Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *

«Μ’ αρέσουν οι ντόμπρες κουβέντες και οι ντόμπροι άνθρωποι. Σιχαίνομαι όσους προσπαθούν να κολακέψουν. Εγώ ήμουν πάντα η απλή Σωτηρία και δε σηκώνω ψευτιές και υποκρισίες».
Στις 22 Αυγούστου, πριν από 105 χρόνια, ήρθε στον κόσμο. Στις 27, πριν από 29 χρόνια, πέταξε μακριά. Μια ζωή που τα «Δεν» ήταν κυρίαρχα, σημαντικά και σημαίνοντα. Όσο και η εκφορά των τραγουδιών, που την κουβάλησε μέσα της, σαν λαγήνι, από αρχαία πηγή…
Για αρχή, από τόσες ιστορίες κι από τόσους θρύλους, κρατάω από τη Σωτηρία Μπέλλου τις παραπάνω φράσεις, που είχε μοιραστεί μαζί μας η αλησμόνητη Σοφία Αδαμίδου, από τις ατέρμονες κουβέντες τους. Όσο να πλασθεί το βιβλίο «Σωτηρία Μπέλλου: Πότε ντόρτια, πότε εξάρες» (Εκδ. Αγγελάκη).
Βιβλίο που σε διασκευή του Γιώργου Παπαγεωργίου έγινε μία από τις πρώτες, πολυχειροκροτημένες θεατρικές μονολογικές παραστάσεις λαϊκών μας ηρώων: «Σωτηρία με λένε», πρώτα με την αείμνηστη Ντίνα Κώνστα (2011) κι έπειτα με την εξαιρετική Κάτια Γκουλιώνη. Η οποία (να κι ένα νέο) θα είναι η πρωταγωνίστρια σε μια τηλεοπτική σειρά οκτώ επεισοδίων – σε σκηνοθεσία Ζωής Σγουρού, σενάριο Παναγιώτη Χριστόπουλου, παραγωγή Διονύση Παναγιωτάκη – που αρχίζει γυρίσματα.
Πάμε, λοιπόν, 105 χρόνια πίσω, όταν στη Δροσιά (τότε, Χάλια) Χαλκίδας (τότε, Βοιωτίας) γεννήθηκε ένα όμορφο κοριτσάκι, μέσα σε πλούτη, από το περίφημο μπακάλικο της οικογένειας. Βαφτίστηκε με το όνομα του παππού της, Σωτήρη Παπασωτηρίου, ιερέα στο κοντινό Σχηματάρι.
Η επιμονή των δικών της να παντρευτεί άρον-άρον τήν έσπρωξε σε λάθος χέρια. Μικρή ακόμη, παντρεύτηκε τον ελεγκτή στα λεωφορεία Βαγγέλη Τριμούρα. Μέθυσο και βάναυσο.
Μία κακοποίηση ήταν και η τελευταία. Τού έριξε βιτριόλι. Καταδικάστηκε σε 42 μήνες φυλακή. Και στο Εφετείο, η ποινή της μειώθηκε στους 6 μήνες και αποφυλακίστηκε.
Επιστρέφοντας στο πατρικό της, κράτησε μια θύμηση, που τή μοιράστηκε με τη Σοφία Αδαμίδου: «Ο μακαρίτης ο πατέρας μου με πήγε στον κινηματογράφο να δω ένα έργο, την “Προσφυγοπούλα”,9 που έπαιζε η μεγάλη Βέμπο.
»Τι ήταν να δω τη Βέμπο, ξετρελάθηκα μαζί της και με τη μανία που είχα για τα τραγούδια, δε σταμάταγα όλη μέρα να τραγουδάω όλα τα τραγούδια της Βέμπο. Είχαμε στο σπίτι ένα μεγάλο καθρέφτη, πήγαινα συνέχεια κι έπαιρνα πόζες, τραγούδαγα, έκανα τα σχέδια της Βέμπο.
»Η μητέρα μου, η μακαρίτισσα, μ’ έδερνε κάθε μέρα. “Τι είναι αυτά; Τραγουδίστρια θα σε κάνουμε”; μου έλεγε αυστηρά. “Ναι. Θα γίνω τραγουδίστρια. Έχεις κανένα πρόβλημα;”, τής απαντούσα πεισματικά εγώ. Και δώσ’ του και με έδερνε».

Έτσι, με ένα βαλιτσάκι (σήμερα εκτίθεται, μαζί με άλλα προσωπικά της αντικείμενα, στο Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα», στο Θησείο) και την πρώτη της κιθάρα, κίνησε να βρει την τύχη της στην Αθήνα. Σημαδιακή, η ημέρα: 29 Οκτωβρίου του 1940. «Εγκατέλειψα τα πλούτη και ήρθα κι έκανα την υπηρέτρια. Και λαντζέρισα έγινα, και ‘Ριζοσπάστη’ πουλούσα…»
Τα υπόλοιπα είναι Μουσική Ιστορία. Αντίσταση, συλλήψεις, φυλακίσεις, υβριστικά «παλιοκουμμούνω» και «Βουλγάρα» από ανθρώπους της νύχτας και του παρακράτους στα πάλκα που τραγουδούσε, το θαλερό πνεύμα αντιλογίας μόνιμος σύντροφός της, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, τα παίγνια, οι τσόχες, οι παρέες και οι έρωτες (όπως, ο άσβεστος, για την ‘ξανθιά Καρυάτιδα’ Μπέμπα Μπλανς) και πολλά πολλά τραγούδια. Μεγάλες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού…
Κρατάω μερικές, μάλλον άγνωστες, στιγμές σε αυτή την Ιστορία. Και μερικά τραγούδια.
Ιστορίες, όπως αυτή: Ο σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης, του θρυλικού «Ρεμπέτικου», με τη Σωτηρία Λεονάρδου στο ρόλο της Μαρίκας (Νίνου;) και τον αξέχαστο Νίκο Καλογερόπουλο (ως Βασίλη Τσιτσάνη;), είχε να αφηγηθεί το δημόσιο ξυλοδαρμό της Νίνου από την Μπέλλου. «Την πλάκωσε τόσο πολύ που την έστειλε στο νοσοκομείο».
Πως ξεκίνησαν όλα; Μέσα στον Εμφύλιο, μια παρέα ζήτησε από την ορχήστρα να παίξει το τραγούδι: «Του αητού ο γιος». Η Μπέλλου τούς έκοψε για Χίτες και αρνήθηκε να το πει. Εκεί κοντράρησε, άγρια, με τον Τσιτσάνη. Κι εκείνος πήρε για το πάλκο του τη Μαρίκα Νίνου (από το Μανώλη Χιώτη, όπως και ο τελευταίος πήρε τη Μαίρη Λίντα από τον Τρικαλινό βάρδο!).
Ήταν η Μαρίκα Νίνου που έριξε λάδι στη φωτιά: «Απαίτησε να μην υπάρχουν πια στο σχήμα οι άλλες τραγουδίστριες, όπως η Μπέλλου και η περίφημη Σεβάς Χανούμ. Από εκείνη τη στιγμή το μίσος έγινε άσβεστο».
Μια μέρα η Μπέλλου δέχτηκε ανώνυμο τηλεφώνημα, για το πού βρισκόταν η Νίνου. Κίνησε και τη βρήκε και… επήλθε ο ξυλοδαρμός…
Άλλη, μάλλον άγνωστη ιστορία: «Τ’ όνομά μου είναι άγνωστο φυσικά, αλλά ονομάζομαι Μπάμπης Μπακάλης. Μπουζουκάκι παίζω», τής συστήθηκε το 1947. Κι ας είχε ήδη τη μεγάλη επιτυχία «Κάποια μάνα αναστενάζει»!
Θαύμαζε πολύ την Μπέλλου και τη λαϊκή εκφορά της ο λαϊκός συνθέτης. Τόσο που ήθελε με κάθε τρόπο να τή γνωρίσει και να τής δώσει τραγούδια του. Κι ας ήταν πολύ νέα στο τραγούδι. Μετά από κείνη τη σύσταση, τελικά δισκογράφησαν μαζί τα τραγούδια «Καλύβα», «Γράμμα θα στείλω στο Θεό», «Σαν πεθάνω στο καράβι»…
Στο μεταξύ, το 1946 ο Σπύρος Περιστέρης, έγραψε το αγαπημένο «Μινόρε της αυγής» σε στίχους του Μίνου Μάτσα, της ομότιτλης δισκογραφικής. Και το 1950, πάλι μαζί με τον Μίνω Μάτσα (με το ψευδώνυμο Μ. Μαργαρίτης) ηχογράφησε και το συγκλονιστικό «Είσαι εσύ ο άνθρωπός μου», για το οποίο δεν θα μπορούσαν να συνταιριάξουν καλύτερη φωνή (πιο λυρική, τότε) και ερμηνεία από της Σωτηρίας Μπέλλου (με σεκόντα από τον Στελλάκη Περιπνιάδη), που μόλις τα είχε σπάσει με τον Τσιτσάνη.
Εξήντα χρόνια μετά, το 2010, ο εγγονός Μίνως Μάτσας τό επανέφερε στο προσκήνιο για την τηλεοπτική σειρά «Το νησί» (με την Αντριάννα Μπάμπαλη) και το τραγούδι έκανε τη μεγάλη επιτυχία που τού άξιζε – έστω και δίχως την Μπέλλου!
Κρατάω τη μεταλλική, διαπεραστική όσο και τρυφερά κατευναστική φωνή της, από αυτό το παλλόμενο λαρύγγι της (που ο καρκίνος τής το στέρησε το 1997), στο μέγιστο τραγούδι «Είμαι αητός χωρίς φτερά».
Ζεϊμπέκικο, «πατημένο», που έδωσε μεγάλη έμπνευση στον αξέχαστο Μάνο Χατζιδάκι ένα χαρτάκι με τα στιχάκια, που έριξε κάτω από την πόρτα του η μεγάλη λαϊκή ποιήτρια Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
Στην ποιήτρια (που η Κάτια Γκουλιώνη και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη τήν ενσάρκωσαν στην περίφημη ταινία του Άγγελου Φραντζή «Ευτυχία») ήταν αφιερωμένη η «Μουσική βραδιά» του πολύπειρου Γιώργου Παπαστεφάνου, το 1977, στη δημόσια τηλεόραση. Στην οποία και ακούστηκε τούτη η πολύτιμη, ιστορική ερμηνεία της Μπέλλου. Δωρική, καθαρή, σαν να σκίζει τον αέρα ο αητός, χάνοντας εκείνη τη στιγμή τα φτερά του…
Ούτε λυγμός, μηδέ τσαλκάντζα. Όλα τα λεξικά της εκφοράς του λαϊκού τραγουδιού σε ένα, μεταλλικό, ανθρώπινο ηχείο.
Κανένας πρόσθετος συναισθηματισμός. Καμία επίπλαστη συγκίνηση. Δίχως πάθος. Και, κυρίως, δίχως φόβο. Ευθεία αντιμετώπιση του Λόγου, πάνω στο λαϊκό δρόμο. Δεν προσθέτει τίποτα. Εκφέρει, απλά, και εκεί, μαγικά, γεννιέται η συγκίνηση!
Λεωφόρος Αλεξάνδρας, γήπεδο του Παναθηναϊκού, 1979. Μεγάλη στιγμή η συνεργασία της Σωτηρίας Μπέλλου με τον Ηλία Ανδριόπουλο. Σε μια συναυλία με τα επιτυχημένα ήδη τραγούδια από τα «Γράμματα στο Μακρυγιάννη» σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη και, κάποια, από τα επερχόμενα του άλμπουμ τους «Λαϊκά Προάστια». Πάντως, ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρα» ήταν αντίθετος στη δισκογράφηση του άλμπουμ «Λαϊκά Προάστια». Ο δίσκος, τελικά, τόν διέψευσε, καθώς «εκτοξεύθηκε» σε πωλήσεις 1.000.000 αντιτύπων!
«Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθη(ς). Έλα να μάθεις, τι ζωή περνώ. Έλα να κάτσεις δίπλα μου να κλάψεις. ένα βραδάκι, τέρμα Αχαρνών…».

Μεγάλη στιγμή της Σωτηρίας σε αυτές τις συνεργασίες, το «Μην κλαις». Που εκφέρεται τόσο δωρικά, όσο να σε αφήνει, εσένα τον ακροατή, να λυθείς σε κλάμα, για να σε επαναφέρει η παλλαϊκή παρηγόρια της Μπέλλου: «Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει, εμείς που ζήσαμε φτωχοί, του κόσμου η βροχή δε μας πειράζει, εμείς που ζούμε μοναχοί»…
Είναι αυτά τα «μην» και τα «δεν», της Σωτηρίας Μπέλλου στη ζωή και στο τραγούδι. Και ο τρόπος της να τά γυρίζει, ακόμη και τα πιο ζοφερά «δεν», σε μια κατάφαση για την ζωή. Για τον έρωτα. Για την αγάπη. «Όταν ακούμε τη Σωτηρία να τραγουδάει πλημμυρίζουμε χαρά. Διότι νιώθουμε ότι μέσα στη φωνή της μάς αγαπάει έτσι ακριβώς όπως είμαστε», όπως τό είχε θέσει ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Κάτι που γίνεται ανάγλυφο, το 1981, στο «Φράγμα» του Δήμου Μούτση, σε στίχους Κώστα Τριπολίτη. Το «Φράγμα» έγραψε ιστορία ως ορόσημο, αλλά και ως ανθρωπογεωγραφία, αστικών και μικροαστικών κοινωνικών τοπίων.
Η Σωτηρία είχε ήδη, από το 1975 και το άλμπουμ του Διονύση Σαββόπουλου «10 χρόνια κομμάτια» κάνει μια γενναία κατάθεση με το «Ζεϊμπέκικο / Με αεροπλάνα και βαπόρια» (που είχε γραφτεί το 1972 για το «Βρώμικο ψωμί»).
Όμως, κρατάω σα φυλαχτό αυτή την, άλλη, μεγάλη της στιγμή. «Δε λες κουβέντα» (κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα). Στην ωριμότητά της, όταν πια εξέλιπε ο όποιος λυρισμός και μπήκε, αμετάκλητα, ο ορισμός «Σωτηρία Μπέλλου» στο ελληνικό τραγούδι.
Η ιστορία λέει πως ο Μούτσης τής έδωσε στο στούντιο να τραγουδήσει μόνον τα κουπλέ. Και είπε ο ίδιος, κρυφά, τα ρεφρέν.
Και ο θρύλος λέει ότι, μόλις άκουσε ολοκληρωμένο το τραγούδι, όρμηξε σαν σίφουνας στο σπίτι του και μετά και στη δισκογραφική «Λύρα» του Αλέκου Πατσιφά, λέγοντας ότι τής έδωσε ένα τραγούδι όλο «δεν», που υπονοεί κάπου την «αγάπη» αλλά δεν λέει «Σ’ αγαπώ». Και… όρμηξε και με ασφαλιστικά μέτρα για την κυκλοφορία του «Δε λες κουβέντα».
Ο ίδιος θρύλος λέει, επίσης, ότι τά βρήκαν γρήγορα με τον Πατσιφά. Αλλά και με το Δήμο Μούτση. Και, τελικά, έδωσε την… ευχή της. Με μια ανθοδέσμη!
«Δε λες κουβέντα», λοιπόν. «Κι ακούω μόνον συνθήματα μεταλλικά των μικροφώνων». Εκείνη μπαίνει μέσα στο τραγούδι με φωνή και εκφορά, βαριά σαν όλη τη μουσική Ιστορία (κυρίως του ρεμπέτικου) που προηγήθηκε. Πάντα δίχως πάθος. Και δίχως φόβο.
Και πως μπαίνει! Πόσο οριστικά και αμετάκλητα με αυτό το «Δε(ν)»… Και ορίζει τη θερμοκρασία και τη γεωγραφία του τραγουδιού. Αμετάκλητα κι αυτά.
Προσπαθήστε να διακρίνετε αυτή την υποψία «Νι» που αφήνει στο «Δε» του τραγουδιού «Δε λες κουβεντα». Για να γίνει το «Δεν» της ολόκληρο! Σιγά που θα τή διόρθωνε η «σωστή» ορθογραφία. Που δεν τή «διόρθωσε», τη Σωτηρία, σε όλη της τη ζήση…
Τό έγραψε εύστοχα και ανακεφαλαιωτικά ο Μάνος Λαμπράκης, και τόν επικαλούμαι: «Η Μπέλλου δεν εξευγενίστηκε ποτέ αρκετά ώστε να γίνει αποδεκτή από τον ελληνικό πολιτισμό. Ήταν ο ελληνικός πολιτισμός που χρειάστηκε να αλλάξει αρκετά ώστε να μπορέσει κάποτε να αποδεχθεί τη Μπέλλου».
Τελευταία, στάση σε ένα άλμπουμ του αξέχαστου Δημήτρη Λάγιου, σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη, το 1983. «Άη Λαός». Εκεί που «θα με δικάσει ο κούκος και τ’ αηδόνι» κι οι «Τσέτες θα κρεμάνε το Χριστό, τις νύχτες που θα πέφτει άσπρο χιόνι»…
Ο «Άη λαός» που, τούτο το καλοκαίρι, συνδυάστηκε με τις σπαρακτικές «Τρωάδες» του Ευριπίδη, από τον Στέλιο Βραχνή, με Εκάβη την Γιώτα Φέστα.
Μια ακόμη ευκαιρία να φωτισθεί το, μάλλον ξεχασμένο, διαμάντι του Λάγιου («Τι πάθος»). Κι εκείνη η αδαμάντινη, κοφτερή ερμηνεία και εκφορά της Σωτηρίας Μπέλλου.
Ακούστε το «Περαστικός κι αμίλητος κι απ’ τη ζωή φευγάτος, ή ο Θεός θα ‘ν’ άδικος ή θα ‘ν’ ο κόσμος σκάρτος». Σπαρακτικό, δίχως ίχνος σπαραγμού στη φωνή.
Και, κρατείστε τη Μνήμη της. Με ήχο που περιλαμβάνει όλη τη ζήση της, όλα τα «Δεν» της και όλη την Ιστορία. Εκεί, σε αυτό το χωροχρόνο, που «σε μια έρημη εκλησιά ζωγράφισε ο Θεόφιλος με αίμα τον Χάρο να φοράει θαλασσιά»…
Εικόνα από το εκπαιδευτικό digicult-evoia.alonaki – Ψηφιακός Πολιτιστικός Οδηγός Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας από τον Σύλλογο Ελληνικής Πολιτιστικής Παράδοσης Χαλκίδας «τ’ Αλωνάκι».
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος



