Πετροδολάρια και κυνισμός: Πώς η Σαουδική Αραβία ξαναμπήκε στο παιχνίδι

Η εικόνα είναι μάλλον αποκαλυπτική της νέας εποχής που επιχειρεί να χαράξει η Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή: ο Ντόναλντ Τραμπ, συνοφρυωμένος και εμφανώς ενοχλημένος να επιπλήττει σκληρά τη δημοσιογράφο του ABC που τόλμησε να υπενθυμίσει μια υπόθεση που όχι μόνο η Σαουδική Αραβία αλλά και ο σημερινός ένοικος του Λευκού θέλουν να ξεχαστεί.

«Δεν χρειάζεται να φέρνεις σε δύσκολη θέση τον καλεσμένο μας με τέτοια ερώτηση» άστραψε και βρόντηξε ο Τραμπ χαρακτηρίζοντας το ερώτημά για τη δολοφονία του σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι ως «απαίσιο, απειθές και φριχτό». Δεν ήταν απλώς μια επίδειξη αβροφροσύνης απέναντι σε έναν σημαντικό καλεσμένο. Ηταν ο επίλογος μιας θεαματικής αποκατάστασης.

Γιατί μόλις επτά χρόνια πριν, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ντε φάκτο ηγέτης του πλουσιότερου αραβικού κράτους, είχε απειληθεί με διεθνή απομόνωση. Ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν είχε υποσχεθεί ότι η Σαουδική Αραβία θα αντιμετωπιζόταν στο εξής ως «παρίας» — μια δημόσια καταδίκη πρωτοφανούς έντασης, που ακολούθησε το σοκ της δολοφονίας του Κασόγκι το 2018, μέσα στο σαουδαραβικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη.

Η υπόθεση είχε προκαλέσει τότε τη διεθνή αγανάκτηση και είχε καταστήσει για μικρό χρονικό διάστημα τον πρίγκιπα διάδοχο persona non grata στη Δύση, με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών να καταλήγουν ότι η άγρια δολοφονία του δημοσιογράφου οργανώθηκε και εκτελέστηκε κατόπιν εντολής του.

Η αρχική σαουδαραβική εξήγηση —ότι ο δημοσιογράφος σκοτώθηκε σε έναν «καβγά που ξέφυγε»— κατέρρευσε γρήγορα υπό το βάρος αντιφάσεων και αντιδράσεων. Διεθνείς οργανώσεις, κυβερνήσεις και μέσα ενημέρωσης αμφισβήτησαν τους ισχυρισμούς του Ριάντ, ενώ η Τουρκία άφηνε να διαρρεύσουν πληροφορίες για ηχητικά ντοκουμέντα από το εσωτερικό του προξενείου, που μαρτυρούσαν μια προμελετημένη και καλά σχεδιασμένη επιχείρηση εξόντωσης.

Η παρουσία στο κλιμάκιο ιατροδικαστή ειδικευμένου στις αυτοψίες, οι διασυνδέσεις ορισμένων δραστών με τη φρουρά του πρίγκιπα και το γεγονός ότι 15 σαουδάραβες πράκτορες ταξίδεψαν στην Κωνσταντινούπολη τη μέρα της «εξαφάνισης» του Κασόγκι συνέθεταν ένα παζλ που δύσκολα μπορούσε να αποδοθεί σε «υπερβάλλοντα ζήλο».

Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει

Ωστόσο, ο κυνικός πραγματισμός των διεθνών σχέσεων και, κυρίως, η οξυδερκής κίνηση του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν να προσεγγίσει την Κίνα αντί να συνεχίσει να χτυπά την πόρτα της Δύσης, συνέβαλαν στη σταδιακή αποκατάστασή του Ριάντ.

Όσο η Σαουδική Αραβία εξελισσόταν σε κεντρικό ενεργειακό, τεχνολογικό και γεωπολιτικό παίκτη, οι δυτικές πρωτεύουσες έβρισκαν όλο και πιο δύσκολο να την κρατήσουν στο περιθώριο. Η ανάγκη για σταθερότητα στην αγορά ενέργειας, η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με το Ιράν και η ανησυχία για την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη Μέση Ανατολή, άνοιξαν διάπλατα τον δρόμο για την αποκατάσταση.

Έτσι, η επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο την Τρίτη δεν ήταν απλώς μια ακόμα συνάντηση· αλλά το επισφράγισμα μιας εντυπωσιακής επιστροφής. Και μάλιστα μιας επιστροφής που η Σαουδική Αραβία πέτυχε με τους δικούς της όρους.

Στο πλευρό του Τραμπ, ο οποίος εμφανίστηκε αποφασισμένος όχι απλώς να ξεχάσει το παρελθόν αλλά και να δώσει στον πρίγκιπα πρωταγωνιστικό ρόλο στο όραμά του για μια «νέα Μέση Ανατολή», ο μπιν Σαλμάν έδειχνε να αποπνέει αυτοπεποίθηση. Σαν κάποιος που επιστρέφει όχι ως «φτωχός συγγενής» (πως θα μπορούσε άλλωστε; ) αλλά ως αναντικατάστατος εταίρος.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αναδείχθηκε ξεκάθαρα η στρατηγική που ακολουθεί πλέον η μοναρχία του Κόλπου: η επιδίωξη της ενσωμάτωσης της Σαουδικής Αραβίας στο δυτικό τεχνολογικό και αμυντικό οικοδόμημα. Μια διαδικασία βέβαια που δείχνει εξαιρετική «κατανόηση» για το Ριάντ εξαιρώντας ένα από τα πιο αυταρχικά και αντιδημοκρατικά καθεστώτα του πλανήτη από τις συνήθεις ρήτρες για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Τραμπ και ο Σαουδάραβας πρίγκιπας, Μπιν Σαλμάν, μετά το κλείσιμο “μέγκα-ντηλ” κατά την προ μηνών επίσκεψη Τραμπ στη Σ. Αραβία

Ο Σαλμάν αποχωρεί έτσι από την Ουάσιγκτον ως θριαμβευτής. Πέτυχε τη δέσμευση του Τραμπ για την πώληση μαχητικών F-35 παρά τις αντιρρήσεις τόσο μιας μερίδας της αμερικανικής διπλωματίας όσο και του ίδιου του Ισραήλ, σπάζοντας ένα ταμπού που επί δεκαετίες θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτο για τη διατήρηση της ισραηλινής «ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής».

Και το πέτυχε αυτό αποφεύγοντας να δεσμευτεί ότι η χώρα του θα προσχωρήσει άμεσα στις Συμφωνίες του Αβραάμ, τις συμφωνίες που υπεγράφησαν το 2020 εγκαινιάζοντας την επίσημη εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και μια σειρά αραβικών χωρών όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν. Η συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας σε αυτές θα έβαζε το «κερασάκι στην τούρτα» για την Ουάσιγκτον. Είναι όμως μια εξέλιξη όμως που προς το παρόν αναβάλλεται κάτω από τον απόηχο της γενοκτονίας στη Γάζα.

Τα deals ως αντίδοτο στις «κόκκινες γραμμές»

Η οικονομική ατζέντα της Σαουδικής Αραβίας ήταν επίσης σαφής: υποσχέθηκε επενδύσεις ύψους έως και ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στις ΗΠΑ, ένα πραγματικά αστρονομικό νούμερο που θα δώσει στον Τραμπ άπειρες ευκαιρίες να καυχηθεί για τα φοβερά deals που μόνο αυτός είναι σε θέση να κλείνει.

Παράλληλα ο Σαλμάν εξασφάλισε πρόσβαση στους πιο προηγμένους αμερικανικούς ημιαγωγούς, θεμέλιο λίθο της φιλοδοξίας του να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε διεθνές κέντρο τεχνητής νοημοσύνης. Και το πέτυχε αυτό σχεδόν εκβιάζοντας. Εχοντας ξεκαθαρίσει πως αν η Ουάσιγκτον δίσταζε, το Ριάντ ήταν έτοιμο να στραφεί στο Πεκίνο για να αποκτήσει ότι χρειαζόταν. Το μόνο πεδίο στο οποίο δεν επιτεύχθηκε ανάλογη πρόοδος ήταν η πολυσυζητημένη συμφωνία για μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας, με την Ουάσιγκτον να παραπέμπει τις σχετικές διαπραγματεύσεις σε μεταγενέστερο στάδιο.

Όλα αυτά συνιστούν μια εντυπωσιακή μεταστροφή σε σχέση με την περίοδο που ο Μπάιντεν μιλούσε για «παρία» και ο πρίγκιπας διάδοχος δεν τολμούσε να πατήσει το πόδι του στην Ουάσιγκτον. Σήμερα, όχι μόνο μπαίνει ξανά στο Οβάλ Γραφείο, αλλά είναι και σε θέση να επιβάλλει τη δική του ατζέντα.

Η επιστροφή του δεν οφείλεται επομένως στη μεγαλοψυχία της Ουάσιγκτον. Αποτελεί απλώς μια ακόμη υπενθύμιση ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν καθοδηγείται από ηθικές αρχές αλλά από καθαρό υπολογισμό: όταν το στρατηγικό όφελος το επιτάσσει, η αμερικανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να ‘ξεπλύνει’ οποιονδήποτε είχε προηγουμένως στοχοποιήσει, χωρίς ίχνος ντροπής.

Η σκηνή με τον τον Τραμπ να μαλώνει τη δημοσιογράφο που τόλμησε να ενοχλήσει τον υψηλό προσκεκλημένο μαρτυρά πολύ περισσότερα από αυταρχισμό. Θα έλεγε κανείς πως συμπυκνώνει μια νέα ισορροπία ισχύος: ο Αμερικανός πρόεδρος προστατεύει τον συνομιλητή του όχι μόνο από μια ενοχλητική ερώτηση, αλλά και από το ίδιο το παρελθόν. Ενα παρελθόν που σήμερα μοιάζει θαμμένο κάτω από πακτωλούς πετροδολαρίων και νέα εξοπλιστικά προγράμματα.

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Βάζουν την Ελλάδα σε τροχιά δορυφόρου της Τουρκίας

Με τις κατευναστικές δηλώσεις Γεραπετρίτη, η κυβέρνηση και τυπικά βάζει την Ελλάδα σε τροχιά δορυφόρου - φινλανδοποίησης της Τουρκίας

Ο πόλεμος στο Ιράν αλλάζει τους όρους του πολέμου στην Ουκρανία

Ο Τραμπ στρέφεται στο ρωσικό ντίζελ για να συγκρατήσει τις τιμές που εκτοξεύει ο πόλεμος στο Ιράν, αλλάζοντας τους συσχετισμούς στην Ουκρανία.

Το τηλεφώνημα για την πανούκλα και ο μεσολαβητής που έγινε πελάτης

Ο Τραμπ τηλεφώνησε στον Πούτιν για μια ύποπτη περίπτωση πανούκλας στη Ρωσία. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ανακοίνωσε ένα ενεργειακό ντηλ

Το Νόμπελ που δυσκολεύει τους αρνητές της γενοκτονίας στη Γάζα

Νόμπελ Ειρήνης στη Νάβι Πιλάι, που κατήγγειλε τη γενοκτονία στη Γάζα. Η πολιτική σημασία της βράβευσης και η σύγκρουση για το διεθνές δίκαιο.

Θα στηρίξει πάλι η Αθήνα τον εκλεκτό του Ερντογάν, τώρα για ΟΗΕ;

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε στηρίξει την υποψηφιότητα του Σινιρίογλου ως επικεφαλής του ΟΑΣΕ, Τώρα, ο Ερντογάν τον προωθεί για γ.γ. του ΟΗΕ