Του Ηλία Φωτίου *

«Εγώ είμαι καλά, η χώρα είναι χάλια»
Η Σαξωνία-Άνχαλτ, το τέλος του μύθου της ψήφου διαμαρτυρίας, και τι σημαίνει για την Αθήνα.
Την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου η Alternative für Deutschland πήρε 43,9% στη Σαξωνία-Άνχαλτ και 39 από τις 83 έδρες του Landtag του Μαγδεμβούργου. Της έλειψαν τρεις για αυτοδυναμία. Η CDU του καγκελαρίου Μερτς, που κυβερνούσε το κρατίδιο επί δεκαπέντε χρόνια, έπεσε στο 17,2% και στις δεκαπέντε έδρες· έχασε τα μισά της. Το SPD πήρε 9,3%, οι Πράσινοι 8,9%, η Linke 8,6%, το BSW μπήκε οριακά με 5,3%. Η συμμετοχή εκτινάχθηκε στο 77,8%, από 60,3% το 2021.
Είναι το καλύτερο αποτέλεσμα στην ιστορία του κόμματος και το υψηλότερο ποσοστό που έχει πάρει οποιοδήποτε κόμμα στο κρατίδιο από την επανένωση. Στις 20 Σεπτεμβρίου ψηφίζουν το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και το Βερολίνο.
Η αντίδραση των ευρωπαϊκών πρωτευουσών ακολούθησε το γνωστό σενάριο μέσα σε λίγες ώρες: ψήφος οργής, ψήφος απόγνωσης, ψήφος διαμαρτυρίας. Οι ίδιες λέξεις που ακούγονται από το 2016. Δύο αριθμοί από τα δεδομένα της ίδιας βραδιάς τις ακυρώνουν.
Πρώτος αριθμός, το πηγάδι της αποχής
Σύμφωνα με το μοντέλο μετακίνησης ψηφοφόρων της Infratest dimap, η AfD άντλησε 157.000 ψήφους από ανθρώπους που το 2021 δεν είχαν πάει καθόλου στην κάλπη. Από τη CDU πήρε 83.000, από την FDP 19.000, από τη Linke 11.000. Η ίδια η CDU κέρδισε μόλις 30.000 από τους πρώην αποχόμενους.
Η αριθμητική είναι σαφής, η νίκη δεν ήρθε από κεντροδεξιούς που ριζοσπαστικοποιήθηκαν στη διάρκεια μιας τετραετίας. Ήρθε από ένα κοιμώμενο εκλογικό σώμα που ξύπνησε ολόκληρο για λογαριασμό ενός και μόνο κόμματος. Οι ψηφοφόροι αυξήθηκαν κατά περίπου 227.000 σε σχέση με το 2021. Τα δύο τρίτα αυτής της αύξησης τα απορρόφησε η AfD μόνη της.
Αυτό δεν είναι διαμαρτυρία. Η διαμαρτυρία είναι η αποχή. Όποιος σηκώνεται από τον καναπέ ύστερα από χρόνια για να ψηφίσει κάποιον, δεν τιμωρεί κάποιον άλλον, επιλέγει.
Δεύτερος αριθμός, η ευημερία των δυσαρεστημένων
Το 52% των κατοίκων της Σαξωνίας-Άνχαλτ αξιολογεί την προσωπική του οικονομική κατάσταση ως καλή. Μόλις το 12% τη χαρακτηρίζει κακή (Forschungsgruppe Wahlen). Την ίδια στιγμή η κρίση για την οικονομική κατάσταση της χώρας είναι βαριά αρνητική και οι προσδοκίες για το μέλλον έχουν καταρρεύσει.
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο μεγέθη είναι το κλειδί όλης της υπόθεσης. Όποιος γράψει ότι οι Ανατολικογερμανοί ψήφισαν ακροδεξιά επειδή πεινούν, γράφει ψέμα με στοιχεία δημοσιευμένα από τη Δευτέρα το πρωί. Η υλική στέρηση εξηγεί ένα κομμάτι της ιστορίας. Το κύριο μέρος της το εξηγεί η κατάρρευση των προσδοκιών και η αίσθηση ότι σε βλέπουν ως πληθυσμό δεύτερης σειράς.
Η προτίμηση, όχι το παράπονο
Στα ευρήματα της Infratest dimap που δημοσίευσε το Ίδρυμα Konrad Adenauer, το 83% των ψηφοφόρων της AfD δηλώνει επιθυμία ριζικής αλλαγής, έναντι μέσου όρου 49% στο σύνολο του εκλογικού σώματος. Η ίδια βάση δηλώνει καθαρά ότι θέλει το κόμμα σε θέση εξουσίας, όχι σε ρόλο φωνασκούντος τιμωρού.
Υπάρχει και ένα παλαιότερο εύρημα που φωτίζει το ίδιο πράγμα, με τη διευκρίνιση ότι είναι πανγερμανικό και δεκαέξι μηνών. Στη μέτρηση του ARD DeutschlandTrend του Μαΐου 2025, αμέσως μετά τον χαρακτηρισμό του κόμματος ως «βεβαιωμένα ακροδεξιού» από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος, το 91% των υποστηρικτών του απάντησε ότι αδιαφορεί για τον χαρακτηρισμό, αρκεί το κόμμα να θέτει τα θέματα που τους ενδιαφέρουν.
Μιλάμε για ψηφοφόρους που ξέρουν ακριβώς τι ψηφίζουν. Τους το έχουν πει επί τρία χρόνια από κάθε τηλεοπτικό δελτίο, και το ψηφίζουν επειδή το θέλουν. Ο επικεφαλής υποψήφιος Ούλριχ Ζίγκμουντ άλλωστε δήλωσε ήδη από την προεκλογική περίοδο ως πρώτη του προτεραιότητα μια «επίθεση απελάσεων», μαζί με την κατάργηση όσων, κατά τη διατύπωσή του, φέρνουν κόσμο να εκμεταλλευτεί το γερμανικό κοινωνικό κράτος. Το πρόγραμμα ήταν στο τραπέζι πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Το τραύμα που δεν ανήκει σε κόμμα
Εδώ η ανάλυση οφείλει να γίνει πιο λεπτή, αλλιώς πέφτει στο αντίθετο σφάλμα.
Το 66% της βάσης της AfD θεωρεί ότι παίρνει λιγότερα από το δίκαιο μερίδιό του. Το 83% θεωρεί ότι οι Ανατολικογερμανοί παραμένουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Αν σταματήσει κανείς εκεί, βγάζει το συμπέρασμα ότι μιλάμε για ακροδεξιό αίσθημα. Τα ίδια στοιχεία όμως δείχνουν ότι το ίδιο πιστεύει το 75% των ψηφοφόρων της Linke, το 68% της CDU και το 65% του SPD.
Το τραύμα, δηλαδή, είναι κοινό κτήμα ολόκληρου του κρατιδίου. Και έχει βάση. Ο Elitenmonitor των πανεπιστημίων Λειψίας και Ιένας παρακολουθεί περίπου τρεις χιλιάδες κορυφαίες θέσεις σε δώδεκα τομείς, πολιτική, διοίκηση, δικαιοσύνη, οικονομία, επιστήμη, ΜΜΕ. Οι Ανατολικογερμανοί είναι το 20% του πληθυσμού της χώρας και κατέχουν το 12,1% αυτών των θέσεων. Στην οικονομία το ποσοστό όχι μόνο δεν ανέβηκε, έπεσε από 5,1% σε 4,0%. Τριάντα έξι χρόνια μετά την επανένωση, ο κάτοικος του Μαγδεμβούργου που κοιτάζει προς τα πάνω και βλέπει ελάχιστους δικούς του περιγράφει μια μετρημένη πραγματικότητα.
Το τραύμα λοιπόν ανήκει σε ολόκληρο το κρατίδιο. Στην AfD ανήκει μόνο η αποκλειστικότητα στην έκφρασή του χωρίς ενοχή. Το πολιτικό σύστημα βρήκε τη ζήτηση για εθνοτικό αποκλεισμό εκεί που υπάρχει σε κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία. εκείνο που πρόσθεσε ήταν το κλείσιμο κάθε άλλου καναλιού μέσα από το οποίο Eνας ολόκληρος πληθυσμός θα μπορούσε να εκφράσει οτιδήποτε άλλο. Όταν το μόνο ανοιχτό μικρόφωνο βρίσκεται σε αυτή τη σκηνή, ανεβαίνει σε αυτήν και κόσμος που είχε έρθει για άλλον λόγο.
Γι’ αυτό η θεωρία της ψήφου διαμαρτυρίας άντεξε τόσα χρόνια. Άντεξε επειδή παρηγορεί, όχι επειδή εξηγεί. Υπόσχεται στο ευρωπαϊκό κέντρο ότι με λίγη καλύτερη διακυβέρνηση, λίγο περισσότερο κοινωνικό κράτος και λίγη καλύτερη επικοινωνία, το πρόβλημα λύνεται μόνο του. Δέκα χρόνια μετά το 2026, η υπόσχεση αυτή δεν έχει επαληθευτεί σε καμία ευρωπαϊκή κάλπη.
Ο ευρωπαϊκός λογαριασμός
Το πρώτο θύμα του αποτελέσματος είναι το ίδιο το εργαλείο του αποκλεισμού. Το Brandmauer, το τείχος που κρατά την AfD εκτός κάθε συνασπισμού, λειτουργεί όσο το κόμμα κινείται στο 15%. Στο 44% γίνεται το ίδιο η καλύτερη απόδειξη του επιχειρήματός του. Στο Μαγδεμβούργο, κάθε κυβέρνηση χωρίς την AfD απαιτεί από τη CDU τουλάχιστον σιωπηρή ανοχή της Linke, κάτι που οι Χριστιανοδημοκράτες αποκλείουν κατηγορηματικά και που το 59% των ίδιων των κατοίκων απορρίπτει. Ο Μερτς έκλεισε την πόρτα τη Δευτέρα. Του μένουν δύο επιλογές, και οι δύο δωρεά στον αντίπαλο. Παρατεταμένη ακυβερνησία, ή ένας τετρακομματικός συνασπισμός ηττημένων που θα προσφέρει στην AfD τέσσερα χρόνια ρητορικής περί κλεμμένης νίκης.
Για την υπόλοιπη Ένωση, η ουσία είναι δημοσιονομική πριν γίνει ιδεολογική. Στη μέτρηση της Forsa της περασμένης εβδομάδας η AfD βρίσκεται στο 28% πανεθνικά και στο 45% στα ανατολικά κρατίδια. Ένας Γερμανός καγκελάριος με αυτά τα νούμερα απέναντί του δεν έχει περιθώριο γενναιοδωρίας προς τον Νότο ή προς το Κίεβο, ακόμη κι αν το θέλει. Οι διαπραγματεύσεις για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, η συζήτηση για κοινό χρέος, η χρηματοδότηση της Ουκρανίας, όλα περνούν από ένα Βερολίνο που πλέον διαπραγματεύεται με το πιστόλι της Δρέσδης και του Μαγδεμβούργου στον κρόταφο.
Ο ίδιος μηχανισμός, άλλες πρωτεύουσες
Στη Γαλλία το ρίσκο είναι πραγματικό και μεγάλο. Το Εφετείο του Παρισιού επικύρωσε στις 7 Ιουλίου την επιλεξιμότητα της Μαρίν Λεπέν, η ίδια ανακοίνωσε υποψηφιότητα το ίδιο βράδυ και ο Ζορντάν Μπαρντελά αποσύρθηκε όπως είχε δεσμευτεί. Το Rassemblement National μετράει 31% έως 38% στον πρώτο γύρο του Απριλίου 2027, ανάλογα με το σενάριο. Το διακύβευμα εκεί είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και η μοναδική πυρηνική δύναμη της Ένωσης. Στην Τσεχία η υπόθεση έκλεισε ήδη τον Οκτώβριο του 2025· ο Μπάμπις κυβερνά με τη στήριξη του ακροδεξιού SPD. Στην Αυστρία το FPÖ κέρδισε το 2024, το απέκλεισαν από την κυβέρνηση και έκτοτε προηγείται άνετα. Στην Πορτογαλία το Chega έγινε αξιωματική αντιπολίτευση σε μια χώρα που μέχρι το 2019 θεωρούνταν ανοσοποιημένη από τη μνήμη του Σαλαζάρ.
Βάλτε τα δίπλα δίπλα και ο μηχανισμός γίνεται ορατός. Η ακροδεξιά δεν ανεβαίνει όπου υπάρχει δυσαρέσκεια, δυσαρέσκεια υπάρχει σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, το ίδιο και έλλειμμα αναγνώρισης, το ίδιο και κόπωση από κόμματα που εναλλάσσονται με τον εαυτό τους. Ανεβαίνει όπου λείπει το τρίτο συστατικό, ένα εναλλακτικό όχημα αλλαγής που δεν είναι ούτε το καθεστώς ούτε η ίδια.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Δύο πράγματα, με σειρά αμεσότητας.
Το μεταναστευτικό είναι το πρώτο και το βεβαιότερο. Η CDU σκλήρυνε τη γραμμή της για να ανακόψει την AfD και έχασε 83.000 ψήφους προς αυτούς που το είπαν πρώτοι. Ο ψηφοφόρος προτιμά το πρωτότυπο από το αντίγραφο· παλιός κανόνας, τον ξαναμαθαίνουν κάθε δεκαετία. Η αντίδραση του Βερολίνου θα είναι ακόμη μεγαλύτερη σκλήρυνση. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πίεση για επιστροφές Δουβλίνου, ναυάγιο κάθε συζήτησης περί υποχρεωτικής μετεγκατάστασης, και μεταφορά ολόκληρου του βάρους στα κράτη πρώτης εισόδου. Η Ελλάδα βρίσκεται στην απόληξη αυτού του αγωγού.
Το δεύτερο είναι το πιο δυσάρεστο και το λιγότερο συζητημένο. Τα δύο πρώτα συστατικά του γερμανικού μηχανισμού υπάρχουν εδώ σε πλήρη ανάπτυξη, επαρχία που αδειάζει, υπηρεσίες που αποσύρονται, κόμματα εξουσίας που εναλλάσσονται με τον εαυτό τους. Μένει το τρίτο, το όχημα αλλαγής που δεν είναι ούτε το καθεστώς ούτε η ακροδεξιά. Στην Ουγγαρία εμφανίστηκε τον Απρίλιο και ο Ορμπάν έπεσε ύστερα από δεκαέξι χρόνια. Στη Σαξωνία-Άνχαλτ δεν υπήρχε κανένα, και το αποτέλεσμα το είδαμε.
Ας απαντήσει ο καθένας μόνος του πού βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα σε αυτό το ερώτημα.
Στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2024 ψήφισαν 3.891.466 από τους 9.605.244 εγγεγραμμένους. Συμμετοχή 40,5%, αποχή 59,5%, ρεκόρ όλων των εποχών. Οι πέντε εκατομμύρια εφτακόσιες χιλιάδες που έμειναν σπίτι δεν εξαφανίστηκαν. Κάθονται εκεί, ολόκληροι, και περιμένουν κάποιον να τους δώσει λόγο να σηκωθούν.
Στο Μαγδεμβούργο τους τον έδωσαν. Σηκώθηκαν εκατόν πενήντα επτά χιλιάδες μαζί.
* Ο Ηλίας Φωτίου είναι δημοσιογράφος



