Κόστος για τη στέγη, φουσκωμένοι λογαριασμοί ενέργειας, ακρίβεια. Τα τρία οξυμένα προβλήματα για τους Έλληνες που εντοπίζονται για μια ακόμη φορά στα ποσοστά της Eurostat, τα οποία δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η πρόσφατη μελέτη της Eurostat υπό τον τίτλο “Η στέγαση στην Ευρώπη, έκδοση 2025” (Housing in Europe – 2025 edition), περιγράφει διεξοδικά και αναλυτικά το πως ζουν οι Ευρωπαίοι πολίτες, σε τι σπίτια ζούν, αν νοικιάζουν ή ιδιοκατοικούν, πόσο μεγάλα είναι τα σπίτια τους, πόσο δαπανούν για τα έξοδα του σπιτιού, πόσο κοστίζει η στέγαση, κ.λ.π.
Στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει ένα και μόνο θετικό στοιχείο. Την περίοδο 2010–2024 όταν οι τιμές κατοικιών και ενοικίων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκαν κατά 53% και 25% αντίστοιχα, στη χώρα μας τα ενοίκια μειώθηκαν κατά 16%. Η επισήμανση αυτή αποδεικνύει ότι το μείζον πρόβλημα δεν είναι οι τιμές των ενοικίων -σε σχέση με την Ευρώπη- αλλά οι πολύ μικρές αποδοχές, τα χαμηλά εισοδήματα, οι ιδιαίτερα χαμηλοί μισθοί σε σύγκριση με όσα ισχύουν για τις άλλες χώρες της Ευρώπης.
Τα όσα ισχύουν για την Ελλάδα παρουσίασε η ιστοσελίδα της huffingtonpost, αναλύοντας τους πίνακες της ολοκληρωμένης έρευνας της Eurostat. Τα ποσοστά σοκάρουν:
- -Το 43% των Ελλήνων ζει με ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς (από ενοίκια, ενέργεια έως εφορία). Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει μέσο όρο 9%, με τη δεύτερη Βουλγαρία στο 19% και τη Ρουμανία στην τρίτη θέση με 15%.
- –Το 35,5% (μέσος όρος) του μηνιαίου εισοδήματος δαπανάται στους λογαριασμούς σπιτιού. Στην Ε.Ε ο μέσος όρος είναι 19%. Μετά την Ελλάδα το αμέσως υψηλότερο κόστος καταγράφεται στη Δανία 26%, ενώ σε Σουηδία και Γερμανία ακολουθούν με 25%. Και στις τρείς αυτές ευρωπαϊκές χώρες τα μηνιαία εισοδήματα στα νοικοκυριά είναι τουλάχιστον τριπλάσια σε σχέση με την Ελλάδα.
Στο ρεπορτάζ του Δημοσθένη Γκαβέα επισημαίνεται ότι ο δείκτης στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριό όπου το συνολικό κόστος στέγασης υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, είναι στην Ελλάδα. Στις πόλεις 29%, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ και στις αγροτικές περιοχές 28%, επίσης το υψηλότερο στην ΕΕ.
Σύμφωνα με την έρευνα της Eurostat οι ληξιπρόθεσμες οφειλές είναι ένας “δείκτης” για την επιβάρυνση στο κόστος στέγασης. Υπό αυτή την έννοια το ποσοστό 43% των νοικοκυριών στη χώρα μας που χρωστάνε είτε δάνεια, ενοίκια, είτε λογαριασμούς ενέργειας, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό.
Πριν 15 χρόνια, το 2010 η Ελλάδα βρισκόταν στο 31% με μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση 12%. Το 2024 το ποσοστό νοικοκυριών που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές εκτοξεύθηκε στο 43%, τη στιγμή που στην Ε.Ε έπεσε στο 9%.
Στο ρεπορτάζ επισημαίνεται και ένα ακόμη ανησυχητικό φαινόμενο. Το 19% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν έχει επαρκή θέρμανση, ένα ακόμη δείγμα στην ένταση της ενεργειακής φτώχειας στη χώρα μας.
Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα καταγράφεται ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στις τιμές των ενοικίων, το κόστος στέγασης είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Το κύριο πρόβλημα για τη χώρα μας δηλαδή δεν είναι οι τιμές των ακινήτων αλλά το κόστος διαβίωσης και τα χαμηλά εισοδήματα.
Στην Ελλάδα επίσης εντοπίζεται ακόμη σχετικά υψηλό επίπεδο ιδιοκατοίκησης. Το 69,4% του πληθυσμού ζει σε ιδιόκτητη κατοικία, ένα ποσοστό αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Το 30,3% του πληθυσμού νοικιάζει κατοικία. Η πλειονότητα του πληθυσμού, το 59,4% ζει σε διαμέρισμα, το 40,6% σε σπίτι.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 68% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά που κατέχουν την κατοικία τους, ενώ το 32% ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Σχεδόν όλες οι χώρες έχουν την ιδιοκατοίκηση ως κυρίαρχη μορφή διαβίωσης, με εξαίρεση τη Γερμανία, όπου οι ενοικιαστές είναι περισσότεροι (53%).
Όπως σημειώνει το ρεπορτάζ το πρόβλημα της Ελλάδας σε ότι αφορά τη στέγαση “δεν είναι μόνο το σπίτι ως ακίνητο, αλλά το σπίτι ως βάρος”.



