Αυτό που θεωρείτο αδιανόητο, ακόμα και ως υποθετικό σενάριο, δηλαδή η απόσυρση των ΗΠΑ από τον Περσικό Κόλπο, τώρα, μετά τον πόλεμο με το Ιράν, αυτό το ιστορικό – γεωπολιτικό ταμπού σχεδόν ενός αιώνα φαίνεται πως άρχισε να σπάει και έχει ξεκινήσει η σχετική συζήτηση στα διεθνή think tank, τόσο στη Δύση και στην Ανατολή, όσο και στην ίδια τη Μέση Ανατολή. Ενδεικτικά είναι τα πρόσφατα άρθρα στις απολύτως «συστημικές» εκδόσεις, Foreign Affairs και Foreign Policy, με τίτλους που μάλιστα συμπίπτουν: «Νέα τάξη πραγμάτων για τον Κόλπο», «Ο πόλεμος του Ιράν αναδιαμορφώνει τον Κόλπο».
Παρ’ ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις για τη διευθέτηση του πολέμου των ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν, τα πάντα ακόμα κινούνται σε τεντωμένο σκοινί και ουδείς μπορεί να αποκλείσει νέες «εκπλήξεις» στον Περσικό. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι εγείρεται θέμα απόσυρσης των ΗΠΑ από την περιοχή – σε ένα παρόμοιο μοντέλο με αυτό που στα λόγια διαλαλεί ο Τραμπ για την Ευρώπη –, δείχνει ότι ο τελευταίος πόλεμος έχει αλλάξει δραματικά την «τάξη πραγμάτων» στη Μ. Ανατολή. Πως θα ξημερώσει η επόμενη ημέρα για την ανθρωπότητα και εάν θα είναι καλύτερη ή χειρότερη από τη σημερινή, τα πάντα είναι … λευκό χαρτί.
Το μέλος του Ινστιτούτου Quincy for Responsible Statecraft και στην KARV, εταιρεία συμβούλων, στη Νέα Υόρκη, Αμίρ Χαντζανί (Amir Handjani), και ο ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής στο King’s College London, και επικεφαλής του King’s Institute for Applied Security Studies, Ντέϊβιντ Ρόμπερτς (David Roberts), επισημαίνουν στο Foreign Affairs και το Foreign Policy:
-Ο πόλεμος ΗΠΑ — Ισραήλ με το Ιράν ήταν ένα γεγονός που απορρύθμισε την περιοχή περισσότερο από όλα όσα έχουν συμβεί από την επανάσταση του 1979, στο Ιράν, και μετά. Θα οδηγήσει σε σημαντική αναδιάρθρωση της πολιτικής γεωμετρίας της περιοχής.
-Το Ιράν, παρά τα πλήγματα που δέχτηκε, δεν έχασε τον πόλεμο στρατηγικά. Μπορεί αυτό να είναι ένα άβολο συμπέρασμα, αλλά σε αυτό ακριβώς καταλήγουν οι πολιτικές ηγεσίες στις χώρες του Κόλπου.
-Το Ιράν έδειξε με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο τα όρια της αμερικανικής αποτροπής ως προστατευτικής ασπίδας για τους εταίρους των ΗΠΑ στον Κόλπο.
-Τα κράτη του Κόλπου πρέπει να επιδιώξουν διάλογο και συμφωνίες με το Ιράν, όχι από φόβο, αλλά στη βάση της νηφαλιότητας και του ρεαλισμού. Η προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας – Ιράν του 2023, με τη διαμεσολάβηση της Κίνας, έδωσε τη δυνατότητα στο Ριάντ να διαχειριστεί τις σχέσεις του με την Τεχεράνη μέσω της διπλωματίας και όχι της αντιπαράθεσης. Αυτό το μοντέλο δεν έχει πεθάνει.
-Προτού η σημερινή αντιπαράθεση γίνει καταστροφή, το Ιράν και οι μοναρχίες του Κόλπου πρέπει να επιδιώξουν μια συμφωνία, βάσει της οποίας οι ΗΠΑ θα αποσύρουν τα στρατεύματα και τις βάσεις τους από την περιοχή, με αντάλλαγμα αμοιβαίες παραχωρήσεις από το Ιράν. Κάτι τέτοιο θα έθετε τα θεμέλια για μια νέα περιφερειακή τάξη, στην οποία τα κράτη του Κόλπου καλούνται να διαμορφώσουν τη δική τους αρχιτεκτονική ασφαλείας, αντί να βασίζονται σε προστάτες των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να μην ευθυγραμμίζονται πάντα με τα δικά τους.
-Μια σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων σε διάστημα πέντε ετών θα κάλυπτε τις όποιες ανασφάλειες προκαλούνταν στον Κόλπο. Κατά το στρατηγικό δόγμα του Ιράν, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή αποτελεί υπαρξιακή απειλή και πρωταρχικός στόχος είναι η αποτροπή της. Χωρίς να αντιμετωπίζει πλέον υπαρξιακές απειλές από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το Ιράν θα έδειχνε μικρότερη διάθεση να αυξήσει τις στρατιωτικές δυνατότητές του. Πάντως, οποιαδήποτε αμερικανική απόσυρση δεν θα ήταν ούτε μονομερής ούτε άνευ όρων. Σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη θα πρέπει να παραχωρήσει περισσότερα από ό,τι στο παρελθόν.
Πλήρης περιφερειακή απορρύθμιση
Αναλυτικότερα, στο Foreign Affairs αναφέρονται τα εξής: Ο πόλεμος ΗΠΑ — Ισραήλ με το Ιράν ήταν ένα γεγονός που απορρύθμισε την περιοχή περισσότερα από όλα όσα έχουν συμβεί από την επανάσταση του 1979, στο Ιράν, και μετά. Θα οδηγήσει σε σημαντική αναδιάρθρωση της πολιτικής γεωμετρίας της περιοχής. Το Ιράν, παρά τα πλήγματα που δέχτηκε, δεν έχασε τον πόλεμο στρατηγικά. Μπορεί αυτό να είναι ένα άβολο συμπέρασμα, αλλά σε αυτό ακριβώς καταλήγουν οι πολιτικές ηγεσίες στις χώρες του Κόλπου.
Κοιτάξτε τι πέτυχε το Ιράν. Πολέμησε ταυτόχρονα εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Αντέξε σοβαρά πλήγματα στις πυρηνικές υποδομές του, έχασε υψηλόβαθμους στρατιωτικούς και είδε τις συμβατικές του δυνάμεις να υφίστανται σοβαρά πλήγματα. Και όμως, κατάφερε να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, διακόπτοντας περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου. Έριξε πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε κάθε κράτος του GCC (Cooperation Council for the Arab States of the Gulf — Μέλη: Μπαχρέϊν, Κατάρ, Κουβέϊτ, Εμιράτα, Ομάν, Σαουδική Αραβία), χτυπώντας αεροδρόμια, ξενοδοχεία και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Το Ιράν έδειξε με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο τα όρια της αμερικανικής αποτροπής ως προστατευτικής ασπίδας για τους εταίρους των ΗΠΑ στον Κόλπο. Για μια χώρα που ζει υπό καθεστώς κυρώσεων εδώ και δεκαετίες και της οποίας ο αμυντικός προϋπολογισμός είναι ένα κλάσμα αυτού που ξοδεύουν οι ΗΠΑ στην περιοχή μέσα σε μόλις ένα χρόνο, αυτή δεν ήταν ήττα. Είναι, αντίθετα, επίδειξη στρατηγικής ανθεκτικότητας που οι γείτονες του Ιράν δεν θα ξεχάσουν.
Νέα πραγματικότητα για τις μοναρχίες του Κόλπου
Τα κράτη του GCC αναγκάζονται τώρα να ζήσουν με μια άλλη, εξίσου άβολη αλήθεια για τα ίδια. Παρά τις εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν σε αμερικανικά οπλικά συστήματα, δεν κατάφεραν να προστατεύσουν απόλυτα τις υποδομές τους, όπου ιρανικά drones διείσδυαν.
Η εικόνα που συστηματικά καλλιεργήθηκε για τον Κόλπο εδώ και δεκαετίες και κόστισε δισεκατομμύρια κεφάλαια ως περιοχής σταθερότητας και επενδυτικού προορισμού έχει υποστεί τέτοιο πλήγμα που καμία επίσημη διαβεβαίωση δεν μπορεί να την αποκαταστήσει σύντομα.
Παράλληλα, τα εργαλεία επιρροής του Ιράν στην περιοχή, αν και αποδυναμωμένα, δεν έχουν καταστραφεί. Η Χεζμπολάχ έχει πληγεί, αλλά δεν έχει ηττηθεί. Οι Χούθι έχουν αποδείξει καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης ότι είναι ικανοί να απειλήσουν τις θαλάσσιες οδούς με σημαντικά αποτελέσματα. Η ιρανική επιρροή στο Ιράκ παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτη.
Ένα αποδυναμωμένο Ιράν, που διατηρεί το δίκτυο επιρροής του σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, αποτελεί ένα διαφορετικό είδος απειλής από ένα ισχυρό Ιράν με ένα πυρηνικό πρόγραμμα εν λειτουργία. Κατά κάποιο τρόπο, είναι μια πιο απρόβλεπτη απειλή. Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι τα κράτη του GCC θα σπεύσουν σε συμφωνίες με το Ιράν από φόβο. Σημαίνει, όμως, ότι θα τις επιδιώξουν στη βάση της νηφαλιότητας και του ρεαλισμού.
Το Ιράν δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Δεν θα φύγει από τη γεωγραφία της περιοχής. Θα συνεχίσει να μοιράζεται τον Περσικό Κόλπο με το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, που όλες έχουν σιιτικές κοινότητες, με διαφορετική πολιτική σημασία η κάθεμία. Η προσέγγιση Σαουδαραβίας – Ιράν του 2023, με τη μεσολάβηση της Κίνας, έδωσε τη δυνατότητα στο Ριάντ να διαχειριστεί τις σχέσεις του με την Τεχεράνη μέσω της διπλωματίας και όχι της αντιπαράθεσης. Αυτό το μοντέλο δεν έχει πεθάνει, καθώς και οι δύο πλευρές έχουν πλέον κατανοήσει σαφέτερα αυτή την εναλλακτική λύση.
Ας δούμε τώρα τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον μπήκε στον πόλεμο ουσιαστικά χωρίς να κάνει καμία διαβούλευση με τα κράτη του Κόλπου. Μόλις 48 ώρες μετά τις επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου, τα κράτη του Κόλπου βρέθηκαν υπό τους ιρανικούς βομβαρδισμούς. Το μήνυμα της Τεχεράνης ήταν σαφές: η αμερικανική ισχύς δεν εξασφαλίζει την προστασία. Αντίθετα, σε καθιστά στόχο.
Το επόμενο διάστημα, θα πρέπει να αναμένουμε νέες σημαντικές συμφωνίες αγοράς όπλων, καθώς και μεγαλύτερη στρατιωτική ολοκλήρωση. Τα κράτη του Κόλπου θα πλησιάσουν ακόμα περισσότερο τις ΗΠΑ όσον αφορά τεχνικά ζητήματα της ασφάλειάς τους. Ταυτόχρονα, όμως, θα αποστασιοποιηθούν από τις πολιτικές λογικές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Μελλοντικά αιτήματα των ΗΠΑ για δικαιώματα πτήσεων και υπερπτήσεων, πρόσβασης σε βάσεις ή κάλυψης για στρατιωτικές επιχειρήσεις θα ικανοποιούνται, αλλά με πολύ περισσότερους όρους από ό,τι πριν.
Τα κράτη του Κόλπου έγιναν μάρτυρες της ανατροπής του πρώην ηγέτη του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν από τις ΗΠΑ το 2003 και στη συνέχεια, επί δύο δεκαετίες βρίσκονταν αντιμέτωπα με τις συνέπειες αυτής της καταστροφής. Τώρα παίρνουν το ίδιο μάθημα και από αυτόν τον πόλεμο. Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς είναι πραγματική. Η αμερικανική στρατηγική υπευθυνότητα είναι επισφαλής.
Αυτό το χάσμα δυνατοτήτων και πολιτικών υπολογισμών εξηγεί γιατί οι χώρες του GCC έχουν οικοδομήσει ισχυρές εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, διατηρούν άτυπα κανάλια επικοινωνίας με τη Ρωσία και αρνούνται να υποτάξουν πλήρως την εξωτερική τους πολιτική στις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Το «αγκάθι» των σχέσεων με το Ισραήλ
Το ισραηλινό ζήτημα είναι ακόμη πιο περίπλοκο. Μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2026, η εξομάλυνση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας – Ισραήλ ήταν μια αργή διπλωματική διαδικασία με σημαντικό εσωτερικό πολιτικό κόστος για το Ριάντ. Ο πόλεμος με το Ιράν ξαναμοίρασε την τράπουλα, αλλά όχι προς την κατεύθυνση που ελπίζει η Ουάσιγκτον.
Η στρατιωτική ισχυροποίηση του Ισραήλ στην περιοχή έχει αυξήσει την πολιτική τοξικότητα στον αραβικό κόσμο. Η εξομάλυνση των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ παραμένει απίθανη. Εξάλλου, θα απαιτούσε μια αξιόπιστη δέσμευση των ΗΠΑ ως προς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Χωρίς αυτό, ο πρίγκιπας διάδοχος, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, δεν θα έχει εσωτερική πολιτική κάλυψη για μια συμφωνία, και το γνωρίζει. Η δημόσια έκκληση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για μεταπολεμική εξομάλυνση η ακούγεται κενή περιεχομένου.
Παραγκωνισμένα τα κράτη του Κόλπου
Τα κράτη του GCC δεν επέλεξαν αυτόν τον πόλεμο. Αποδέχτηκαν το κόστος του. Είδαν έναν περιφερειακό αντίπαλο να επιδεικνύει την ικανότητά του να επιβιώσει από μια σύγκρουση με την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου, προκαλώντας παράλληλα τεράστια προβλήματα στους γείτονές της. Και είδαν τον κύριο εγγυητή ασφάλειάς τους, τις ΗΠΑ, να ενεργεί μονομερώς, αντιμετωπίζοντας τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ ως τη βάση ενός πολέμου του οποίου το κόστος έπεσε πλήρως στις πλάτες των κρατών του GCC.
Οι ΗΠΑ, βέβαια, παραμένουν ο κύριος εταίρος ασφαλείας τους. Η Κίνα παραμένει ένας οικονομικός εταίρος, με τον οποίο κανείς δεν είναι διατεθειμένος να χαλάσει τις σχέσεις. Η Ρωσία παραμένει ένας παράγοντας στις αγορές ενέργειας που τα κράτη του Κόλπου δεν μπορούν να αγνοήσουν. Και το Ιράν, όσο αποδυναμωμένο κι αν είναι, παραμένει μια γεωγραφική και δημογραφική πραγματικότητα που πρέπει κανείς να την διαχειριστεί, όχι να εξαλειφθεί. Τα κράτη του Κόλπου δεν εφηύραν τώρα αυτήν την προσέγγιση. Την εφαρμόζουν εδώ και δεκαετίες. Ο πόλεμος με το Ιράν απλώς τους έδωσε περισσότερους λόγους - και κατεπείγοντα χαρακτήρα — για να θεωρήσουν ότι αυτό είναι το σωστό.
Νέα τάξη πραγμάτων
Στη δημοσίευμα του Foreign Policy αναφέρονται ειδικότερα τα εξής: Όλοι οι πόλεμοι τελειώνουν. Το μόνο ερώτημα είναι αν θα υπάρξει διευθέτηση σε μήνες ή χρόνια. Στο τέλος, οι αντίπαλοι αναζητούν τρόπους για να καταλήξουν σε συμφωνία, όπως έχουν κάνει στο παρελθόν το Ιράν και τα κράτη του Κόλπου.
Προτού η σημερινή αντιπαράθεση γίνει καταστροφή, το Ιράν και οι μοναρχίες του Κόλπου πρέπει να επιδιώξουν μια συμφωνία, βάσει της οποίας οι ΗΠΑ θα αποσύρουν τα στρατεύματα και τις βάσεις τους από την περιοχή, με αντάλλαγμα αμοιβαίες παραχωρήσεις από το Ιράν. Κάτι τέτοιο θα έθετε τα θεμέλια για μια νέα περιφερειακή τάξη, στην οποία τα κράτη του Κόλπου καλούνται να διαμορφώσουν τη δική τους αρχιτεκτονική ασφαλείας, αντί να βασίζονται σε προστάτες των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να μην ευθυγραμμίζονται πάντα με τα δικά τους.
Μια σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων σε διάστημα πέντε ετών θα κάλυπτε τις όποιες ανασφάλειες προκαλούνταν στον Κόλπο. Αυτό θα σήμαινε την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από σημαντικές βάσεις τους, όπως από το Al Udeid στο Κατάρ, το αρχηγείο του 5ου Στόλου στο Μπαχρέιν, το Al Dhafra στα Εμιράτα, το Ali al-Salem και το Arifjan στο Κουβέιτ, το «πρίγκιπας Σουλτάν» στη Σαουδική Αραβία. Παράλληλα, θα διατηρούσαν το δικαίωμα στις βάσεις τους, και με μια νομικά δεσμευτική συμφωνία, την υποχρέωση για άμεση επιστροφή σε περίπτωση σοβαρής απειλής.

Απόσυρση έναντι μεγάλων ανταλλαγμάτων από το Ιράν
Κατά το στρατηγικό δόγμα του Ιράν, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή αποτελεί υπαρξιακή απειλή και πρωταρχικός στόχος είναι η αποτροπή της. Χωρίς να αντιμετωπίζει πλέον υπαρξιακές απειλές από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το Ιράν θα έδειχνε μικρότερη διάθεση να αυξήσει τις στρατιωτικές δυνατότητές του.
Ομως, οποιαδήποτε αμερικανική απόσυρση δεν θα ήταν ούτε μονομερής ούτε άνευ όρων. Σε αντάλλαγμα μιας απόσυρσης των ΗΠΑ – ένα έπαθλο που δεν έχει προσφερθεί ποτέ πριν – η Τεχεράνη θα πρέπει να παραχωρήσει περισσότερα από ό,τι στο παρελθόν.
Ως γνωστόν, το πυρηνικό ζήτημα είναι κεντρικό. Οποιαδήποτε ρεαλιστική διευθέτηση θα απαιτούσε από το Ιράν να αποκαταστήσει τη συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας υπό όρους αυστηρότερους από εκείνους του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης του 2015. Αυτό, με τη σειρά του, θα πρέπει να σταματήσει τις μονομερείς επιθέσεις του Ισραήλ κατά του Ιράν. Η, δε, Τεχεράνη, που δεν θα βρίσκεται πλέον υπό υπαρξιακή απειλή, θα είχε λιγότερα κίνητρα να βιαστεί να κατασκευάσει μια βόμβα.
Ρεαλιστική η δογματική η Τεχεράνη;
Κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι το Ιράν δεν θα τηρούσε μια τέτοια συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι η Ισλαμική Δημοκρατία καθοδηγείται από δογματικές επιταγές που δεν μπορούν να αλλάξουν από κανένα κίνητρο. Πιο ρεαλιστές βλέπουν το Ιράν ως ένα ορθολογικό, αν και αδίστακτο κράτος, που επιδιώκει σαφείς στρατηγικούς στόχους: την απομάκρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος από τη γειτονιά του, την αναγνώριση του περιφερειακού στάτους του και τη διασφάλιση της επιβίωσης του καθεστώτος της Τεχεράνης. Από αυτή την οπτική γωνία, η συμπεριφορά του είναι ανοικτή σε πιέσεις και κίνητρα.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι καμία από τις δύο απόψεις δεν είναι απολύτως ακριβής. Το Ιράν έχει ιδεολογικά κίνητρα, γεγονός που εξηγεί ότι επενδύει διαρκώς σε δίκτυα «πληρεξουσίων αντιπροσώπων» του σε όλη την περιοχή, καθώς και ότι αρνείται να εγκαταλείψει τον αντισιωνισμό – τη θεμελιώδη αρχή της επανάστασης – ακόμη κι’ αν η αποκήρυξη θα μείωνε τη διεθνή απομόνωσή του.
Το Ιράν, όμως, είναι και στρατηγικά ευέλικτο. Η εξωτερική του πολιτική βασίζεται σε κίνητρα και αντικίνητρα. Και έχει συχνά επιδείξει ρεαλισμό: έκανε εμπόριο με το Ισραήλ τη δεκαετία του 1980, έζησε περιόδους περιφερειακής ύφεσης στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, τήρησε το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης για περισσότερο από ένα χρόνο μετά την αποχώρηση της Ουάσιγκτον από αυτό, το 2018, και στη συνέχεια συνέχισε να συμμορφώνεται εν μέρει με τους όρους του, ενώ αποκατέστησε τις σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία το 2023.
Κίνητρα
Το ερώτημα δεν είναι αν το Ιράν είναι αξιόπιστο, αλλά αν τα κίνητρα που προσφέρονται αρκούν, προκειμένου η συμμόρφωσή του να γίνει δια της οδού των μικρότερων αντιδράσεων. Από αυτή την άποψη, η αρχιτεκτονική που προτείνεται εδώ – η άρση των κυρώσεων και η απομάκρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας – βάζει στο τραπέζι περισσότερα από οποιοδήποτε προηγούμενο διαπραγματευτικό πλαίσιο.
Από την άλλη, τα κράτη του Κόλπου έχουν να κερδίσουν τα περισσότερα, αλλά και να χάσουν τα περισσότερα. Και οποιαδήποτε διευθέτηση που τα αποκλείει, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια πιο στενή συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα αυτών των δύο, αλλά όχι των μοναρχιών. Το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Ομάν, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ θα πρέπει να είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας. Οχι παρατηρητές.
Καθώς η διευθέτηση θα παίρνει έμπρακτη μορφή και οι ΗΠΑ θα αποσύρουν σταδιακά τις δυνάμεις τους, τα κράτη του Κόλπου πρέπει να δημιουργήσουν τις δικές τους δυνατότητες αποτροπής του Ιράν. Και σήμερα δεν είναι καθόλου ανυπεράσπιστα. Ηδη, διαθέτουν συστήματα πυραυλικής άμυνας υψηλού επιπέδου και συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες που, αν και είναι ακόμη ανομοιογενείς, αναπτύσσονται.
Διευθέτηση – πακέτο
Για την Ουάσινγκτον, μια σταδιακή απόσυρση, υποστηριζόμενη από μια ολοκληρωμένη περιφερειακή διευθέτηση, προσφέρει αυτό που η έως τώρα δεν μπορεί να έχει: μια αξιοπρεπή έξοδο που θα φαινόταν ως ικανότητα πολιτικών χειρισμών και όχι ως υποχώρηση.
Μια διευθέτηση που, μέσω των διεθνών ελέγχων στο Ιράν, θα περιορίζει τις πυρηνικές φιλοδοξίες του, τερματίζει δεκαετίες δουλειάς πάνω στα πυρηνικά, και δημιουργεί τη βάση για να λυθούν ταυτόχρονα πολλά προβλήματα στον Περσικό Κόλπο: το δημοσιονομικό βάρος της μόνιμης παρουσίας των ΗΠΑ, η αναταραχή στις αγορές ενέργειας που προκαλείται από την περιφερειακή αστάθεια και η κόπωση των Αμερικανών με την επ’ άπειρον εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Το μεγάλο ζητούμενο για την Τεχεράνη
Το βραβείο για το Ιράν θα είναι αυτό που 40 χρόνια πολιτικής ισλαμικής επανάστασης και πυρηνικών ακροβατισμών δεν του έχουν δώσει. Την άρση των κυρώσεων, ούτως ώστε να επανεκκινήσει την οικονομία του. Κάτι που είναι πολύ πιο σημαντικό για το καθεστώς από οποιαδήποτε στρατιωτική νίκη.
Η εσωτερική απειλή από έναν νεαρό, μορφωμένο και αποξενωμένο από την εξουσία πληθυσμό είναι πιο επικίνδυνη για την Ισλαμική Δημοκρατία από έναν συνασπισμό του εξωτερικού παράγοντα. Έχοντας επιβιώσει από την πιο έντονη στρατιωτική πίεση στην ιστορία του, το καθεστώς έχει πλέον αρκετή νομιμοποίηση για να κάνει παραχωρήσεις σε εξωτερικούς αντιπάλους και στους δικούς του πολίτες χωρίς να εμφανιστεί ταπεινωμένο.
Τέρμα η «πληρωμένη ασφάλεια» από τις ΗΠΑ
Για τα κράτη του Κόλπου, το να παραμείνουν προσδεμένα στο καθεστώς των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας – μια αρχιτεκτονική που μερικές φορές όντως λειτούργησε – αντανακλά μια αιώνια συνήθεια της ελίτ. Αλλά η ασφάλεια δεν μπορεί να αγοραστεί στο εξωτερικό. Πρέπει να οικοδομηθεί στο εσωτερικό.
Οι ΗΠΑ τελικά θα εγκαταλείψουν την περιοχή, ανεξάρτητα από τις προτιμήσεις των μοναρχιών. Το μόνο ερώτημα είναι αν τα κράτη του Κόλπου θα διαμορφώσουν τους όρους αυτής της εξόδου μόνα τους – ή αν αυτοί οι ίδιες οι συνθήκες θα διαμορφώσουν τους όρους.
Μια Βεστφαλία για τον Περσικό
Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη του Κόλπου πρέπει να αντιμετωπίσουν τα ίδια το Ιράν, αντί να περιμένουν από την Ουάσινγκτον να το κάνει για αυτά. Μια διευθέτηση μεταξύ των μοναρχιών του Κόλπου και του Ιράν πρέπει να λάβει τη μορφή μιας συνθήκης στην οποία η σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τις βάσεις στον Κόλπο γίνεται ο ακρογωνιαίος λίθος μιας συνολικής περιφερειακής συμφωνίας.
Ετσι, η απόσυρση των ΗΠΑ δεν θα ήταν μια υποχώρηση που επιβλήθηκε από την ιρανική επιθετικότητα, αλλά μια υπολογισμένη κίνηση. Το Ιράν επιδιώκει την απόσυρση των ΗΠΑ από τον Περσικό Κόλπο εδώ και δεκαετίες. Για να το πετύχει αυτό, καθώς και για να χαλαρώσει σταδιακά τις διεθνείς κυρώσεις, η Τεχεράνη θα προσέφερε μεγάλες παραχωρήσεις: περιορισμούς στα πυρηνικά και πυραυλικά της προγράμματα, τερματισμό των επιθετικών πολιτικών της και βήματα για την διπλωματική εξομάλυνση των σχέσεων με τους γείτονές της. Κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε την αρχή μιας νέας περιφερειακής τάξης – μια Βεστφαλία για τον Περσικό Κόλπο (σ.σ. η ιστορική Συνθήκη της Βεστφαλίας, το 1648, σηματοδότησε τη λήξη του Τριαντακονταετούς -1618-1648- και του Ογδοηκονταετούς Πολέμου -1568-1648- στην Ευρώπη).
Αλλά μια συμφωνία από μόνη της δεν αρκεί. Οι Ενοπλες Δυνάμεις των κρατών του Κόλπου πρέπει να ανασυγκροτηθούν ούτως ώστε να είναι ετοιμοπόλεμες. Επί δεκαετίες, οι μοναρχίες έχουν αναθέσει την ασφάλειά τους σε ξένους και οι στρατοί τους είναι καθρέφτης αυτής της λογικής. Αυτό πρέπει να σταματήσει.



