Ο Νετανιάχου χάνει και το αμερικανικό του σωσίβιο

Η σιωπή της ισραηλινής δεξιάς μετά τη συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Για μια πολιτική παράταξη που είχε επενδύσει τόσο πολλά στην επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου ήταν μια δυσάρεστη υπενθύμιση ότι ακόμη και οι στενότερες πολιτικές συμμαχίες δεν προσφέρουν εγγυήσεις αιώνιας προστασίας. Πολύ περισσότερο όταν ο βασικός τους πρωταγωνιστής, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, βρίσκεται αντιμέτωπος με την προοπτική να χάσει την εξουσία στη χώρα του.

Μέσα σε λίγες ημέρες, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είδε να κλονίζονται δύο από τα σημαντικότερα στηρίγματά του. Στο εσωτερικό, οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στέρησαν από τον κυβερνητικό συνασπισμό την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στις ΗΠΑ, η νίκη των Δημοκρατικών άλλαξε τους συσχετισμούς στο Κογκρέσο και έφερε στο προσκήνιο πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν ανοιχτά την αμερικανική υποστήριξη προς την ισραηλινή κυβέρνηση.

Η αμηχανία έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν ο ίδιος ο Τραμπ ανακοίνωσε, ανήμερα των αμερικανικών εκλογών, ότι σκοπεύει να τερματίσει την ετήσια στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ. Η εξαγγελία αιφνιδίασε ακόμη και Ισραηλινούς αξιωματούχους και αποκάλυψε πόσο γρήγορα μπορεί να μεταβληθεί η στάση της Ουάσιγκτον όταν μια μέχρι πρότινος δεδομένη συμμαχία αρχίζει να αποκτά εκλογικό κόστος.

Η σιωπή της δεξιάς και η επίθεση της αντιπολίτευσης

Οι αντιδράσεις στην ισραηλινή πολιτική σκηνή υπήρξαν αποκαλυπτικές. Ενώ οι εκπρόσωποι της κυβερνητικής δεξιάς απέφυγαν σε μεγάλο βαθμό να σχολιάσουν την αμερικανική εκλογική ανατροπή, οι αντίπαλοι του Νετανιάχου έσπευσαν να αναδείξουν τις συνέπειές της.

Ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των Δημοκρατικών του Ισραήλ, υποστήριξε ότι το αποτέλεσμα αποκαλύπτει πόσο τοξικός έχει γίνει ο Νετανιάχου τόσο για τους Δημοκρατικούς όσο και για τους Ρεπουμπλικανούς. Προειδοποίησε μάλιστα ότι η παραμονή του πρωθυπουργού στην εξουσία, μαζί με τον ακροδεξιό υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, μπορεί να οδηγήσει το Ισραήλ σε διεθνείς κυρώσεις, μεγαλύτερη απομόνωση και αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ.

Ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίστηκε ο Γιαΐρ Λαπίντ, ο οποίος συνέδεσε το αμερικανικό αποτέλεσμα με τις εσωτερικές εξελίξεις στο Ισραήλ και απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο συμμετοχής σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Νετανιάχου. Κατά τον ίδιο, η παραμονή του σημερινού πρωθυπουργού απειλεί την ασφάλεια, τη δημοκρατία και τη διεθνή θέση της χώρας.

Από την κυβερνητική δεξιά, μία από τις ελάχιστες αντιδράσεις προήλθε από τον υπουργό Διασποράς Αμιχάι Σίκλι. Αντί όμως να σχολιάσει τις πολιτικές συνέπειες της ήττας των Ρεπουμπλικανών, αναδημοσίευσε ένα ισλαμοφοβικό μήνυμα με στόχο τον Αμπντούλ Ελ Σαγέντ, τον πρώτο μουσουλμάνο που εξελέγη στη Γερουσία των ΗΠΑ. Η ανάρτηση παρουσίαζε τους μουσουλμάνους ως δύναμη που χρησιμοποιεί τους Δημοκρατικούς για να επιβάλει το Ισλάμ.

Η αντίδραση του Σίκλι ήταν χαρακτηριστική μιας πολιτικής νοοτροπίας που αντιμετωπίζει κάθε αμφισβήτηση της ισραηλινής πολιτικής μέσα από το πρίσμα μιας ευρύτερης πολιτισμικής και θρησκευτικής σύγκρουσης. Ωστόσο, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει πλέον η ισραηλινή δεξιά είναι πολύ πιο συγκεκριμένο. Η αμερικανική πολιτική συναίνεση γύρω από την άνευ όρων υποστήριξη του Ισραήλ εμφανίζει σοβαρές ρωγμές.

Τα 3,8 δισεκατομμύρια και το εκλογικό κόστος

Η πιο εντυπωσιακή ένδειξη αυτής της μεταβολής ήρθε από τον ίδιο τον Τραμπ. Σε συνέντευξή του στο Fox News, ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα διακόψουν την ετήσια στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, ύψους περίπου 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ισχυρίστηκε ότι είχε ήδη συμφωνήσει με τον Νετανιάχου για τη διακοπή της βοήθειας. Δεν εξήγησε, ωστόσο, πώς θα εφαρμοστεί η απόφαση, δεδομένου ότι η υφιστάμενη δεκαετής συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας καλύπτει την περίοδο έως το 2028. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να πωλούν όπλα στο Ισραήλ και να το υποστηρίζουν εφόσον χρειαστεί.

Επομένως, θα ήταν πρόωρο να μιλήσει κανείς για οριστική ρήξη στις σχέσεις των δύο χωρών. Η σημασία της ανακοίνωσης βρίσκεται κυρίως στο πολιτικό της υπόβαθρο. Ο Τραμπ παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ έχει μετατραπεί σε επιβαρυντικό ζήτημα για τους Ρεπουμπλικανούς. Αναφέρθηκε μάλιστα ονομαστικά στον Ελ Σαγέντ, ο οποίος είχε καταστήσει την αμφισβήτηση αυτής της βοήθειας κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής του εκστρατείας στο Μίσιγκαν.

Η επιλογή του Αμερικανού προέδρου να ανακοινώσει την αλλαγή ακριβώς την ημέρα των εκλογών υποδηλώνει πόσο έντονα είχε γίνει αισθητή η πολιτική πίεση. Και η ίδια η ανακοίνωση προκάλεσε ανησυχία στο Ισραήλ, όπου στελέχη του οικονομικού και στρατιωτικού μηχανισμού άρχισαν να εξετάζουν τις συνέπειες μιας πιθανής διακοπής της χρηματοδότησης για ήδη προγραμματισμένες αγορές εξοπλισμών.

Η αμηχανία είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή ο Νετανιάχου είχε παρουσιάσει την προσωπική του σχέση με τον Τραμπ ως ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της κυβέρνησής του. Τώρα ο στενότερος σύμμαχός του εμφανίζεται πρόθυμος να αναθεωρήσει μια βασική πλευρά της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης, επικαλούμενος τις ανάγκες της δικής του εσωτερικής πολιτικής.

Δύο ήττες και μια συμμαχία που δοκιμάζεται

Το πρόβλημα του Νετανιάχου δεν περιορίζεται στην αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσιγκτον. Στο Ισραήλ, οι διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης έχουν αναδείξει την πολιτική του αποδυνάμωση.

Από τους 120 βουλευτές της Κνεσέτ, 67 έχουν υποδείξει τον Γκάντι Άιζενκοτ για την πρωθυπουργία, έναντι 46 που υποστηρίζουν τον Νετανιάχου. Ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ αναμένεται να αποφασίσει την Κυριακή σε ποιον θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Οι αριθμοί αυτοί δεν εξασφαλίζουν στον Άιζενκοτ μια λειτουργική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τα δύο αραβικά κόμματα, που εξέλεξαν συνολικά 19 βουλευτές, του προσφέρουν την υποστήριξη που χρειάζεται για να ξεπεράσει το όριο των 61 εδρών. Ωστόσο, ο ίδιος έχει αποκλείσει τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση, ενώ ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν αντιτίθεται ακόμη και σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας που θα εξαρτάται από τις ψήφους τους. Έτσι, οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικοί για την απομάκρυνση του Νετανιάχου, χωρίς να αποκτήσουν αντίστοιχη επιρροή στη διακυβέρνηση της χώρας

Στην ήδη τεταμένη κατάσταση προστέθηκε και η προσπάθεια αμφισβήτησης της εγκυρότητας των ισραηλινών εκλογών. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ, Νταβίντ Ζίνι, ζήτησε να διερευνηθούν καταγγελίες για ξένη παρέμβαση και χρηματοδότηση αραβικών πολιτικών δυνάμεων, χωρίς να έχει παρουσιάσει στις αρμόδιες αρχές τα αποδεικτικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν τις απαιτούμενες ενέργειες.

Η εκλογική επιτροπή επικύρωσε τα αποτελέσματα, επισημαίνοντας ότι οι μέχρι τότε έλεγχοι δεν είχαν εντοπίσει παρατυπίες ικανές να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της ψηφοφορίας. Οι καταγγελίες και η στάση του Ζίνι προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας και της αστυνομίας.

Η υπόθεση προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην κρίση. Η ισραηλινή δεξιά βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιθανότητα απώλειας της εξουσίας και, ταυτόχρονα, με μια όλο και πιο δύσκολη διεθνή συγκυρία.

Η μεταβολή στις ΗΠΑ, άλλωστε, δεν αφορά αποκλειστικά τους Δημοκρατικούς. Στην προοδευτική τους πτέρυγα, η οργή για τον πόλεμο στη Γάζα και την αμερικανική συνενοχή έχει μετατραπεί σε ανοιχτή διεκδίκηση περιορισμού της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Ισραήλ. Στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, τμήματα του κινήματος MAGA αμφισβητούν από τη δική τους πλευρά το κόστος της εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν και την επιρροή του Νετανιάχου στις αμερικανικές αποφάσεις.

Το πρόβλημα για την ισραηλινή δεξιά είναι ότι η αμερικανική πολιτική σκηνή αλλάζει ανεξάρτητα από το ποιος θα κυβερνά στο Τελ Αβίβ. Η κριτική για τη γενοκτονία στη Γάζα, τη συνεχιζόμενη κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών και την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια έχει αποκτήσει πλέον μεγαλύτερη πολιτική απήχηση στις ΗΠΑ. Ακόμη και μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με αυτή την πραγματικότητα. Η εποχή που η υποστήριξη προς το Ισραήλ αποτελούσε σχεδόν αυτονόητη διακομματική επιλογή στην Ουάσιγκτον δείχνει να φτάνει στο τέλος της.

Για χρόνια, ο Νετανιάχου αντιμετώπιζε την προνομιακή σχέση του με την αμερικανική δεξιά ως εγγύηση ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την πολιτική του με περιορισμένο διεθνές κόστος. Οι τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις δείχνουν πόσο επισφαλής ήταν αυτή η βεβαιότητα.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, αλλά η πολιτική προστασία που προσφέρει στον Νετανιάχου δεν είναι πλέον ανεξάντλητη. Και η ισραηλινή δεξιά αρχίζει να ανακαλύπτει ότι ακόμη και η στενότερη συμμαχία έχει τα όριά της όταν οι συνέπειες μιας πολιτικής γίνονται αδύνατον να αγνοηθούν.

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Ποιoς θέλει πυρηνικά απόβλητα στην Αγία Παρασκευή;

Στόχος του “Δημόκριτου” να δημιουργήσει εντός του Ερευνητικού Κέντρου μια νέα εγκατάσταση απώθησης ραδιενεργών αποβλήτων “μεσαίου επιπέδου ραδιενέργειας”

Ενοπλες Δυνάμεις: Η ενοποίηση των Μετοχικών Ταμείων δεν είναι εξυγίανση

Η συζήτηση που έχει ανοίξει για την ενοποίηση των Μετοχικών Ταμείων (ΜΤΣ, ΜΤΝ και ΜΤΑ) δεν αποτελεί μια απλή διοικητική μεταρρύθμιση

Πλειστηριασμοί χωρίς δικαστική απόφαση μέσω εξωδικαστικού

Μπορεί το ντροπιαστικό άρθρο 23 να αποσύρθηκε όμως πλειστηριασμοί χωρίς δικαστική απόφαση προβλέπονται μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού

Αυτοί θα πληρώσουν στην Ευρώπη τη φούσκα της AI

Οι «συμβολαιοποιημένες» αλλά… ανεκτέλεστες παραγγελίες των Microsoft, Google, Amazon και Oracle έφτασαν τα 2,34 τρισ. δολάρια, οι μισές οφείλονται σε δύο μόνο πελάτες, την OpenAI και την Anthropic

Το νέο ανέκδοτο: Στρατιωτικοί «διδάσκουν» … δημοσιογραφία

Το είδαμε και αυτό. Στρατιωτικούς σε ρόλο δασκάλων της δημοσιογραφίας και της ελευθεροτυπίας. Θα τρίζουν τα κόκαλα μεγάλων δημοσιογράφων