Σε παιχνίδι για γερά νεύρα εξελίχθηκε η Διεθνής Σύνοδος Κορυφής για το Μέλλον της Ενεργειακής Ασφάλειας στο Λονδίνο από την οποία έλειπαν οι “ενεργειακοί γίγαντες” της Σαουδικής Αραβίας, της Κίνας και της Ρωσίας. Η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Αγγλίας σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Τραμπ απορρίπτει τα έργα της αιολικής ενέργειας και αποφασίζει περισσότερες εξορύξεις για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στις ΗΠΑ. Σε αντίθεση με την πολιτική Τραμπ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο επανέλαβαν τη δέσμευση τους για ενεργειακή μετάβαση με στόχο την ουδετερότητα του άνθρακα, αφήνοντας σαφείς αιχμές για τον εμπορικό πόλεμο που ξεκίνησε η αμερικανική κυβέρνηση. Στη Σύνοδο Κορυφής συμμετείχε χαμηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης Τραμπ ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Ενέργειας για να μεταφέρει το μήνυμα Τραμπ ότι η Ευρώπη “οφείλει” να αγοράσει περισσότερο υγροποιημένο αέριο και πετρέλαιο από την Αμερική.
Όπως γράφουν τα διεθνή Μέσα ενημέρωσης η σύγκρουση για τους ρυθμούς της ενεργειακής μετάβασης ήταν αναπόφευκτη. Η ενεργειακή ασφάλεια εξελίσσεται σε παγκόσμιο στρατηγικό ζήτημα και αποτελεί αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ) που ιδρύθηκε μετά το πετρελαϊκό σοκ του 1974, δίνει έμφαση στην ενεργειακή μετάβαση αλλά παράλληλα προσπαθεί να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις από χώρες που αντιτίθενται στους ταχείς ρυθμούς της.
Στη Διεθνή Σύνοδο συμμετείχαν περισσότεροι από 120 κυβερνητικοί αξιωματούχοι και στελέχη επιχειρήσεων και οι εντάσεις φάνηκαν από πολύ νωρίς. Ο ΟΠΕΚ δια του εκπροσώπου του επέμενε ότι ο στόχος της ουδετερότητας άνθρακα είναι “μη ρεαλιστικός” και αντιπρότεινε ένα πιο ήπιο “ενεργειακό μείγμα”. “Η ενεργειακή ασφάλεια χρειάζεται όλες τις πηγές ενέργειας, όχι μόνο τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας”, δήλωσε ο ΟΠΕΚ. Η ενεργειακή ασφάλεια χρειάζεται όλες τις πηγές ενέργειας, όχι μόνο τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας”, δήλωσε ο ΟΠΕΚ. Οι πρώτες συζητήσεις αποκάλυψαν το διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στους μεγάλους της παγκόσμιας ενέργειας για το μέλλον του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού εν μέσω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον ντε Λάιεν έδωσε το στίγμα της διαφαινόμενης αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ μιλώντας για την ανάγκη να μειώσει περαιτέρω η Ευρώπη την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα. Δήλωσε μεν ότι οι προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ “παραμένουν στρατηγικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση” αλλά δεν αποσαφήνισε αν θα αποδεχθεί την αύξηση των εισαγωγών, όπως ζητά η κυβέρνηση Τραμπ. Όπως είπε η Ευρωπαϊκή Ένωση σημείωσε μεγάλη πρόοδο στην απεξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα, καθώς οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ήδη παρέχουν σχεδόν το μισό της ηλεκτρικής ενέργειας των χωρών μελών της. Η πρόεδρος της Κομισιόν επανέλαβε τη δέσμευση της Ευρώπης στη συμφωνία για τον τριπλασιασμό της παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως το 2030.
Βασικός υποστηρικτής της ταχείας απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα ήταν ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στράμερ που μίλησε για “χρόνια υπερέκθεση στο τρένο των διεθνών αγορών ορυκτών καυσίμων”, στην οποία οφείλονται οι περισσότερες από τις μισές οικονομικές υφέσεις. “Θα κάνουμε την ενέργεια πηγή όχι ευπάθειας, αλλά δύναμης. Δεν μπορούμε να το πετύχουμε αυτό υπερασπίζοντας το status quo ή προσπαθώντας να γυρίσουμε το ρολόι πίσω σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια”, είπε χαρακτηριστικά ο Κ. Στράμερ, συνδέοντας την ενεργειακή ασφάλεια με την εθνική ασφάλεια.
Σε πλήρη αντίθεση με το μήνυμα και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνοψίζονται στη φράση του υπουργού Ενέργειας της Βρετανίας “Όσο παραμένουμε μαζικά εξαρτημένοι από τα ορυκτά καύσιμα, δεν θα υπάρχει ενεργειακή ασφάλεια για την Ευρώπη”, ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης Τραμπ μετέφερε ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα προς τους ηγέτες της Ευρώπης. “Δεν θα θυσιάσουμε την οικονομία μας ή την ασφάλεια μας για παγκόσμιες συμφωνίες για ένα λεγόμενο καθαρό μηδενικό μέλλον. Ούτε ενθαρρύνουμε κανένα άλλο έθνος να κάνει αυτή τη θυσία”, είχε δήλωσε ο Τόμμυ Τζόις λίγο πριν μεταβεί στο Λονδίνο για τη Διεθνή Σύνοδο. Σε αυτό το κλίμα στην ομιλία του την πρώτη ημέρα της Συνόδου υποστήριξε ότι “η ώθηση για καθαρή ενέργεια έναντι των ορυκτών καυσίμων ήταν “επιβλαβής και επικίνδυνη” και οι αντιπρόσωποι που μετέχουν οφείλουν να είναι “ειλικρινείς σχετικά με τις αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες του κόσμου”. Υποστήριξε ακόμη ότι οι προσπάθειες για ανάσχεση της υπερθέρμανσης του πλανήτη περιορίζουν τον ενεργειακό εφοδιασμό σε όλο τον κόσμο και παραδίδουν την ενέργεια στην Κίνα. Η αναφορά του σχετίζεται με τα υλικά κατασκευής των ανεμογεννητριών για τα οποία βασικός προμηθευτής είναι η Κίνα.



