Του Παύλου Ηλ.Αγιαννίδη *

Σε μια χώρα που σπαράσσεται από τον πόλεμο. Με την ελπίδα να κατοικεί, σαν σπόρος, μέσα στα ποτάμια του αίματος. Με το βλέμμα στην αρχαία τραγωδία…
Εκεί, ένα από τα πιο άγνωστα έργα, η «Αντιγόνη», του ποιητή, πεζογράφου, μεταφραστή (με απόγειό του το λόγο του ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι), αντιστασιακού Άρη Αλεξάνδρου, που σήμερα μνημονεύουμε τη γέννησή του.
Ένας Θεατρικός Διάλογος από το 1949 – 1951, που γράφεται με χώμα και δαχτυλιές, στην Όγδοη Σκηνή της Πρώτης Πράξης:
«Γυναίκες: Τον δικό μου τον σκοτώσαν Γερμανοί. Έμεινα μονάχη μ’ έναν κλειστό σουγιά.
Ο δικός μου πέθανε σ’ ένα κελί. Έμεινα μονάχη με τις δαχτυλιές του στο τραπέζι. Γυρίζαμε στις καμάρες, μ’ ένα γέλιο αντρικό κάπου καταχωνιασμένο, σαν τα παλιά νομίσματα που δεν τα παίρνει πια ο μπακάλης.
Εύκολα γνωρίζεσαι με μια γυναίκα που πασχίζει ν’ ανοίξει το σουγιά —με μια γυναίκα, που δε σκουπίζει το τραπέζι να μη χαθούν οι δαχτυλιές του.— Και λίγο λίγο, ακουμπήσαμε το χέρι στον ώμο που ακουμπούσε στο δικό μας χέρι. Και λίγο λίγο ξεχαστήκαν τ’ αρσενικά ονόματα. Δεν ξανάπαμε πια: Ο δικός μου. Λέγαμε: Το χώμα μας.
Αντιγόνη: Λίγο χώμα θέλω να του δώσω. Λίγη ζεστασιά μέσα στο χώμα και μέσα στις καρδιές μας.
Γυναίκες: Πρόσεξε μη μείνεις ολομόναχη. Μένοντας μόνη, πεθαίνεις.
Αντιγόνη: Ελάτε μαζί μου λοιπόν. Ελάτε να τον θάψουμε, μην τον φάνε τα τσακάλια…».
Και μια “Υποσημείωσή” του – διακήρυξη:
«Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά. / Δεσμώτης τῇδε ἵσταμαι τοῖς ἔνδον ρήμασι πειθόμενος» (από τη Συλλογή “Ευθύτης οδών”, 1959).
«Μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή;»
Μάς μιλάνε για πόλεμο; «Μιλάνε για καιρούς δοξασμένους, και πάλι»; «Μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή;» (κατά Μπέρτολτ Μπρεχτ, σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη).
Δείτε πόσο γλυκά συνταιριάζει με ένα «θραύσμα» ρομαντικής ποίησης και φιλοσοφίας του 1800: «Μετά από έναν χαμένο πόλεμο πρέπει να γράφονται κωμωδίες» (Nach einem unglücklichen Krieg müssen Komödien geschrieben werden).

Είναι ένα από τα «θραύσματα», τις «Σκέψεις» στην ελληνική εκδοχή (Εκδ. Στιγμή, 2012), του Γερμανού – επίσης – ρομαντικού ποιητή Νοβάλις, ή Γκέοργκ Φρίντριχ Φράιχερ φον Χάρντενμπεργκ. Όπου Φράιχερ (Freiherr) είναι μικρός τίτλος ευγενείας, που όμως ο μέγας θαυμαστής του, Οδυσσέας Ελύτης τόν αναγάγει σε Βαρόνο – και στο αφιερωμένο στον Νοβάλις «Ελεγείο του Grueningen», στη συλλογή του «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας» (πρώτη δημοσίευση: περιοδικό «Συντέλεια», 1991).
Ο Νοβάλις πρόλαβε να ζήσει μόλις 28 χρόνια, πριν σβήσει από φυματίωση, στα χρόνια της κρίσης του ορθολογισμού και των κοινωνικών ανατροπών. Πρόλαβε όμως να καθορίσει «την αφοριστική σκέψη του Φρίντριχ Νίτσε, τον ρομαντικό μυστικισμό του Βάλτερ Μπένγιαμιν, την αρνητική διαλεκτική του Τεοντόρ Αντόρνο».
Μέγας θαυμαστής του και ο Διονύσιος Σολωμός, που τόν αναφέρει και τού αφιερώνει στους φιλοσοφικούς, εν τέλει, «Στοχασμούς» του του Ρομαντισμού, με «θραύσματα», όπως και τα «Fragmente» του Νοβάλις.
Οι γερμανοσπουδασμένοι Επτανήσιοι φίλοι του, Νικόλαος Λούντζης και Ιάκωβος Πολυλάς τού μετέφραζαν από τη γερμανική στην ιταλική. Έτσι ο εθνικός μας ποιητής ενσωμάτωσε την ιδέα του Νοβάλις περί «σύμμειξης» των τεχνών και των ειδών λόγου. Και την αποσπασματική, «θραυσματική» γραφή στους εμβληματικούς του «Ελεύθερους Πολιορκημένους», μισόν αιώνα μετά την αποδημία του Γερμανού προτύπου του.
Πάνω δε από έναν αιώνα μετά, στο Γαλλικό Μάη του ’68, οι φοιτητές ενέταξαν στίχους του (ναι, στίχους ενός ρομαντικού ποιητή της Σχολής της Ιένας!) στα συνθήματα του ξεσηκωμού.
Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» εντοπίζουμε θέσεις του Σολωμού για τον πόλεμο: «Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους… Από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα…».
Ο νομπελίστας ποιητής του Αιγαίου, Οδυσσέας Ελύτης, τοποθετούσε τους «Ύμνους στη Νύχτα» του Νοβάλις στα κορυφαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μαζί με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού και την «Οδύσσεια» του Ομήρου…
«Μετά από έναν χαμένο πόλεμο πρέπει να γράφονται κωμωδίες»…
Ο Χούγκο φον Χόφμανσταλ, συγγραφέας και λιμπρετίστας στις όπερες του Ρίχαρντ Στράους, επιβεβαίωσε το φιλοσοφικό θραύσμα του Νοβάλις μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και η θεατρική παραγωγή το επανεπιβεβαίωσε μετά το 1945, όπως έχουν παρατηρήσει θεατρικές μελέτες. Μήπως όλα όμως είναι θέμα διαφάνειας… και στον θρυλούμενο, ξανά, πόλεμο;
Μιλάνε για πόλεμο; Στους Έλληνες; Οι Ευρωπαίοι; Που ο «ηλιοπότης» Οδυσσέας Ελύτης τούς ξεχώριζε: «Οι Ευρωπαίοι και οι Δυτικοί βρίσκουν πάντα το μυστήριο στη σκοτεινιά, στη νύχτα, ενώ εμείς οι Έλληνες το βρίσκουμε στο φως, που είναι κάτι απόλυτο», παρατηρούσε, αντιστικτικά, στο «Συν τοις άλλοις» (Εκδ. Ύψιλον, 2011).

Οι Δυτικοί δεν υπερέχουν στο στοιχείο της διαφάνειας, έλεγε. «Λέγοντας διαφάνεια εννοώ ότι πίσω από ένα συγκεκριμένο πράγμα μπορεί να φανεί κάτι διαφορετικό, και πίσω από αυτό ξανά κάτι άλλο, και ούτω καθεξής. Αυτό το είδος της διαπερατότητας αποτελεί ό,τι πάσχισα να επιτύχω. Μού φαίνεται πώς είναι κάτι το ουσιαστικά ελληνικό. Η διαφάνεια πού υπάρχει από άποψη φυσική στη φύση, μεταφέρεται στην ποίηση».
Ο Νοβάλις (ο ορισμός του πρώιμου ευρωπαϊκού Ρομαντισμού) οραματίστηκε μια ποίηση καθολική, ικανή να θεραπεύσει «τις πληγές πού ανοίγει η λογική» (να, σαν αυτή, την τρέχουσα κι επίκαιρη του πολέμου). Και στον πόλεμο… κατά της λογικής και στον ξεσηκωμό.
Ο Νοβάλις διαπίστωσε, στα «θραύσματά» του ότι «εκείνος που ακούει τις πεταλούδες να γελούν, ξέρει τι γεύση έχουν τα σύννεφα», προτού φτάσει να γίνει σύνθημα στον ξεσηκωμό του Μάη του ’68: «Μες στους στίχους και στα παραμύθια / την αιώνια θα ξαναβρούμε πάλι αλήθεια».
Από το ποίημά του «Wenn nicht mehr Zahlen und Figuren», σε μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη:
«Όταν πάψουν νούμερα, αριθμοί, ψηφία
νά ’ν’ κλειδιά για όλα της πλάσης τα στοιχεία,
όταν κείνοι που αγαπούν και τραγουδούν
πιο σοφοί θα ’ν’ απ’ αυτούς που μελετούν,
όταν πίσω στην ελεύθερη ζωή
και στον εαυτό του ο κόσμος ξαναρθεί,
όταν οι ίσκιοι και το φως θα ζευγαρώσουν
και στη γνήσια την αγνότητα ανταμώσουν,
όταν μες στους στίχους και στα παραμύθια
την αιώνια ξαναβρούμε πάλι αλήθεια,
τότε πια με μία λέξη μυστική
ό,τι ανάποδο ή στραβό θα σαρωθεί».
*Δημοσιογράφος



