Ισχυρό μήνυμα στην κυβέρνηση δόθηκε χθες στο Σύνταγμα και σε 100 ακόμη πόλεις της Ελλάδας. Όποιος ανέμενε ότι τα Τέμπη ξεχάστηκαν ή ότι η αποχώρηση Καρυστιανού με στόχο την ίδρυση πολιτικού κόμματος θα έσπερνε απογοήτευση, διαψεύστηκε με τις χθεσινές διαδηλώσεις. Το Σύνταγμα βούλιαξε από εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, οι δρόμοι γύρω από το Κοινοβούλιο ήταν ασφυκτικά γεμάτοι, ποτάμια νέων ανθρώπων δίπλα σε εργατικά σωματεία φώναξαν ξανά, τρία χρόνια μετά το “έγκλημα στα Τέμπη” πως “Δεν ξεχνά, δεν συγχωρεί” και απαιτεί Δικαιοσύνη.

Η οργή έβγαλε πάλι χιλιάδες κόσμου στους δρόμους, φέρνοντας λίγο πριν την έναρξη της δίκης στις 27 Μαρτίου, το αίτημα για τιμωρία των πραγματικών ενόχων. Όπως το έθεσε ο επικεφαλής του Συλλόγου συγγενών θυμάτων Παύλος Ασλανίδης που κατονόμασε ως ηθικό αυτουργό, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, “έχουμε απέναντι μας μια κυβέρνηση ένοχη και κυνική”. Η δυναμική του μαζικού συλλαλητηρίου έφερε ξανά στο προσκήνιο το σύνθημα “δεν ήταν ατύχημα, ήταν δολοφονία”.
Η κυβέρνηση επιχείρησε με δύο τρόπους να αντιμετωπίσει το ποτάμι οργής που πλημμύρισε κυρίως την Αθήνα αλλά και τη Θεσσαλονίκη, όπου έγιναν οι δυο μαζικότερες διαδηλώσεις στην 3η επέτειο του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος.
Ο πρώτος ήταν της προληπτικής καταστολής, των μαζικών ελέγχων ακόμη και σε γέρους και μαθητές και των αναίτιων προσαγωγών. Ο δεύτερος, αφού χιλιάδες κόσμου κατέκλυσε όλους τους δρόμους γύρω από το Σύνταγμα, ήταν η γραμμή της υποβάθμισης του συλλαλητηρίου. Στα μεγάλα Μέσα ενημέρωσης η είδηση ήταν σχεδόν μονόστηλο με άσχετους τίτλους. Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Μαξίμου έριξε το βάρος στον πόλεμο Ισράηλ- ΗΠΑ και Ιράν με βομβαρδισμό πληροφοριών και δελτίων Τύπου από το υπουργείο Εξωτερικών για τις ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης.

Σωματικοί έλεγχοι και καταστολή
Δύο ώρες πριν το προγραμματιζόμενο συλλαλητήριο στις 12.00 στο Σύνταγμα, σχεδόν 4000 μέλη των διαφόρων ομάδων κρούσης και καταστολής ΜΑΤ, ΥΜΑΤ, ΔΡΑΣΗ, ΔΙΑΣ και της αντιτρομοκρατικής βρίσκονταν στους δρόμους της Αθήνας. Η αρχή έγινε με μια πρωτοφανή ενέργεια, την επίθεση σε γραφεία πολιτικού κόμματος, της Κομμουνιστικής Ανανέωσης και της εφημερίδας του ΠΡΙΝ όταν ισχυρές ομάδες ΜΑΤ παρατάχθηκαν στην είσοδο των γραφείων με στόχο να εμποδίσουν τον κόσμο να βγει από εκεί για να πάει στη συγκέντρωση.
Τις δύο επόμενες ώρες αστυνομικά μπλόκα είχαν στηθεί και πραγματοποιούσαν ελέγχους σε όσους κατευθύνονταν προς το Σύνταγμα. Έκαναν έλεγχο σε τσάντες μαθητών και σωματικό έλεγχο σε όσους θεωρούσαν “κίνδυνο”, θυμίζοντας άλλες εποχές. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με την ανακοίνωση της ίδιας της αστυνομίας, έγιναν 200 προσαγωγές. Από αυτές 19 μετατράπηκαν σε συλλήψεις με την κατηγορία της παράβασης νομοθεσίας περί…όπλων. Δυνάμεις της αστυνομίας προσπάθησαν να προσαγάγουν και τον Θοδωρή Ελευθεριάδη, που έχασε τη μητέρα του στο δυστύχημα στα Τέμπη. Παρά το γεγονός ότι τον γνώριζαν επέμεναν να του κάνουν σωματικό έλεγχο και κάλεσαν περιπολικό για “να τον πάρει στα κεντρικά”. Με παρέμβαση δικηγόρων από την Εναλλακτική Κίνηση που βρίσκονταν στη διαδήλωση, αφέθηκε ελεύθερος.
Η αστυνομία στο μεταξύ, υποβάθμισε το μαζικό συλλαλητήριο ανακοινώνοντας ότι συμμετείχαν περίπου 40.000 κόσμου. Οι φωτογραφίες και τα καρέ των φωτογράφων, τη διαψεύδουν. Η πλατεία Συντάγματος ήταν ασφυκτικά γεμάτη, οι διαδηλωτές καταλάμβαναν το χώρο από το Μετρό στην Πανεπιστημίου, τη Σταδίου από την Κλαυθμώνος έως και τους Στύλους Ολυμπίου Διός και στη Βασιλίσσης Σοφίας έως ψηλά στο Μουσείο Μπενάκη.

Στις ομιλίες των συγγενών, μανάδες, γιοί και πατέρες των 57 νεκρών, η συγκίνηση ήταν έκδηλη στους συγκεντρωμένους. Κι όταν η μητέρα του Ντενίς, Μιρέλα Ρούτσι ανέβηκε στο βήμα και έθεσε το ερώτημα “και τώρα τι κάνουμε; Αυτών δεν ιδρώνει το αυτί τους, ούτε με μια ημέρα απεργίας, ούτε με τρεις μήνες απεργία”, ακούστηκε ένα ηχηρό χειροκρότημα.
“Μεγαλώνουμε με μια απουσία που ουρλιάζει και απέναντι έχουμε υποσχέσεις και μεταθέσεις ευθυνών. Τρία χρόνια μετά η πληγή δεν έκλεισε γιατί η δικαιοσύνη καθυστερεί”, ανέφερε και το μέλος του Συλλόγου Βασίλης Χατζηχαραλάμπους που έχασε τον γιο του.
Στο συλλαλητήριο παραβρέθηκε και η Μαρία Καρυστιανού η οποία ζήτησε να ανέβει στο βήμα αλλά δεν της δόθηκε η άδεια από τα μέλη του Συλλόγου Συγγενών.

Παρά το γεγονός ότι στη διάρκεια του συλλαλητηρίου δεν εκδηλώθηκε καμία απολύτως ενέργεια ή απόπειρα επίθεσης στις αστυνομικές δυνάμεις, τα ΜΑΤ επιτέθηκαν αμέσως μετά το τέλος των ομιλιών και ενώ χιλιάδες κόσμου αποχωρούσαν από το Σύνταγμα. Επιτέθηκαν ακόμη και στο μπλοκ των φωτορεπόρτερ ρίχνοντας χημικά.
Η Ένωση Φωτορεπόρτερ καταδίκασε την πρακτική της ελληνικής αστυνομίας που ζητούσε να ελέγξει τις τσάντες των φωτορεπόρτερ και να τους κάνει σωματικό έλεγχο, παρά το γεγονός ότι έδειχναν την επαγγελματική ταυτότητά τους.



