Του Ζαφείρη Χατζηδήμου
Η αναμενόμενη επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ήδη προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις στον γεωπολιτικό χάρτη. Από την Ουάσιγκτον έως την Αθήνα και από τη Γροιλανδία έως τον Παναμά, πολιτικοί, διπλωμάτες και στρατιωτικοί, προσπαθούν να διαβάσουν τις προθέσεις του νέου – και συνάμα – παλιού ηγέτη των ΗΠΑ και να προετοιμαστούν για τις τακτικές που θα ακολουθήσει.
Με την πολιτική του «Make America Great Again» (MAGA) να επιστρέφει δυναμικά, ο Τραμπ αναμένεται να αναμορφώσει εκ νέου τις διεθνείς ισορροπίες, δίνοντας έμφαση σε μια στρατηγική win-lose, που μπορεί να ευνοεί τους ισχυρούς συμμάχους, αλλά ταυτόχρονα να φέρνει προκλήσεις για μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα.
Αν και είναι αρκετά δύσκολο να χαρτογραφήσει κανείς με ακρίβεια τις πιθανές επιπτώσεις από την εξωτερική πολιτική που θα ασκήσει ο Τραμπ, η εστίαση σε κρίσιμα ζητήματα που επηρεάζουν την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, καθώς και στρατηγικά σημεία όπως η Γροιλανδία και ο Παναμάς μπορούν να μας δώσουν ένα πρώτο δείγμα γραφής για όσα έρχονται.
Φόβος για «win-lose» στην κυβέρνηση
Στο υπουργείο Εξωτερικών αλλά και στου Μαξίμου, επικρατεί ιδιαίτερος προβληματισμός γι΄αυτό. Όπως φαίνεται η απόλυτη προσκόλληση στις ΗΠΑ, ίσως να στραφεί αυτεπίστροφα προς την Ελλάδα, όχι μόνο λόγω της πολιτικής του «Yesmen» και του πονταρίσματος στο «λάθος άλογο» στην προεκλογική εκστρατεία του προηγούμενου έτους στην βορειοαμερικανική χώρα, αλλά και λόγω της στενής σχέσης του Ν. Τράμπ με τον Ταγίπ Ερντογάν. Η τελευταία φράση του στη συνέντευξη Τύπου του υπ΄ατμόν προέδρου των ΗΠΑ για τον Ταγίπ Ερντογάν: «Ο πρόεδρος Ερντογάν είναι φίλος μου. Κάποιος που αγαπώ και σέβομαι. Νομίζω ότι και αυτός σέβεται εμένα» ήταν το κερασάκι στην τούρτα.
Αυτό έκανε την Αθήνα να ανησυχεί περισσότερο ότι η χώρα μας είτε θα τεθεί εκτός κάδρου από τις ΗΠΑ και το «Yesmen» να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα από τις υπάρχουσες συμφωνίες και παραχωρήσεις , είτε η κυβέρνηση να πιεστεί να δεχθεί απαιτήσεις της Αγκυρας, που θα είναι ακόμη πιο επιζήμιες από αυτές που βλέπουμε σήμερα για τα εθνικά μας νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα. Εν ολίγοις “Win-Lose”.
Η σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτηρίζεται από έναν συνδυασμό προσωπικής συμπάθειας και στρατηγικών σκοπιμοτήτων. Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Τραμπ επαινούσε συχνά την ηγεσία του Ερντογάν, περιγράφοντάς τον ως “φίλο” και υπογραμμίζοντας τη στενή προσωπική τους σύνδεση. Αυτή η σχέση βασίστηκε σε άμεσες γραμμές επικοινωνίας, με τους δύο ηγέτες να συζητούν συχνά διμερή και περιφερειακά ζητήματα.
Ωστόσο, αυτή η προσωπική επαφή δεν μετουσιώθηκε πάντα σε ομαλές διπλωματικές σχέσεις. Οι εντάσεις προέκυψαν από την απόκτηση του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 από την Τουρκία, γεγονός που οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να απομακρύνουν την Τουρκία από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35 και να επιβάλουν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act).
Παρόλα αυτά, η προσέγγιση του Τραμπ παρέμεινε συχνά συμβιβαστική, με σκοπό τη διατήρηση της Τουρκίας ως συμμάχου στο ΝΑΤΟ και στην ευρύτερη γεωπολιτική σκακιέρα. Και το κυριότερο: Αυτή την φορά δεν θα υπάρχει ο Μ. Πομπέο στην ηγεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η ισχύς του ελληνικού λόμπι στις ΗΠΑ είναι εξασθενημένη, λόγω του «άτυπου» εμφύλιου μεταξύ των ηγετών της Ομογένειας.
Μάλιστα, τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης έχουν γενικά παρουσιάσει θετικά τις φιλοτουρκικές δηλώσεις του Τραμπ, ερμηνεύοντάς τις ως μια πιθανή επαναπροσέγγιση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, ότι μετά την επανεκλογή του το 2024, Ταγίπ Ερντογάν προσκάλεσε τον Τραμπ να επισκεφθεί την Τουρκία, εκφράζοντας αισιοδοξία για ενίσχυση των διμερών δεσμών. Αυτή η πρόσκληση καλύφθηκε εκτενώς από τα τουρκικά ΜΜΕ, τα οποία την ερμήνευσαν ως ένδειξη για πιθανή βελτίωση των σχέσεων.
Σε γενικές γραμμές η αναμενόμενη φιλική στάση του Τραμπ προς την Τουρκία θα φέρει σημαντικές επιπτώσεις για τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η στρατηγική θέση της Τουρκίας και η εμπλοκή της σε περιφερειακές συγκρούσεις, ειδικά στη Συρία, την καθιστούν κρίσιμο παράγοντα. Ειδικότερα η αναγνώριση από τον Τραμπ του ρόλου της Τουρκίας στην ανατροπή του Άσαντ στη Συρία υπογραμμίζει την αυξανόμενη επιρροή της Άγκυρας στην περιοχή από την Μέση Ανατολή έως την Κεντρική Ασία.

Η επαναπροσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενισχυμένη συνεργασία ΗΠΑ-Τουρκίας σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας, αλλά ενδέχεται να επηρεάσει τις ισορροπίες ισχύος, ειδικά όσον αφορά τους Κούρδους και τις δραστηριότητες εξερεύνησης ενεργειακών πόρων σε περιοχές που η Αγκυρα δεν αναγνωρίζει όπως η ελληνική και η κυπριακή ΑΟΖ.
Παράλληλα όμως, εγείρονται ανησυχίες για τις συνέπειες που θα έχει αυτή η νέα σχέση στις στρατηγικές ισορροπίες των υπόλοιπων περιφερειακών δυνάμεων, με πρώτο και σημαντικότερο το Ισραήλ που δεν επιθυμεί επ’ ουδενί την Συρία ως τουρκικό βιλαέτι με Βαλή έναν πρώην (;) τρομοκράτη ως συνορεύων κράτος.
Ειδικά κατά διάρκεια του πρώτου χρόνου θητείας του Ντόναλντ Τραμπ απαιτείται προσεκτικός χειρισμός εκ μέρους της Ελλάδας και της Κύπρου προκειμένου να προστατεύσουν τα εθνικά τους συμφέροντα και να διατηρήσουν τη σταθερότητα στην περιοχή. Κάτι που ναι μεν εδώ και ένα χρόνο επιτελεί με επιτυχία η Λευκωσία, σε αντίθεση με την Αθήνα που η τακτική του κατευνασμού έχει οδηγήσει σε πλήρη αποθράσυνση την Αγκυρα.
Στο «μάτι» του Τραμπ (και) Γροιλανδία – Παναμάς
Η πρόσφατη ανανέωση του ενδιαφέροντος του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία και τη Διώρυγα του Παναμά έχει προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο αντικατοπτρίζει μια αλλαγή στη στρατηγική εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, με στόχο την ενίσχυση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους. Οι γεωστρατηγικές και οικονομικές παράμετροι που ενέχονται σε αυτή την προσέγγιση συνδέονται άμεσα με την επιθυμία περιορισμού της επιρροής της Κίνας και της Ρωσίας, ενώ εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητα και τη βιωσιμότητα αυτών των φιλοδοξιών.
Η γεωστρατηγική σημασία της Γροιλανδίας
Η Γροιλανδία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σημεία στον παγκόσμιο χάρτη, καθώς η τοποθεσία της στην Αρκτική της προσδίδει κομβική σημασία για την αμυντική και στρατιωτική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η παρουσία της αμερικανικής αεροδιαστημικής βάσης Thule στη Γροιλανδία ήδη εξασφαλίζει ένα στρατηγικό προβάδισμα, επιτρέποντας την παρακολούθηση των ρωσικών και κινεζικών κινήσεων, καθώς και την προβολή ισχύος στην Αρκτική. Μάλιστα, η κλιματική κρίση, η οποία προκαλεί το λιώσιμο των πάγων, καθιστούν την περιοχή ακόμη πιο ελκυστική, καθώς ανοίγουν νέες εμπορικές διαδρομές και διευκολύνουν την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους.
Η Γροιλανδία, διαθέτει σημαντικά αποθέματα σπάνιων γαιών, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, τα ηλεκτρονικά είδη και τα στρατιωτικά συστήματα. Σήμερα, η Κίνα κυριαρχεί στην εξόρυξη και επεξεργασία αυτών των υλικών, γεγονός που προκαλεί εξάρτηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η απόκτηση άμεσης πρόσβασης στις πηγές αυτές στη Γροιλανδία θεωρείται κρίσιμη για την ενεργειακή και στρατηγική ανεξαρτησία της Αμερικής. Επιπλέον, οι ενεργειακοί πόροι, όπως πετρέλαιο και φυσικό αέριο, καθιστούν τη Γροιλανδία μία από τις πιο ελκυστικές περιοχές για γεωτρήσεις και εξορύξεις.
Η στρατηγική αξία της Διώρυγας του Παναμά
Η Διώρυγα του Παναμά αποτελεί μια από τις πιο ζωτικές αρτηρίες παγκόσμιου εμπορίου, συνδέοντας τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Η δυνατότητα ελέγχου αυτής της διόδου επιτρέπει τη ρύθμιση της θαλάσσιας κυκλοφορίας και την άσκηση γεωπολιτικής πίεσης. Η ανησυχία του Τραμπ για την κινεζική επιρροή στη λειτουργία της Διώρυγας οδήγησε στη διατύπωση προτάσεων για την επαναφορά του αμερικανικού ελέγχου. Η Κίνα έχει επενδύσει σημαντικά στην περιοχή, εξασφαλίζοντας τη διαχείριση κρίσιμων εγκαταστάσεων και λιμένων, κάτι που θεωρείται απειλή για την αμερικανική κυριαρχία στο παγκόσμιο εμπόριο. Η πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να επανακτήσουν τον έλεγχο της Διώρυγας αποσκοπεί στη διατήρηση του στρατηγικού τους πλεονεκτήματος και στην αποδυνάμωση της κινεζικής επιρροής στην περιοχή.
«Ζώνες ασφαλείας» ή απλά τζόκινγκ;
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο προοιωνίζεται μια εποχή έντονης αβεβαιότητας και γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Οι προσωπικές του σχέσεις με ηγέτες όπως ο Ταγίπ Ερντογάν, καθώς και οι φιλοδοξίες του για τον έλεγχο στρατηγικών σημείων όπως η Γροιλανδία και ο Παναμάς, σκιαγραφούν μια πολιτική που θα δοκιμάσει τις ισορροπίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διπλό: αφενός να διατηρήσει τη στρατηγική της θέση στην περιοχή (ειδικά αν υπάρξει και κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας) και αφετέρου να αποφύγει τις παγίδες για τα εθνικά μας θέματα και συμφέροντα που μπορεί να κρύβει μια πιο στενή σχέση Ουάσιγκτον-Άγκυρας.
Σε αυτό το ταραχώδες σκηνικό, η ανάγκη για ευελιξία, στρατηγική διορατικότητα και διπλωματική επάρκεια γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ, καθώς οι εξελίξεις απαιτούν προσεκτικούς χειρισμούς και διαρκή ετοιμότητα, πράγματα για τα οποία μέχρι τώρα η ελληνική κυβέρνηση δεν φημίζεται ότι τα ασκεί, ούτε καν στοιχειωδώς…



