Με αφορμή τη νέα υποτροπή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και την επανάκαμψη, ως όλα δείχνουν, του φαινομένου των προκλήσεων, δια των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου (ΕΕΧ), κυρίως από τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, διατυπώνεται έντονος προβληματισμός εάν η Ελλάδα είναι έτοιμη να ανταποκριθεί σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση σε συνθήκες νέων στρατιωτικών – πολεμικών τεχνολογιών.

Ο γεωπολιτικός αναλυτής και σύμβουλος, υπεύθυνος της πλατφόρμας ενημέρωσης South East Med Energy and Defence, Αναστάσιος Τσιπλάκος, σε ανάρτησή του στα social media με τίτλο «Είναι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σε θέση να διεξάγουν έναν πόλεμο τον 21ο αιώνα;», αναφέρει:
Ίσως ο πιο σημαντικός προβληματισμός δεν είναι η έλλειψη επαρκούς αριθμού μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) —ιδίως σε σύγκριση με το στόλο της Τουρκίας— αλλά μάλλον η συνολική αντίληψη της ελληνικής ηγεσίας για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου στον 21ο αιώνα, ακόμη και μετά τα πολλαπλά διδάγματα που αντλήθηκαν από τη σύγκρουση στην Ουκρανία, καθώς και η απουσία ουσιαστικών επενδύσεων για την ανάπτυξη μιας ικανής εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας που θα υποστήριζε ένα τέτοιο πόλεμο…
Η αυξανόμενη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) από την Τουρκία για την είσοδο στον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο δημιουργεί μια νέα επιχειρησιακή και οικονομική πρόκληση για την Αθήνα, σύμφωνα με Έλληνες αξιωματούχους και τις διαθέσιμες εκτιμήσεις για το κόστος πτήσης αντιμετώπισής τους.
Η πρακτική αυτή αντικατοπτρίζει αυτό που οι ελληνικές αρχές περιγράφουν ως στρατηγική «φθηνών παραβιάσεων με μηδενικό ρίσκο» για την ανθρώπινη ζωή. Ενώ το κόστος μιας πτήσης ελληνικού μαχητικού F-16, που απογειώνεται για αποστολές αναγνώρισης και αναχαίτισης, εκτιμάται σε περίπου 20.000 ευρώ ανά ώρα, το λειτουργικό κόστος ενός τουρκικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους Bayraktar μπορεί να είναι έως και δέκα φορές χαμηλότερο.
Πολεμώντας στον 21ο αιώνα…
Οι Ρώσοι χειριστές drone είχαν καταλύσει για τη νύχτα. Το λευκό τους όχημα ήταν σταθμευμένο στην είσοδο ενός μικρού σπιτιού, στην κατεχόμενη νότια Ουκρανία.
Σε απόσταση περίπου 30 μιλίων, δύο Ουκρανοί χειριστές είχαν σταθμεύσει το φορτηγό τους ανάμεσα στα δέντρα, στην άκρη ενός χωραφιού, και είχαν συναρμολογήσει ένα drone μεσαίου μεγέθους, εξοπλισμένο με δύο βόμβες.
Ο στόχος τους; Οι κοιμώμενοι Ρώσοι χειριστές.
Εκείνη τη νύχτα, η ουκρανική ομάδα διέθετε ένα ισχυρό νέο εργαλείο για το πεδίο της μάχης: δορυφορικές εικόνες υψηλής τεχνολογίας, οι οποίες παρείχαν πληροφορίες σχεδόν σε πραγματικό χρόνο σχετικά με τις μετακινήσεις και τις θέσεις των εχθρικών δυνάμεων.
Η ταχεία ανάγνωση δορυφορικών εικόνων υψηλής ποιότητας από τα στρατεύματα της πρώτης γραμμής αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στο πεδίο της μάχης κατά το τελευταίο έτος, επιτρέποντας στην Ουκρανία να πλήττει άμεσα αποθήκες οπλισμού, κόμβους επιμελητείας και στρατόπεδα σε μεγάλο βάθος εντός των εδαφών που ελέγχονται από τη Ρωσία, καθώς και στο εσωτερικό της ίδιας της Ρωσίας.
Σε ένα νέο εργαλείο, οι εικόνες μεταδίδονται σε μια συσκευή που μοιάζει με φορητή κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών, μέσω της οποίας οι χειριστές μπορούν να εντοπίζουν στόχους, να σχεδιάζουν διαδρομές πτήσης, ακόμη και να εξαπολύουν πυρά από μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει σε μεγάλο βαθμό βαλτώσει σε ένα αιματηρό αδιέξοδο, η πρόοδος στο πεδίο της μάχης εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον ανταγωνισμό για την απόκτηση νέων τεχνολογιών που μπορούν να προσδώσουν πλεονέκτημα στην κάθε πλευρά. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAVs) –είτε επιχειρούν στον αέρα, στην ξηρά ή στη θάλασσα– έχουν αναδειχθεί στο πλέον αποτελεσματικό μέσο για την εξόντωση ή τον ακρωτηριασμό των εχθρών.
Οι δορυφόροι μπορούν να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής έως και 15 φορές την ημέρα, βοηθώντας τους στρατιώτες να εντοπίζουν ανεπαίσθητες μεταβολές στο έδαφος που ενδέχεται να υποδεικνύουν πιθανούς ρωσικούς στόχους.
Επιστροφή στον 20ο αιώνα…
Οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη επανεμφανίστηκαν πάνω από το Αιγαίο Πέλαγος, μετά από μια περίοδο σχετικής ηρεμίας. Από τις αρχές του έτους, και ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους δύο μήνες, οι ελληνικές αρχές έχουν καταγράψει αύξηση τέτοιων περιστατικών.
Μια αξιοσημείωτη μεταβολή είναι ότι οι περισσότερες παραβιάσεις δεν πραγματοποιούνται πλέον από μαχητικά αεροσκάφη, αλλά από μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) διαφόρων τύπων. Η σημαντικότερη ποιοτική αλλαγή είναι ο κυρίαρχος ρόλος των UAV, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων Bayraktar, Aksungur και ANKA-S.
Η Πολεμική Αεροπορία της Ελλάδας εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε αεροσκάφη F-16 και Mirage 2000-5 για τις αναχαιτίσεις. Αν και οι αποστολές αυτές συνεπάγονται σημαντικό κόστος, οι υπεύθυνοι επισημαίνουν ότι προσφέρουν επίσης ρεαλιστική εκπαίδευση στους πιλότους και στο ευρύτερο σύστημα αεράμυνας(!)…
Είναι η Ελλάδα έτοιμη να ακολουθήσει τις εξελίξεις;
Η Ελλάδα είναι μια χώρα της οποίας η οικονομία «παράγει» περίπου 250 δισ. ευρώ ετησίως σε τρέχουσες τιμές, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το 2025.
Η αμυντική βιομηχανία, ωστόσο, συνεισφέρει μόλις το αμελητέο ποσοστό του 0,5% περίπου σε αυτό το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αυτό εξηγεί γιατί η μερίδα του λέοντος των χρημάτων που καταβάλλουν οι Έλληνες φορολογούμενοι για την άμυνα καταλήγει τελικά σε ξένες εταιρείες –είτε πρόκειται για αμερικανικές, γαλλικές, γερμανικές, ισραηλινές, βραζιλιάνικες ή άλλες.
Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ή να εικάσει ότι η αγορά ξένου στρατιωτικού εξοπλισμού —λειτουργώντας ως ένα είδος γεωπολιτικού «ασφαλίστρου» προς τους συμμάχους— αποφέρει «ευκολότερα» και πιο άμεσα αποτελέσματα σε σύγκριση με την επένδυση στην επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία ανάπτυξης εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας· μια παραδοχή που ενδέχεται, επίσης, να καταδεικνύει την ευρύτερη βραχυπρόθεσμη στρατηγική για τη χώρα…
Σε αντίθεση με τη στάση της Ελλάδας —η οποία έχει στερήσει από την οικονομία της έναν σημαντικό παραγωγικό κλάδο, κρίσιμο για την εθνική της άμυνα, ιδίως στην τρέχουσα συγκυρία— η Τουρκία χαίρει φήμης ως εταίρος στον τομέα της άμυνας, με τον οποίο μπορούν να συνεργαστούν οι μεσαίες δυνάμεις, δηλαδή τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη.
Επιπλέον, έχει αναδειχθεί σε παράδειγμα επιτυχημένου βιομηχανικού μετασχηματισμού, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να πασχίζει να πείσει τους εταίρους της ότι όντως προχωρά σε κάποια δράση.
Αντιθέτως, προβάλει διάφορα αμυντικά συστήματα με ηχηρές ονομασίες δανεισμένες από την αρχαιοελληνική μυθολογία —όπως το «Αρχύτας» και άλλα παρόμοια— τα οποία συνήθως αντιμετωπίζονται με μειδίαμα και, ίσως, με κάποια συμπόνια…

Ο αντιστράτηγος ε.α., επίτιμος διοικητής ΑΣΔΕΝ, Ανδρέας Ηλιόπουλος, σε ανάρτησή του στα social media, με τίτλο “Τα drones, η «Γαλάζια Πατρίδα» και η άμυνα του Αιγαίου”, γράφει για τον «πόλεμο που αλλάζει»:
Ακούω συχνά τη βιαστική άποψη ότι «τα drones πεθαίνουν». Επειδή καταρρίπτονται. Επειδή αντιμετωπίζονται από τον Ηλεκτρονικό Πόλεμο. Επειδή σε ορισμένες περιπτώσεις το κόστος αντιμετώπισής τους μπορεί να είναι δυσανάλογο προς την αξία του ίδιου του μη επανδρωμένου συστήματος.
Κατά την άποψή μου, πρόκειται για λάθος ανάγνωση της εξέλιξης του πολέμου. Αυτό που πεθαίνει δεν είναι το drone. Πεθαίνει η αφέλεια της πρώτης εποχής των drones. Το μικρό εμπορικό τετρακόπτερο που εμφανίστηκε στα πρώτα χρόνια ως ένα φθηνό και σχετικά απλό μέσο επιτήρησης ή προσβολής μπορεί πράγματι να είναι ευάλωτο.
Όμως αυτό δεν είναι το τέλος των μη επανδρωμένων συστημάτων. Είναι η αρχή μιας δεύτερης γενιάς. Μιας γενιάς στην οποία το drone δεν είναι πλέον ένα μεμονωμένο αεροπορικό μέσο, αλλά τμήμα ενός ευρύτερου συστήματος αισθητήρων, επικοινωνιών, ηλεκτρονικού πολέμου, τεχνητής νοημοσύνης και προσβολής.
Και για την Ελλάδα αυτή η εξέλιξη δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση. Έχει άμεση σχέση με το Αιγαίο. Έχει άμεση σχέση με την τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» – Mavi Vatan.
Η Γαλάζια Πατρίδα δεν είναι μόνο χάρτης
Η Mavi Vatan έχει εξελιχθεί σε σημαντικό στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής αντίληψης για τη θάλασσα και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη θέση της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η έννοια συνδέεται με τουρκικές διεκδικήσεις σε εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές και με μια αντίληψη στρατηγικής προβολής ισχύος. Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με τη νομική ή πολιτική της βάση για να αναγνωρίσει μια στρατιωτική πραγματικότητα.
Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά στην ικανότητα να μετατρέπει τη ναυτική και αεροπορική ισχύ της σε συνεχή παρουσία στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο. Και εδώ τα drones αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Γιατί ένα επανδρωμένο αεροσκάφος έχει κόστος, περιορισμούς και ανθρώπινο παράγοντα.
Ένα μη επανδρωμένο σύστημα μπορεί να παραμένει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην περιοχή ενδιαφέροντος, να συλλέγει πληροφορίες, να δημιουργεί πίεση και να υποχρεώνει τον αντίπαλο να αντιδρά. Αυτό δημιουργεί μια νέα μορφή στρατηγικής πίεσης: όχι απαραίτητα επίθεση, αλλά μόνιμη παρουσία.
Από τη «Γαλάζια Πατρίδα» στη «Γαλάζια Επιτήρηση»
Η πραγματική αξία των drones στην τουρκική στρατηγική δεν βρίσκεται μόνο στο αν μπορούν να πλήξουν έναν στόχο. Βρίσκεται στο ότι μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία μιας συνεχούς εικόνας του πεδίου. Θάλασσα. Νησιά. Θαλάσσιες οδοί. Κινήσεις πλοίων. Εγκαταστάσεις. Δραστηριότητες.
Αυτή η δυνατότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο Αιγαίο, όπου η γεωγραφία δημιουργεί ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον.
Η Τουρκία έχει ήδη εντάξει UAV στις μεγάλες ναυτικές ασκήσεις της. Στην άσκηση Mavi Vatan 2021, για παράδειγμα, το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ρητά τη συμμετοχή μη επανδρωμένων αεροπορικών συστημάτων και τη χρήση τους στο θαλάσσιο επιχειρησιακό περιβάλλον σε επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο.
Αυτό έχει σημασία. Γιατί δείχνει ότι τα drones δεν αντιμετωπίζονται από την Τουρκία ως ένα περιφερειακό ή πειραματικό όπλο. Εντάσσονται στη συνολική επιχειρησιακή αρχιτεκτονική.
Η νέα ασυμμετρία
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πρόκληση. Ο αντίπαλος μπορεί να δημιουργεί φθηνή και επίμονη πίεση, ενώ η αντίδραση μπορεί να απαιτεί πολύ ακριβότερα μέσα. Ένα UAV που πετάει σε μια περιοχή μπορεί να υποχρεώσει την άλλη πλευρά να ενεργοποιήσει μαχητικά αεροσκάφη, συστήματα επιτήρησης ή άλλους πόρους.
Η σχέση κόστους δεν είναι πάντοτε υπέρ αυτού που αμύνεται. Και αυτό δημιουργεί μια νέα μορφή στρατηγικής φθοράς. Δεν χρειάζεται ο αντίπαλος να καταρρίψει ένα ελληνικό αεροσκάφος. Αρκεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μας υποχρεώνει να χρησιμοποιούμε συνεχώς πολύ ακριβότερα μέσα για να αντιμετωπίσουμε φθηνότερες απειλές.
Πρόσφατες αναφορές για αυξημένη χρήση τουρκικών UAV στο Αιγαίο ανέδειξαν ακριβώς αυτή την οικονομική και επιχειρησιακή ασυμμετρία.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο: «Πώς θα καταρρίψουμε το τουρκικό drone;» Το πραγματικό ερώτημα είναι: «Πώς θα κάνουμε την τουρκική χρήση των drones οικονομικά, επιχειρησιακά και στρατηγικά μη αποδοτική;»
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό ερώτημα. Οι Επιχειρησιακοί Σχηματισμοί της άμυνας του Αρχιπελάγους βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της αλλαγής. Για έναν πρώην Διοικητή της ΑΣΔΕΝ, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Τα νησιά δεν είναι απλώς σημεία πάνω στον χάρτη. Είναι στρατηγικοί κόμβοι. Και κάθε στρατηγικός κόμβος που μπορεί να παρατηρηθεί, να απομονωθεί ή να προσβληθεί από απόσταση πρέπει να επανασχεδιάσει τον τρόπο με τον οποίο επιβιώνει.
Η παλιά λογική ήταν σε μεγάλο βαθμό: οχυρώνω – συγκεντρώνω – προστατεύω – αμύνομαι. Η νέα πραγματικότητα απαιτεί: διασπείρω – αποκρύπτω – μετακινούμαι – δικτυώνομαι – επιβιώνω – επανεμφανίζομαι.
Δεν σημαίνει εγκατάλειψη της οργάνωσης των μονάδων. Σημαίνει ότι η στατικότητα πρέπει να πάψει να αποτελεί προϋπόθεση της αποτελεσματικής άμυνας.
Από την άμυνα των νησιών στο «Τείχος του Αρχιπελάγους»
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ελληνική απάντηση. Την ονομάζω: “Τείχος του Αρχιπελάγους”. Το Τείχος του αρχιπελάγους δεν είναι μια απλή αντιγραφή της τουρκικής στρατηγικής. Η Τουρκία έχει επενδύσει στην προβολή ισχύος σε έναν ευρύ θαλάσσιο χώρο. Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει αυτό που της προσφέρει η γεωγραφία της: το Αρχιπέλαγος.
Δεν χρειάζεται να ελέγχει κάθε τετραγωνικό μέτρο. Πρέπει να καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη την προσπάθεια του αντιπάλου να αποκτήσει επίμονη, αξιόπιστη και ασφαλή επιχειρησιακή κυριαρχία πάνω από τα νησιά και τις θαλάσσιες γραμμές που τα συνδέουν.
Αυτό απαιτεί ένα διαφορετικό αμυντικό πλέγμα. Το νησί του μέλλοντος δεν θα είναι ένα «στρατόπεδο». Το νησί του μέλλοντος πρέπει να είναι ένα δικτυωμένο αμυντικό οικοσύστημα. Πολλαπλοί αισθητήρες. Μη επανδρωμένα μέσα. Αντι-UAS δυνατότητες. Ηλεκτρονικός Πόλεμος. Διασπορά. Εναλλακτικές επικοινωνίες. Κινητικότητα. Παραπλάνηση. Αποκεντρωμένη διοίκηση. Ανθεκτικές υποδομές. Και πάνω από όλα: Όπως και παλαιότερα, ικανότητα συνέχισης της αποστολής ακόμη και μετά από πλήγμα.
Αυτό είναι το κρίσιμο. Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε την άμυνα με την υπόθεση ότι τίποτα δεν θα χτυπηθεί. Πρέπει να σχεδιάζουμε με την υπόθεση ότι κάποια πράγματα θα χτυπηθούν και παρ’ όλα αυτά η άμυνα θα συνεχίσει να λειτουργεί. Αυτό είναι η στρατιωτική ανθεκτικότητα που χρειαζόμαστε.
Το drone δεν αντιμετωπίζεται μόνο με άλλο drone. Θα ήταν λάθος να απαντήσουμε στην τουρκική ανάπτυξη UAV απλώς με έναν αγώνα αριθμών. «Εκείνοι έχουν τόσα drones, εμείς πρέπει να αποκτήσουμε τόσα.» Δεν είναι αυτή η λύση. Η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων απειλών. Το σύστημα αυτό πρέπει να συνδυάζει αισθητήρες, ηλεκτρονικά αντίμετρα, κινητά μέσα αντιμετώπισης, φυσική προστασία, παραπλάνηση και – όπου απαιτείται – κινητικά μέσα.
Το σημαντικότερο όμως είναι η διασύνδεσή τους. Γιατί ένα εξαιρετικό σύστημα που λειτουργεί μόνο του είναι λιγότερο χρήσιμο από πολλά επαρκή συστήματα που λειτουργούν ως ένα. Ο πόλεμος του μέλλοντος θα είναι πόλεμος δικτύων. Και το δίκτυο που επιβιώνει είναι ισχυρότερο από την πλατφόρμα που καταστρέφεται. Η μεγάλη αλλαγή είναι στη διοίκηση.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη σημαντικότερο από την τεχνολογία. Η διοίκηση. Ένας διοικητής που περιμένει διαρκώς οδηγίες από ένα κεντρικό αρχηγείο μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα που η τεχνολογία από μόνη της δεν μπορεί να λύσει.
Αν η επικοινωνία διακοπεί; Αν το στρατηγείο πληγεί; Αν το δίκτυο υποστεί ηλεκτρονική επίθεση; Αν η εικόνα του πεδίου κατακερματιστεί; Η απάντηση είναι η αποκεντρωμένη διοίκηση και η κουλτούρα του Mission Command. Η «κουλτούρα του Mission Command» (Διοίκηση βάσει της Αποστολής) είναι η φιλοσοφία ηγεσίας και διοίκησης που βασίζεται στην εκχώρηση πρωτοβουλίας στους υφισταμένους, την αποκέντρωση της λήψης αποφάσεων και την αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Αντί ο διοικητής/ηγέτης να υπαγορεύει πώς θα εκτελεστεί μια ενέργεια (με λεπτομερείς διαταγές και μικροδιαχείριση), επικοινωνεί ξεκάθαρα ποιος είναι ο αντικειμενικός σκοπός (Intent) και γιατί πρέπει να επιτευχθεί, αφήνοντας στους υφισταμένους την ελευθερία να αποφασίσουν το πώς ανάλογα με τις συνθήκες στο πεδίο.
Ο τοπικός διοικητής πρέπει να έχει εκπαιδευτεί ώστε να μπορεί να συνεχίσει την αποστολή μέσα στο πλαίσιο της πρόθεσης του ανωτέρου του. Όχι να περιμένει απλώς την επόμενη διαταγή. Αυτό δεν είναι μόνο τεχνολογικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ηγεσίας.
Η Τουρκία δεν πρέπει να μας επιβάλει τον τρόπο που θα πολεμήσουμε Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό συμπέρασμα. Η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στην προσπάθεια να αντιγράψει τη Mavi Vatan.
Η Τουρκία έχει διαφορετική γεωγραφία. Διαφορετικό πληθυσμιακό μέγεθος. Διαφορετική βιομηχανική βάση. Διαφορετικές επιχειρησιακές δυνατότητες. Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα. Και ένα από τα μεγαλύτερα είναι το ίδιο το Αιγαίο. Το Αρχιπέλαγος μπορεί να γίνει πολλαπλασιαστής ισχύος. Αλλά μόνο εάν οργανωθεί ως σύστημα όπως στην πραγματικότητα συμβαίνει.
Δεν πρέπει να φοβόμαστε τα drones. Πρέπει να τα κατανοήσουμε
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να αντιμετωπίσουμε τα drones είτε ως θαυματουργά όπλα είτε ως παροδική μόδα. Δεν είναι τίποτε από τα δύο. Είναι μέρος μιας βαθύτερης στρατιωτικής επανάστασης.
Η Τουρκία το έχει κατανοήσει και επενδύει συστηματικά στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων και στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει όχι με πανικό αλλά με στρατηγική. Όχι με αποσπασματικές αγορές. Με δόγμα. Με εκπαίδευση. Με δικτύωση. Με βιομηχανική βάση. Με έρευνα. Και κυρίως με αλλαγή νοοτροπίας.
Η Γαλάζια Πατρίδα χρειάζεται μια ελληνική απάντηση. Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς: «Θα αγοράσουμε περισσότερα όπλα. Πρέπει να είναι: «Θα οργανώσουμε διαφορετικά τον χώρο που υπερασπιζόμαστε.»
Η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει τη θαλάσσια γεωγραφία σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει τη νησιωτική γεωγραφία σε στρατηγική ανθεκτικότητα.
Η Mavi Vatan βασίζεται στην προβολή ισχύος. Η ελληνική απάντηση πρέπει να βασίζεται στην άρνηση του αντιπάλου να επιτύχει γρήγορα και αποφασιστικά αποτελέσματα.
Αυτό είναι το “Τείχος του Αρχιπελάγους”. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό μήνυμα των drones. Τα drones δεν αλλάζουν απλώς τον τρόπο με τον οποίο πολεμάμε. Αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να σκεφτόμαστε την άμυνα.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος έχει τα περισσότερα μέσα. Είναι ποιος μπορεί: να δει πρώτος, να καταλάβει γρηγορότερα, να αποφασίσει ταχύτερα, να διασπείρει τις δυνάμεις του, να προστατεύσει το δίκτυό του, να επιβιώσει από το πρώτο πλήγμα, και να συνεχίσει να επιχειρεί.
Για το Αιγαίο αυτό δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Η στρατηγική της Γαλάζιας Πατρίδας, η αυξανόμενη τουρκική επένδυση στα μη επανδρωμένα συστήματα και η συνεχής εξέλιξη του ηλεκτρονικού και δικτυο-κεντρικού πολέμου δημιουργούν ένα νέο επιχειρησιακό περιβάλλον. Και γι’ αυτό πρέπει να προετοιμαστούμε πριν χρειαστεί να δοκιμαστεί η προετοιμασία μας.
Δεν γνωρίζω αν το επόμενο μεγάλο επιχειρησιακό πλεονέκτημα θα ανήκει στα μαχητικά αεροσκάφη, στα πλοία, στους πυραύλους ή στα drones. Γνωρίζω όμως κάτι: θα ανήκει στο σύστημα που θα συνδέει όλα αυτά μεταξύ τους και θα συνεχίζει να λειτουργεί όταν ο αντίπαλος προσπαθεί να το διαλύσει.
Και στο Αιγαίο, το σύστημα αυτό πρέπει να έχει μία βασική αρχή: Κάθε νησί να μπορεί να βλέπει. Κάθε νησί να μπορεί να επιβιώνει. Κάθε νησί να μπορεί να συνεχίζει να μάχεται. Και κανένα πλήγμα να μην μπορεί από μόνο του να παραλύσει το Αρχιπέλαγος. Αυτό είναι το “Τείχος του Αρχιπελάγους.
Και ίσως αυτή να είναι η στρατηγική σκέψη που χρειαζόμαστε για την επόμενη ημέρα της άμυνας του Αιγαίου.
Οι φύλακες γνωρίζουν
Θα ήθελα, κλείνοντας, να κάνω μία ακόμη παρατήρηση. Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν αποτελούν, ούτε φιλοδοξούν να αποτελέσουν, αποκάλυψη επιχειρησιακών σχεδίων ή αξιολόγηση απόρρητων δυνατοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων. Αποτελούν τη δική μου στρατηγική ανάγνωση μιας πραγματικότητας που εξελίσσεται μπροστά μας.
Και έχω την πεποίθηση ότι η στρατιωτική ηγεσία της χώρας, το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας και τα αρμόδια Γενικά Επιτελεία γνωρίζουν πλήρως τη μεταβολή του σύγχρονου επιχειρησιακού περιβάλλοντος και την ανάγκη προσαρμογής της άμυνας του Αιγαίου.
Όσοι υπηρετούν σήμερα στα νησιά, όσοι στελεχώνουν τις μονάδες, τα φυλάκια, τα μέσα επιτήρησης και τους επιχειρησιακούς σηματισμούς του Αρχιπελάγους, δεν είναι οι «φύλακες μιας άλλης εποχής». Είναι οι φύλακες ενός νέου Αιγαίου. Γνωρίζουν ότι απέναντί τους δεν υπάρχει πλέον μόνο η παραδοσιακή απειλή. Γνωρίζουν ότι η τεχνολογία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ο αντίπαλος μπορεί να παρατηρεί, να συλλέγει πληροφορίες, να επιχειρεί και να δημιουργεί πίεση. Γνωρίζουν ότι ο Ηλεκτρονικός Πόλεμος, τα drones, η τεχνητή νοημοσύνη, τα δικτυωμένα συστήματα και η ακρίβεια των όπλων δημιουργούν ένα πολύ διαφορετικό πεδίο μάχης.
Και γνωρίζουν επίσης κάτι διαχρονικό: ότι το Αιγαίο δεν υπερασπίζεται μόνο η τεχνολογία. Το υπερασπίζεται ο άνθρωπος που βρίσκεται εκεί. Ο αξιωματικός. Ο υπαξιωματικός. Ο στρατιώτης. Ο Εθνοφύλακας. Ο άνθρωπος που βρίσκεται στο φυλάκιο όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνται. Αυτός είναι ο τελευταίος κρίκος κάθε τεχνολογικού συστήματος.
Και γι’ αυτό έχω εμπιστοσύνη στους σημερινούς φύλακες. Δεν έχω την απαίτηση να γνωρίζω τι ακριβώς σχεδιάζει η ηγεσία. Ούτε είναι αυτό το ζητούμενο. Έχω όμως την πεποίθηση ότι η απειλή αναλύεται, οι εξελίξεις παρακολουθούνται και οι Ένοπλες Δυνάμεις προσαρμόζονται.
Και αυτό είναι απαραίτητο. Γιατί ο αντίπαλος δεν περιμένει. Η τεχνολογία δεν περιμένει. Η στρατιωτική σκέψη δεν μπορεί να περιμένει. Και το Αιγαίο δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει.
Οι σημερινοί φύλακες πρέπει να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τον πόλεμο που γνωρίζουμε, αλλά και τον πόλεμο που διαμορφώνεται.
Και εδώ βρίσκεται η τελευταία μου σκέψη: Δεν φοβάμαι ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν γνωρίζουν την απειλή. Φοβάμαι μόνο μήπως εμείς, ως κοινωνία, δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο γρήγορα αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται ο πόλεμος.
Γι’ αυτό χρειάζεται συνεχής προσαρμογή. Χρειάζεται επαγρύπνηση. Χρειάζεται επένδυση. Χρειάζεται εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που υπηρετούν. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται η βεβαιότητα ότι: Οι φύλακες γνωρίζουν. Το Αιγαίο φυλάσσεται. Και η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη για τον πόλεμο του αύριο, όχι μόνο για εκείνον του χθες…



