Αυτό που αναμενόταν ήδη από την άνοιξη του 2026 συνέβη. Το κίνημα των ανταρτών της Υεμένης «Ανσάρ Αλλάχ» (Ansar Allah), γνωστότερο ως Χούθι, οι οποίοι ήλεγχαν εδώ και καιρό σημαντικές περιοχές στη Βόρεια Υεμένη, στην αρχή του Σεπτεμβρίου εξαπέλυσαν επιθέσεις και καταγάγουν εντυπωσιακές επιτυχίες, προελαύνοντας προς Νότο.
Μέσα σε διάστημα λίγων μόλις ημερών, μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου, κατέλαβαν την παραθαλάσσια πόλη Μόχα και αρκετά νησιά στα νοτιοδυτικά παράλια της Υεμένης, αποκτώντας έτσι άμεσο έλεγχο στο στρατηγικής σημασίας στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά την πύλη προς την Ερυθρά Θάλασσα. Με το Ιράν να έχει αποκλείσει το Στενό του Ορμούζ, οι μοναρχίες του Κόλπου που εξάγουν πετρέλαιο βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με σχεδόν ολοκληρωτικό ναυτικό αποκλεισμό.
Η σύγκρουση στην Υεμένη και η θεαματική προώθηση των Χούθι, οι οποίοι έχουν άμεση σχέση με το Ιράν, αποτελεί αναμφισβήτητα αναπόσπαστο κομμάτι του πολέμου ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν. Προς το παρόν, η Σαουδική Αραβία μόνη της προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να αντιμετωπίσει τους Χούθι. Τώρα, όμως, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του, στο Forbes, ο ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής, Ρουσλάν Σουλεϊμάνοφ, η νέα κλιμάκωση φέρνει για άλλη μια φορά την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αντιμέτωπη με ένα άβολο ερώτημα: είναι η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της προετοιμασμένη για έναν πόλεμο φθοράς εναντίον του Ιράν και των proxi συμμάχων του στη Μέση Ανατολή;
Επιπλέον, τονίζει, ότι από τα ίδια τα γεγονότα προκύπτουν τουλάχιστον δύο εύλογα ερωτήματα:
Πρώτον, γιατί η κλιμάκωση εκδηλώθηκε τώρα, και όχι, για παράδειγμα, στο αποκορύφωμα της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν, Ισραήλ - ΗΠΑ την περασμένη άνοιξη;
Δεύτερον, πως θα διαμορφωθεί στο εξής η ισορροπία δυνάμεων στην αντιπαράθεση μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον;
Η κατάλληλη στιγμή
Ο αναλυτής εξηγεί ότι, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Ιράν, τον Μάρτιο του 2026, αξιωματούχοι της Ισλαμικής Δημοκρατίας του είχαν πει ότι οι Χούθι θα εισέρχονταν στη σύγκρουση όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες. Είναι σαφές ότι η στιγμή αυτή έφτασε, μετά την ανακοίνωση του Τραμπ για την εφαρμογή πολιτικής της μέγιστης στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης κατά της Τεχεράνης.
Κατά τον Ρ. Σουλεϊμάνοφ, η οργάνωση «Ανσάρ Αλλάχ» έχει με το μέρος της τόσο τον παράγοντα του χρόνου όσο και τη γεωγραφία. Οι ορεινές περιοχές που ελέγχονται από αυτούς, προσφέρονται για άμυνα.
Στο μεταξύ, πάντως, η κλιμάκωση στην Υεμένη έχει οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, ωθώντας τες πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Αυτό το σενάριο συνάδει απόλυτα με τη στρατηγική της Τεχεράνης, η οποία αφού δεν μπορεί να νικήσει τον αντίπαλο στο πεδίο της μάχης, επιδιώκει να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή οικονομική ζημιά στους συμμάχους του. Με λίγα λόγια, διεξαγάγει έναν πόλεμο φθοράς.
«Συμφωνίας της Μέκκας»: Θεατές Τουρκία και Πακιστάν
Ο αναλυτής τονίζει επίσης ότι η κυβέρνηση Τραμπ, αν και είχε επιχειρήσει στο παρελθόν να ανακόψει τους Χούθι, σήμερα, προς το παρόν, δεν δείχνει να βιάζεται για να βοηθήσει τους Σαουδάραβες.
Το ίδιο ισχύει και για τους νέους συμμάχους της Σαουδικής Αραβίας, την Τουρκία και το Πακιστάν, με τους οποίους η πρώτη υπέγραψε πανηγυρικά το στρατιωτικό «σύμφωνο της Μέκκας» μόλις τον περασμένο Αύγουστο. Μέχρι στιγμής, η αντίδρασή τους περιορίζεται στην καταδίκη των Χούθι και στις εκκλήσεις για αποκλιμάκωση. Η πρώτη πραγματική δοκιμασία αυτής της συμμαχίας, η οποία φιλοδοξεί να αποκτήσει το κύρος ενός «μουσουλμανικού ΝΑΤΟ», καταδεικνύει ότι, στην πράξη, κανένα από τα τρία μέρη δεν προτίθεται να εμπλακεί σε συγκρούσεις για λογαριασμό των άλλων.

Σπαζοκεφαλιά για τον Τραμπ
Ολοένα περισσότερο, γίνεται εμφανές ότι η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι ως προς το Ιράν. Δεδομένου ότι το αρχικό σχέδιο, με τις επιθέσεις στο Ιράν, τον Φεβρουάριο του 2026, στόχευε στην αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, απέτυχε, ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται να επιλέξει: είτε να διεξαγάγει έναν παρατεταμένο πόλεμο είτε να επιχειρήσει να συνάψει συμφωνία με την ηγεσία του Ιράν.
Η αδιαλλαξία των εμπλεκόμενων πλευρών και η απροθυμία τους να προβούν έστω και σε ελάχιστους συμβιβασμούς παρατείνουν μια στρατιωτική αντιπαράθεση που έχει ήδη επεκταθεί πέρα από τα Στενά του Ορμούζ. Το μνημόνιο κατανόησης που συμφωνήθηκε μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, φέτος τον Ιούνιο, και προέβλεπε τη σταδιακή επίλυση των διαφορών, παρέμεινε στα χαρτιά.
Οι σημερινοί ηγέτες του Ιράν, οι οποίοι εκπροσωπούν την πιο συντηρητική πτέρυγα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) και είναι βετεράνοι του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980–1988), έχουν επανειλημμένα δείξει ότι είναι προετοιμασμένοι, και μάλιστα πρόθυμοι, για μια παρατεταμένη σύγκρουση. Ακριβώς μέσω αυτής της οδού ελπίζουν να απαλλάξουν τον Περσικό Κόλπο από την αμερικανική παρουσία.
Για τον Τραμπ, ένας παρατεταμένος πόλεμος με το Ιράν θα σήμαινε επίσης εμπλοκή όλων των συμμάχων του στη Μέση Ανατολή. Προς το παρόν, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Λευκός Οίκος δεν ενδιαφέρεται για περαιτέρω κλιμάκωση, ούτε θέλει την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου. Επομένως, στο άμεσο μέλλον, δεν αποκλείονται νέες προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας, αν όχι με την Τεχεράνη, τότε τουλάχιστον με τους Χούθι.

Η μακρά ιστορία του πολέμου στην Υεμένη
Η σύγκρουση στην Υεμένη έχει μακρά ιστορία. Τον Μάρτιο του 2015, η Σαουδική Αραβία εξαπέλυσε τη στρατιωτική επιχείρηση «Αποφασιστική Καταιγίδα» εναντίον των ανταρτών της Υεμένης, οι οποίοι είχαν ήδη καταλάβει την πρωτεύουσα, τη Σαναά, και προέλαυναν προς τον Νότο. Το Ριάντ θεώρησε την εξέλιξη αυτή ως απειλή για τα εθνικά του συμφέροντα, καθώς οι Χούθι είχαν ήδη την υποστήριξη του Ιράν, ενός εκ των βασικών γεωπολιτικών αντιπάλων της μοναρχίας του Κόλπου.
Οι επιχειρήσεις της Σ. Αραβίας και των συμμάχων της ανέκοψε μεν την προέλαση των Χούθι, αλλά απέτυχε να τους νικήσει. Μάλιστα, μετά από επτά έτη εντατικών αεροπορικών βομβαρδισμών, το μόνο που επετεύχθη, ήταν να επιδεινωθεί η ανθρωπιστική κρίση στη χώρα. Η, δε, Σ. Αραβία αναγκάστηκε να αναστείλει τις επιχειρήσεις και να εγκαταλείψει τα σχέδιά της να νικήσει τους Χούθι.
Τον Απρίλιο του 2022, οι Χούθι και η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης, που έχει την υποστήριξη της Σ. Αραβίας, συμφώνησαν σε εκεχειρία. Αν και αυτή έληξε τυπικά τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την τελευταία κλιμάκωση.
Το 2023, με τη συνδρομή του ΟΗΕ, καταρτίστηκε οδικός χάρτης για τη διευθέτηση της σύγκρουσης, όπου προτεινόταν να έχει το κίνημα «Ανσάρ Αλλάχ» πρόσβαση στους πόρους πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας, με αντάλλαγμα μια επ’ αόριστον κατάπαυση του πυρός και την έναρξη πολιτικής διαδικασίας για την ειρήνευση.
Ωστόσο, μεσολάβησε η επίθεση της «Χαμάς» κατά του Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, και το ισραηλινό μακελειό στη Γάζα, και οι Χούθι επέλεξαν να αποκλείσουν τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα σε ένδειξη αλληλεγγύης προς την παλαιστινιακή οργάνωση. Ετσι, η ειρηνευτική διαδικασία στην Υεμένη ανεστάλη.
Στο μεταξύ, κατά των Χούθι εστράφησαν, για μια ακόμη φορά, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, μεγάλες δυνάμεις. Πραγματοποιήθηκαν η αμερικανο-βρετανική στρατιωτική επιχείρηση «Prosperity Guardian» στην αρχή του 2024, οι αεροπορικές επιδρομές της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, την άνοιξη του 2025, και τα πλήγματα του Ισραήλ με στόχο κυβερνητικά στελέχη των Χούθι στη Σαναά. Ολα αυτά, ωστόσο, δεν κατάφεραν να περιορίσουν τις πολεμικές δυνατότητες των Χούθι.
Μακροχρόνιος πόλεμος;
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από την υπογραφή της εκεχειρίας και μετά, οι Χούθι συγκεντρώνουν οπλισμό και κατασκευάζουν ένα δίκτυο σπηλαίων και οχυρωματικών καταφυγίων που δεν μπορεί να καταστραφεί μόνο με αεροπορικές επιδρομές.

Το Ιράν παρέχει στρατιωτική βοήθεια στους Χούθι, αν και η έκταση αυτής της υποστήριξης παραμένει ασαφής, καθώς τα εδάφη της Υεμένης που ελέγχονται από τους αντάρτες τελούν υπό πλήρη ναυτικό και αεροπορικό αποκλεισμό από το 2015. Τα τελευταία χρόνια, εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ έχουν επισημάνει επανειλημμένως απόπειρες λαθρεμπορίου όπλων προς την Υεμένη μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και του Ομάν, ή δια θαλάσσης από το Κέρας της Αφρικής.
Παράλληλα, οι Χούθι έχουν καταφέρει να αναπτύξουν δική τους παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) και βαλλιστικών πυραύλων. Μάλιστα, σε κάθε στρατιωτική παρέλαση, επιδεικνύουν με υπερηφάνεια οπλικά συστήματα που φέρουν την ένδειξη, με μεγάλα γράμματα, «made in Yemen». Επιπλέον, πολυάριθμοι Ιρανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι βρίσκονται στις περιοχές που ελέγχονται από τους αντάρτες. Εκτιμάται ότι, χάρις στη δική τους συνδρομή, οι Χούθι μπόρεσαν να καταλάβουν τη Μόχα.
Τα μέλη της οργάνωσης «Ανσάρ Αλλάχ» είναι προετοιμασμένα για έναν μακροχρόνιο πόλεμο. Είναι απίθανο οι αεροπορικές επιδρομές που εξαπολύει η Σαουδική Αραβία να αποδυναμώσουν τις στρατιωτικές δυνατότητές τους ή να τους αναγκάσουν σε υποχώρηση. Παράλληλα, οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης απέδειξαν για άλλη μια φορά την αδυναμία τους να αντέξουν σε επιθέσεις των Χούθι. Η πρόσφατη επίθεση των ανταρτών ανέδειξε απλώς τις σοβαρές ρωγμές στο εσωτερικό του στρατού της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης.



