Η είδηση προκάλεσε αντιδράσεις εντός και εκτός ΗΠΑ. Το βράδυ της περασμένης Τρίτης, η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε μια πυρηνική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία. Η συμφωνία 123 – το όνομά της προέρχεται από το Άρθρο 123 του Νόμου περί Ατομικής Ενέργειας των ΗΠΑ-επιτρέπει στις ΗΠΑ να μεταφέρουν πυρηνικό υλικό, τεχνολογία και εξοπλισμό για μη στρατιωτικούς σκοπούς στη Σαουδική Αραβία.
Με αυτή τη συμφωνία οι ΗΠΑ μετατοπίζονται από τις παραδοσιακές προσπάθειες μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων («Σχέδιο Α» και «Σχέδιο Β») σε ένα νέο «Σχέδιο Γ». Παράδειγμα του είναι η συμφωνία με το Ριάντ με ανοιχτό το ενδεχόμενο να προχωρήσει και ο εμπλουτισμός ουρανίου της Σαουδικής Αραβίας ώστε η χώρα να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Εν μέσω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης με τρόπο Ιράν η συμφωνία αυτή έχει αυξήσει τις ανησυχίες σχετικά με τον περιφερειακό πολλαπλασιασμό των πυρηνικών όπλων. Θυμίζουμε ότι πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή διαθέτει μόνο το Ισραήλ.
Όπως γράφει ο Jonathan Yerushalmy, δημοσιογράφος του Guardian, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Κreport, η συμφωνία προκαλεί αντιδράσεις τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ουάσινγκτον.
Η συμφωνία προβλέπει διάρκεια 30 ετών. Σύμφωνα με τον Αμερικανό υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ, “αποσκοπεί στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της πετρελαιοπαραγωγού Σαουδικής Αραβίας“.
“Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, έχει στόχο να χρησιμοποιήσει η χώρα του την πυρηνική ενέργεια για μέρος της ηλεκτροπαραγωγής της, ώστε να εξοικονομεί περισσότερο πετρέλαιο για εξαγωγές. Παράλληλα, η συμφωνία καθιστά αμερικανικές εταιρείες βασικούς εταίρους στην ανάπτυξη των πυρηνικών υποδομών της χώρας, αποκλείοντας ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ρωσία“, γράφει ο Jonathan Yerushalmy,.
Το σχέδιο που υπογράφηκε αποτελεί τη συνέχιση ενός παλαιότερου που είχε είχε ξεκινήσει επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ. Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει πολύ με την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν. Στελέχη του think tank του Atlantic Council υποστηρίζουν ότι αυτή η “συμφωνία είναι φυγή προς τα εμπρός”.
Υπάρχουν ωστόσο και διαφορετικές φωνές. “Θα ήταν λάθος να επιτραπεί στη Σαουδική Αραβία η δυνατότητα εμπλουτισμού. Η Ουάσινγκτον έχει δίκιο να ενισχύει τη σχέση της με το Ριάντ, αλλά δεν πρέπει να το κάνει εις βάρος των αποτελεσματικών προτύπων μη διάδοσης πυρηνικών όπλων“, γράφει ο ο Matthew Kroenig, συνεργάτης στο Atlantic Council. O ίδιος αναφέρει ότι το Πεντάγωνο χρησιμοποίησε στρατιωτική δύναμη για να σταματήσει το πρόγραμμα εμπλουτισμού του Ιράν τόσο φέτος όσο και το 2025.
Η ίδια τεχνολογία που χρησιμοποιείται για την παραγωγή καυσίμου για πυρηνικούς αντιδραστήρες μπορεί να παράγει καύσιμο για πυρηνικά όπλα. Για αυτό και οι περισσότεροι αντιδρούν στη συμφωνία Τράμπ-Σαλμάν. Οι ειδικοί εκφράζουν ανησυχία ότι η νέα συμφωνία δεν περιλαμβάνει τις αυστηρές δικλείδες ασφαλείας που χαρακτήριζαν προηγούμενες πυρηνικές συμφωνίες.
“Σύμφωνα με πληροφορίες, η Σαουδική Αραβία δεν θα υπαχθεί στο αυστηρότερο καθεστώς επιθεωρήσεων του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA)”, σημειώνει ο Jonathan Yerushalmy.
Το λεγόμενο “Πρόσθετο Πρωτόκολλο” του ΔΟΑΕ εφαρμόζεται από δεκάδες χώρες και αποτελούσε μία από τις βασικές προϋποθέσεις της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν επί προεδρίας Ομπάμα, από την οποία ο Τράμπ αποχώρησε το 2018. Το πρωτόκολλο προβλέπει εκτεταμένες επιθεωρήσεις και μηχανισμούς επαλήθευσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα πυρηνικά υλικά χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς.
Όταν οι ΗΠΑ είχαν συνάψει αντίστοιχη συμφωνία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα Εμιράτα είχαν δεσμευθεί ότι δεν θα επιδιώξουν ούτε εμπλουτισμό ουρανίου ούτε επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Η δέσμευση αυτή θεωρήθηκε το «χρυσό πρότυπο» για τις χώρες που επιδιώκουν να αναπτύξουν πυρηνική ενέργεια. Η νέα συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν περιλαμβάνει αυτή τη ρήτρα.
Το ερώτημα τώρα είναι αν η συμφωνία ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας θα μπορεί να μπλοκαριστεί στο Κογκρέσσο. Με δεδομένο ότι ήδη ο Ντ. Τράμπ κέρδισε την έγκριση του προϋπολογισμού αμυντικών δαπανών του 2027 στο ποσό-ρεκόρ 1,15 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, θεωρείται δύσκολο να μπλοκάρουν οι Δημοκρατικοί την ψήφισή του.



