Οι θαρραλέοι ακτιβιστές του «Στόλου της Ελευθερίας» για τη Λωρίδα της Γάζας και η περιπέτεια του πλοίου «Μαντλίν» κατέδειξαν ένα τεράστιο κενό στο σημερινό Ισραήλ: την απουσία ενός μαζικού, μαχητικού και επιδραστικού ισραηλινού κινήματος ειρήνης με διεθνιστικές επαφές και ισχυρή φωνή παντού.
Η πρόσφατη ανοικτή επιστολή 1.300 Ισραηλινών πανεπιστημιακών που απαιτούν να σταματήσουν τα εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, να απελευθερωθούν οι όμηροι και να επαναληφθεί η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στους λιμοκτονούντες, έκανε εντύπωση διεθνώς. Κυρίως γιατί είναι λίγες και αξιοθαύμαστες οι φωνές που μιλούν αυτή τη στιγμή για συμφιλίωση και συνύπαρξη με τους άραβες.

Με ποιόν Ισραηλινό ακτιβιστή θα συνομιλήσει η Γκρέτα Τούνμπεργκ;
Το πρόβλημα έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Συνδέεται με την ιδεοληπτική αντίληψη του διαρκούς σιωνισμού – την αέναη επέκταση των εβραίων σε νέα εδάφη.
Το Ισραήλ ιδρύθηκε στις 14 Μαΐου 1948 και αμέσως δέχτηκε επίθεση από όλα τα όμορα αραβικά κράτη. Απ’ την ανακωχή του 1949 μέχρι σήμερα, έχει καταλάβει τη Δυτική Όχθη, τη Λωρίδα της Γάζα, την Ανατολική Ιερουσαλήμ, τα Υψίπεδα του Γκολάν, το Σινά (δύο φορές), τον νότιο Λίβανο (δύο φορές) και τώρα, μόλις πριν από λίγους μήνες, περισσότερα εδάφη της νότιας Συρίας.
Ο παράνομος εποικισμός των κατεχόμενων ταυτίζεται φαντασιακά με την επιβίωση του ίδιου του εβραϊσμού στην περιοχή. Γιαυτό και προχωρά με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το 1993 ο αριθμός των εβραίων εποίκων στη Δυτική Όχθη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, ήταν περίπου 250.000 άτομα.
Μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 2023, όταν η Χαμάς εξαπέλυσε τη μοιραία αιματηρή επιδρομή στο νότιο Ισραήλ, αυτός ο αριθμός είχε αυξηθεί σε 503.732 εποίκους στη Δυτική Όχθη και 233.600 στην Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Σήμερα, δεν υπάρχει κανένα μεγάλο πολιτικό κόμμα στο Ισραήλ που να κινείται πέρα από την άμεση εφαρμογή στρατιωτικής ισχύος για τη διατήρηση και επέκταση της ισραηλινής αποικιοκρατίας. Αυτή η νοοτροπία δεν περιορίζεται στους πολιτικούς. Είναι ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση στον ισραηλινό λαό όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις.

Έρευνα του Ιουνίου 2024 διαπίστωσε ότι το 70% των εβραίων Ισραηλινών (στο Ισραήλ των 10 εκατομμυρίων κατοίκων οι εβραίοι αποτελούν το 73,6% του πληθυσμού και οι άραβες το 21,1%) πιστεύουν ότι οι παράνομοι εποικισμοί είτε «βοηθούν την εθνική ασφάλεια» είτε «δεν την απειλούν».
Ακόμα πιο πρόσφατα: δημοσκόπηση του Μαρτίου 2025 έδειξε ότι το 82% των εβραίων Ισραηλινών υποστηρίζουν την απομάκρυνση με κάθε μέσο (ουσιαστικά με την εθνοκάθαρση ή τη γενοκτονία) των Παλαιστινίων που διαμένουν στη Λωρίδα της Γάζας.
Η νοοτροπία των μιλιταριστών εποίκων δεν επικρατεί μόνο στην κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, Επεκτείνεται στον πυρήνα του ισραηλινού κράτους.
Τη δεκαετία του 1990, το Ισραήλ είχε τη μεγάλη ευκαιρία να επιλύσει την αραβοϊσραηλινή σύγκρουση αποσυρόμενο από τα εδάφη που κατείχε από το 1967 και αποδεχόμενο τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Αντ’ αυτού, χρησιμοποίησε τις διαπραγματεύσεις ως προπέτασμα καπνού για να προωθήσει τους παράνομους εποικισμούς στα κατεχόμενα και να ανοίξει τον δρόμο στα πιο ακραία, ρατσιστικά και βίαια στοιχεία της ισραηλινής κοινωνίας.
Ακόμα και ηγέτες όπως ο πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν, ο οποίος φέρει τον χαρακτηρισμό του ειρηνοποιού (και δολοφονήθηκε γι’ αυτό από Εβραίο εξτρεμιστή στις 4 Νοεμβρίου 1995 στο Τελ Αβίβ) δυσκολευόταν να φανταστεί Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους να ζουν δίπλα-δίπλα. Απόδειξη: υπό την κυβέρνησή του και κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων που κατέληξαν το 1993 στις Συμφωνίες του Οσλο με την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), η επέκταση των εποικισμών συνεχίστηκε με σταθερό ρυθμό, ενώ προωθήθηκαν τα σχέδιά του για ένα τείχος στην κατεχόμενη παλαιστινιακή γη.
Τόσο ο Ράμπιν όσο και άλλοι Ισραηλινοί ηγέτες επικεντρώθηκαν κυρίως στην αναγνώριση της ύπαρξης και στην θεσμική εδραίωση του κράτους του Ισραήλ.
Δεν αντιμετώπισαν τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης: την κατάληψη και εκμετάλλευση φυσικών πόρων σε σχεδόν χέρσα εδάφη, τη βίαιη εκδίωξη των αυτόχθονων, την ψευδαίσθηση ότι οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος κατέλαβαν «γη χωρίς λαό», την διαστρέβλωση του ρατσιστικού φαντασιακού και την προβολή του «άλλου» στους Παλαιστίνιους. Επίσης τον αχαλίνωτο αυτοπροσδιορισμό των συντηρητικών εβραίων ως «περιούσιου λαού» της Παλαιάς Διαθήκης, την αδιάλλακτη στάση απέναντι στην επίσης αδιάλλακτη στάση των γειτονικών αραβικών κρατών, τη γεωπολιτική και οικονομική υποστήριξη των ΗΠΑ και της Δύσης, καθώς και το καθεστώς απαρτχάιντ που συνέθλιψε και συνθλίβει τις ζωές εκατομμυρίων Παλαιστινίων.

Με δυό λόγια, οι ηγέτες του Ισραήλ επιδίωξαν να καταστείλουν την παλαιστινιακή εθνική αντίσταση, αντί να εγκαθιδρύσουν διαρκή ειρήνη.
Από την άλλη πλευρά, η γερασμένη, διεφθαρμένη, γραφειοκρατική και ανήμπορη ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής έστρωσε τον δρόμο για την τυχοδιωκτική σύμπραξη της τζιχαντιστικής σουνιτικής Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας με το σιιτικό Ιράν.
Δεν νοείται οποιαδήποτε βιώσιμη λύση του παλαιστινιακού χωρίς αμοιβαία αναγνώριση της ύπαρξης των δύο πλευρών. Στο πνεύμα, έστω, των νεκρών (για την ακρίβεια: δολοφονημένων) Συμφωνιών του Όσλο.



