Του Ζαφείρη Χατζηδήμου
Η πιθανότητα επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35 έχει αναζωπυρώσει έναν από τους πιο ακανθώδεις στρατηγικούς διαλόγους εντός της αμερικανικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Η νέα έκθεση του JINSA (Jewish Institute for National Security of America), με τίτλο “Flight Risk: Turkey and the F-35” η οποία δημοσιοποιήθηκε τις τελευταίες ημέρες του Απριλίου, προσφέρει μια συνολική αποτίμηση των κινδύνων, των προϋποθέσεων και των γεωπολιτικών συσχετισμών που διαμορφώνουν την προοπτική συμμετοχής της Άγκυρας στο πλέον εξελιγμένο αεροπορικό πρόγραμμα της Δύσης.
Η σημασία του ζητήματος ξεπερνά τις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας και αγγίζει τον πυρήνα της τεχνολογικής ασφάλειας, της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και της πολιτικής αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ στο σύνολό του.
Η Τουρκία είχε αρχικά ενταχθεί στο πρόγραμμα F-35 από το 2002, επενδύοντας περισσότερα από 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια και αναλαμβάνοντας την παραγωγή περίπου 900 κρίσιμων εξαρτημάτων για το αεροσκάφος. Ωστόσο, η κρίσιμη απόφαση της Άγκυρας να προχωρήσει στην αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 Triumph το 2017, και η άρνησή της να την ανακαλέσει, δημιούργησε σοβαρές ρωγμές στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ.
Το σύστημα S-400, όπως αναφέρουν οι Αμερικανοί επιτελείς, έχει τη δυνατότητα να συλλέγει ηλεκτρονικά ίχνη και υπογραφές των αεροσκαφών stealth, κάτι που αποτελεί απαράδεκτο κίνδυνο για το F-35, που βασίζεται στην τεχνολογία χαμηλής παρατηρησιμότητας.
Οι κυρώσεις CAATSA
Το 2019, επί κυβέρνησης Τραμπ, η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα και της επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA**. Παρότι η Άγκυρα διατήρησε εμμέσως εμπλοκή στην εφοδιαστική αλυσίδα μέσω εργολαβιών και υποκατασκευών, το στρατηγικό μήνυμα της Ουάσινγκτον ήταν σαφές: δεν μπορεί να υπάρξει συμβατότητα του F-35 με ένα κράτος που χρησιμοποιεί ενεργά ρωσικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας. Από τότε, η Τουρκία επιδιώκει με διάφορους τρόπους την επανένταξη – είτε ζητώντας άρση των κυρώσεων είτε προσπαθώντας να πείσει για την επιχειρησιακή ανάγκη ενίσχυσης των αεροπορικών της δυνατοτήτων.
Η έκθεση του JINSA διατυπώνει αυστηρές επιφυλάξεις απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο και θέτει συγκεκριμένους όρους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται:
– Η πλήρης απομάκρυνση των S-400 από το τουρκικό έδαφος (ιδανικά μέσω μεταπώλησης σε τρίτη χώρα όπως η Ινδία),
– Η υιοθέτηση συστημάτων Patriot αντί για ρωσικά,
– Η αποκοπή των δεσμών με τη Χαμάς και άλλες ακραίες μουσουλμανικές οργανώσεις,
– Ο απόλυτος σεβασμός της εκ του διεθνούς δικαίου ελληνικής και κυπριακής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο
– Η σταδιακή εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ.
Οι συντάκτες τονίζουν ότι μόνο με νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις μπορεί να τεθεί ξανά το ζήτημα εξαγωγής F-35 προς την Τουρκία, ώστε να προστατευθεί η επιχειρησιακή ασφάλεια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.
Κόλαφος για τον Τ. Ερντογάν
Πέρα από τις τεχνικές παραμέτρους, η έκθεση επιχειρεί μια εμβάθυνση στη στρατηγική φυσιογνωμία της Τουρκίας. Η Άγκυρα παρουσιάζεται ως ένας αναθεωρητικός, νεο-οθωμανικός δρώντας, με όλο και πιο εχθρική στάση προς το Ισραήλ, συστηματική υπονόμευση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, ενίσχυση της μουσουλμανικής Αδελφότητας και συγκρουσιακή στάση έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών στη Συρία και το Ιράκ.

Ο πρόεδρος Ερντογάν κατηγορείται ότι φιλοξενεί και ενισχύει τη Χαμάς, χρηματοδοτεί μέσω διαύλων το δίκτυό της και επιτρέπει την παρουσία ανώτερων στελεχών της στην Κωνσταντινούπολη, σε πλήρη αντίθεση με τις αντιτρομοκρατικές πολιτικές των ΗΠΑ.
Στο σώμα της έκθεσης αναδεικνύονται και οι τεχνολογικοί κίνδυνοι: η πιθανότητα το ρωσικής κατασκευής σύστημα S-400 να συλλέξει δεδομένα για το ηλεκτρομαγνητικό προφίλ του F-35 και να τα μεταφέρει στη Μόσχα αποτελεί έναν από τους σοβαρότερους λόγους αποκλεισμού. Η Τουρκία, υποστηρίζεται, δεν μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως σύμμαχος και ως πιθανός διαμεσολαβητής στρατιωτικής τεχνολογίας προς τους γεωπολιτικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ.
Επιπλέον, η Άγκυρα συνεχίζει να εκβιάζει την Ουάσινγκτον και το ΝΑΤΟ με το γεωγραφικό της πλεονέκτημα και με εργαλεία όπως οι μεταναστευτικές ροές, γεγονός που δυσχεραίνει περαιτέρω τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων στον τομέα της ασφάλειας.
Η προτροπή του JINSA προς το Κογκρέσο είναι ρητή: να επεκταθεί το νομικό πλαίσιο του δόγματος της Ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής του Ισραήλ (QME)* ώστε να συμπεριλάβει και την Τουρκία. Μέχρι σήμερα, ο μηχανισμός αυτός εφαρμόζεται αποκλειστικά στις αραβικές χώρες. Εάν εφαρμοστεί και για την Τουρκία, οποιαδήποτε εξαγωγή τεχνολογίας – όχι μόνο του F-35, αλλά και άλλων προηγμένων συστημάτων όπως τα F-16 Block 70 ή τα ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου μάχης – θα υπόκειται σε αυστηρή αξιολόγηση. Αυτή η αλλαγή θα μπορούσε να αποτελέσει νομοθετικό προηγούμενο με μακροχρόνια αποτελέσματα στην πολιτική εξαγωγών των ΗΠΑ.
Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι, εν απουσία του F-35, η Τουρκία εντείνει τις επαφές της με την Κίνα για το J-31, με τη Ρωσία για το Su-57 και με το Πακιστάν στο πλαίσιο κοινής ανάπτυξης αεροσκαφών. Ταυτόχρονα προωθεί το εθνικό πρόγραμμα “KAAN” (TF-X), το οποίο όμως παραμένει σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης και στηρίζεται σε αμερικανικούς κινητήρες General Electric. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την εξάρτηση της Τουρκίας από τη Δύση, παρά τις αντίθετες δηλώσεις περί “στρατηγικής αυτονομίας”.
Δεν είναι «τυχαίο» το JINSA
Ο πολιτικός αντίκτυπος αυτής της έκθεσης δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Το JINSA διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με μέλη του Κογκρέσου και επηρεάζει σημαντικά το περιβάλλον λήψης αποφάσεων στην Ουάσινγκτον. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές που στηρίζουν το Ισραήλ, αλλά και Έλληνες ομογενείς όπως οι Γκας Μπιλιράκης και Κρις Πάπας, ήδη πιέζουν για μονιμοποίηση του αποκλεισμού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως φαίνεται, η ελληνική κυβέρνηση προτιμά να μην εμπλακεί απευθείας στη σύγκρουση αυτή και αφήνει το Ισραήλ να “βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά” μέσω των παρασκηνιακών επαφών του με το Κογκρέσο και την αμερικανική ελίτ. Αυτός ο έμμεσος διπλωματικός ελιγμός έχει στόχο να μπλοκάρει την πώληση των F-35 χωρίς να εκτεθεί η Αθήνα ως πρωταγωνιστής μιας αντιτουρκικής πρωτοβουλίας, αλλά εγκυμονεί τον κίνδυνο να ερμηνευτεί από την Άγκυρα ως συνολική εχθρική ενέργεια. Και εδώ πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός ότι η ελληνική ομογένεια δεν φαίνεται να ασχολείται και ιδιαίτερα με τα συμφέροντα της «μητέρας-πατρίδας» και αναλώνεται στην
Σε τελική ανάλυση, η έκθεση του JINSA συνιστά ένα βαρυσήμαντο πολιτικό και τεχνικό εργαλείο πίεσης προς το αμερικανικό Κογκρέσο. Σε μια περίοδο που ο πρόεδρος Τραμπ δείχνει πρόθυμος να διαπραγματευτεί με τον Ερντογάν, η παρουσία ενός τεκμηριωμένου, αυστηρού πλαισίου όπως αυτό της έκθεσης ενισχύει τα επιχειρήματα όσων ζητούν ρεαλιστική και όχι επιπόλαιη επαναπροσέγγιση με την Τουρκία.
Αν η ανάλυση αυτή πετύχει τον στόχο της, το ενδεχόμενο πώλησης F-35 στην Τουρκία θα παγώσει επ’ αόριστον και η Άγκυρα θα υποχρεωθεί να επανεξετάσει όχι μόνο τη στρατηγική της θέση, αλλά και την ταυτότητά της ως συμμάχου ή αντίπαλου της Δύσης.
Συντάκτες της έκθεσης “Flight Risk: Turkey and the F-35” είναι οι Blaise Misztal (αντιπρόεδρος Πολιτικής του JINSA), John Hannah (πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Αντιπροέδρου Ντικ Τσένι) και Michael Makovsky (πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του JINSA).
Ολόκληρη την έκθεση μπορείτε να την διαβάσετε εδώ
Υ.Γ. Το γιατί η ελληνική ομογένεια δεν έχει «αντανακλαστικά» και να αφήνει άλλες χώρες να αναλαμβάνουν το βάρος της υπεράσπισης των συμφερόντων της «μητέρας-πατρίδας» δεν είναι μυστικό. Η εξήγησή του κρύβεται στο τρίγωνο μεταξύ Νέας Υόρκης – Μεγάρου Μαξίμου – Κωνσταντινούπολης που έχει επιφέρει τον εμφύλιο της ομογένειας ανάμεσα σε «Φιλικούς» και «Κοτζαμπάσηδες». Επειδή όμως το θέμα έχει μεγάλες προεκτάσεις θα σας πληροφορήσουμε για τα τεκταινόμενα εντός των επομένων ημερών.
*Το QME είναι το ακρωνύμιο του (Qualitative Military Edge), δηλαδή η Ποιοτική Στρατιωτική Υπεροχή του Ισραήλ. Πρόκειται από το 2008 για θεμελιώδη δόγμα της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή, που διασφαλίζει ότι το Ισραήλ θα διατηρεί πάντα υπεροχή σε προηγμένα στρατιωτικά μέσα σε σχέση με κάθε άλλη χώρα της περιοχής.
** Το CAATSA είναι το ακρωνύμιο του Countering America‘s Adversaries Through Sanctions Act, δηλαδή ο Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων. Ψηφίστηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ το 2017.



