμετοχή έφθασε στο εντυπωσιακό 82,5%, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια να αποδοθεί το αποτέλεσμα στην αδιαφορία των ψηφοφόρων.
Και όσο περισσότερο απομακρύνεται κανείς από τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα τόσο ευκολότερα καταλαβαίνει τι συνέβη. Για ένα μεγάλο μέρος της Ισλανδίας το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν ποιος θα ελέγξει την Αρκτική τις επόμενες δεκαετίες. Ήταν ποιος θα ελέγχει τα ψάρια που βρίσκονται σήμερα στα ισλανδικά ύδατα.
Ένα δημοψήφισμα που δεν ήταν για την ένταξη
Το ερώτημα που τέθηκε στους περίπου 270.000 ψηφοφόρους ήταν πολύ πιο περιορισμένο από όσο υποδηλώνει η συζήτηση που προκάλεσε. Οι Ισλανδοί δεν κλήθηκαν να αποφασίσουν αν θέλουν να ενταχθούν στην ΕΕ. Κλήθηκαν να αποφασίσουν εάν η κυβέρνησή τους πρέπει να ξαναρχίσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις που είχαν διακοπεί πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.
Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν το 2010, αλλά πάγωσαν το 2013, όταν η κεντροαριστερή κυβέρνηση που είχε υποβάλει την αίτηση ένταξης έχασε τις εκλογές και την εξουσία ανέλαβε συνασπισμός του Προοδευτικού Κόμματος και του Κόμματος Ανεξαρτησίας, τα οποία αντιτίθεντο στην ένταξη στην ΕΕ. Μέχρι τότε είχαν ανοίξει 27 διαπραγματευτικά κεφάλαια και είχαν κλείσει προσωρινά 11.
Ακόμη και αν επικρατούσε τώρα το «ναι», η Ισλανδία δεν θα γινόταν αυτομάτως μέλος. Θα άρχιζε μια νέα διαπραγμάτευση και οποιαδήποτε τελική συμφωνία θα έπρεπε να επιστρέψει στους πολίτες για δεύτερο δημοψήφισμα.
Η πρωθυπουργός Κρίστρουν Φροστάντοτιρ, επικεφαλής της Σοσιαλδημοκρατικής Συμμαχίας, είχε επιχειρήσει να τοποθετήσει την παλιά διαμάχη σε ένα εντελώς διαφορετικό διεθνές περιβάλλον. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Αρκτικής και κυρίως οι επανειλημμένες δηλώσεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία προσέφεραν στο στρατόπεδο του «ναι» ένα νέο επιχείρημα: σε έναν κόσμο στον οποίο ακόμη και η εδαφική ακεραιότητα ενός μικρού αρκτικού κράτους μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο συζήτησης, η ευρωπαϊκή ομπρέλα αποκτά διαφορετική αξία. Δεν ήταν αρκετό.

Μέσα στην Ευρώπη, έξω από την ΕΕ
Ένας από τους λόγους βρίσκεται στην παράξενη θέση που ήδη κατέχει η Ισλανδία απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βρίσκεται έξω από την ΕΕ, αλλά είναι ήδη βαθιά ενταγμένη στην ευρωπαϊκή οικονομία. Μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, στον οποίο συμμετέχει από το 1994 μαζί με τη Νορβηγία και το Λιχτενστάιν, έχει πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Συμμετέχει επίσης στη ζώνη Σένγκεν και έχει υιοθετήσει χιλιάδες ευρωπαϊκούς κανόνες και νομοθετικές πράξεις.
Η σχέση έχει ένα εμφανές μειονέκτημα. Η Ισλανδία εφαρμόζει μεγάλο μέρος των κανόνων της ΕΕ χωρίς να διαθέτει ψήφο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή στο Συμβούλιο όταν αυτοί αποφασίζονται. Έχει όμως ταυτόχρονα εξασφαλίσει μια εξαίρεση τεράστιας οικονομικής και πολιτικής σημασίας: η γεωργία και η αλιεία βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό έξω από το σύστημα της ενιαίας αγοράς.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Η αλιεία δεν αποτελεί απλώς ακόμη έναν παραγωγικό κλάδο για μια χώρα στη μέση του Βόρειου Ατλαντικού. Παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς τομείς της και, κυρίως στις παράκτιες κοινότητες, συνδέεται με την απασχόληση, την τοπική οικονομία αλλά και την ίδια την αντίληψη περί εθνικής κυριαρχίας.
Η ένταξη θα απαιτούσε διαπραγμάτευση για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ, δημιουργώντας φόβους ότι το Ρέικιαβικ θα έχανε μέρος του αποκλειστικού ελέγχου των αλιευτικών αποθεμάτων και των ποσοστώσεων. Η αντίσταση του κλάδου υπήρξε συντριπτική. Ερευνες πριν από το δημοψήφισμα έδειχναν ότι περίπου εννέα στις δέκα επιχειρήσεις αλιείας τάσσονταν κατά της ένταξης.
Η Μάρτα Κος, επίτροπος της ΕΕ για τη Διεύρυνση, είχε αναγνωρίσει τις ιδιαιτερότητες της Ισλανδίας στην αλιεία και τη γεωργία και είχε αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο αναζήτησης ειδικών λύσεων. Οι διαβεβαιώσεις των Βρυξελλών δεν κατάφεραν να αντιστρέψουν την καχυποψία.
Δύο Ισλανδίες στην ίδια κάλπη

Ο εκλογικός χάρτης δείχνει ίσως καθαρότερα από οτιδήποτε άλλο γιατί έχασε το «ναι». Στις δύο περιφέρειες του Ρέικιαβικ επικράτησαν οι υποστηρικτές των διαπραγματεύσεων, με 57,5% στο βόρειο και 54,5% στο νότιο τμήμα της πρωτεύουσας. Έξω από αυτήν, η εικόνα άλλαξε δραματικά. Στη Νότια περιφέρεια το «όχι» έφθασε το 60,5%, στη Βορειοδυτική το 62,9% και στη Βορειοανατολική το 61,2%.
Η γεωγραφική διαίρεση αποκάλυψε και μια οικονομική. Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας μπορούσαν να βλέπουν στην ΕΕ μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα, ενδεχομένως χαμηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερη ασφάλεια σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Στις αγροτικές και αλιευτικές περιοχές, το πιθανό τίμημα της ένταξης ήταν πολύ πιο άμεσο και συγκεκριμένο.
Υπάρχει άλλωστε ένας ακόμη λόγος για τον οποίο το αποτέλεσμα δύσκολα περιγράφεται ως απλή ευρωσκεπτικιστική εξέγερση. Οι Ισλανδοί δεν ψήφισαν για να απομακρυνθούν από την Ευρώπη. Ψήφισαν για να διατηρήσουν τη σημερινή, εξαιρετικά προνομιακή σχέση τους μαζί της.
Γι’ αυτό και οι πανηγυρισμοί της Μαρίν Λεπέν και του Νάιτζελ Φάρατζ για μια ακόμη νίκη της “εθνικής κυριαρχίας” προσφέρουν μια μάλλον παραπλανητική ανάγνωση του αποτελέσματος.. Το δυσκολότερο ερώτημα αφορά μάλλον τις ίδιες τις Βρυξέλλες.
Η Ισλανδία διαθέτει ήδη πρόσβαση στην ενιαία αγορά, ελεύθερη κυκλοφορία μέσω Σένγκεν και στενή πολιτική συνεργασία με την Ευρώπη. Την ασφάλειά της εξακολουθεί να την αναζητεί πρωτίστως μέσω του ΝΑΤΟ. Και ταυτόχρονα διατηρεί εθνικό έλεγχο σε δύο από τους πιο ευαίσθητους τομείς της οικονομίας της.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να πείσει τους πολίτες ότι η διεθνής αστάθεια είχε αλλάξει αυτή την εξίσωση. Η γεωπολιτική πράγματι άλλαξε. Η ισλανδική εξίσωση, όμως, όχι αρκετά. Μπροστά στην αβεβαιότητα για το τι θα μπορούσε κάποτε να κάνει ο Τραμπ στην Αρκτική, οι ψηφοφόροι έβαλαν στη ζυγαριά κάτι πολύ πιο χειροπιαστό: ποιος αποφασίζει σήμερα τι συμβαίνει στις θάλασσές τους. Και αυτή τη φορά, τα ψάρια κέρδισαν.



