Οι Αμερικανοί προσέρχονται την Τρίτη στις κάλπες για να εκλέξουν νέο Κογκρέσο, σε μια αναμέτρηση που μπορεί να μεταβάλει ριζικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι υποψήφιος, αλλά η πολιτική του βρίσκεται στο επίκεντρο. Η ακρίβεια, ο πόλεμος με το Ιράν, η μεταναστευτική πολιτική και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη έχουν κυριαρχήσει στην προεκλογική αντιπαράθεση.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντική ενίσχυση των Δημοκρατικών, ακόμη και σε πολιτείες που θεωρούνταν παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών. Το αποτέλεσμα θα καθορίσει αν ο Αμερικανός πρόεδρος θα συνεχίσει να κυβερνά με την υποστήριξη και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου ή θα αντιμετωπίσει μια αντιπολίτευση με μεγαλύτερες δυνατότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Στις ενδιάμεσες εκλογές, που διεξάγονται στα μισά της τετραετούς προεδρικής θητείας, ανανεώνεται ολόκληρη η Βουλή των Αντιπροσώπων, με τις 435 έδρες της. Η θητεία των βουλευτών είναι διετής. Στη Γερουσία, όπου οι 100 γερουσιαστές υπηρετούν εξαετή θητεία, ανανεώνονται 35 έδρες, συμπεριλαμβανομένων δύο ειδικών εκλογών. Παράλληλα, διεξάγονται εκλογές κυβερνητών σε 36 πολιτείες, καθώς και αναμετρήσεις για τοπικά αξιώματα και δημοψηφίσματα.
Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν σήμερα και τα δύο σώματα. Στη Γερουσία διαθέτουν 53 έδρες, έναντι 47 του αντίπαλου στρατοπέδου, στο οποίο περιλαμβάνονται δύο ανεξάρτητοι που συνεργάζονται με τους Δημοκρατικούς. Για να ανακτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται να αποσπάσουν τέσσερις ακόμα έδρες τάνοντας τις 51.
Οι 50 δεν αρκούν, καθώς σε περίπτωση ισοψηφίας αποφασιστική ψήφο διαθέτει ο Ρεπουμπλικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων η πλειοψηφία είναι πολύ πιο οριακή. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται επίσης τέσσερις ακόμα έδρες με βάση τη σημερινή σύνθεσή της.
Οι επτά κρίσιμες αναμετρήσεις για τον Τραμπ
Η τελευταία δημοσκόπηση των New York Times και του Πανεπιστημίου Σιένα, που πραγματοποιήθηκε από τις 23 Οκτωβρίου έως την 1η Νοεμβρίου, εμφανίζει τους Δημοκρατικούς να προηγούνται και στις επτά πολιτείες που εξετάστηκαν.
Στο Μίσιγκαν, ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ Σαγέντ συγκεντρώνει 53%, έναντι 42% του Ρεπουμπλικανού Μάικ Ρότζερς. Στο Μέιν, ο Τρόι Τζάκσον προηγείται με 51% έναντι 45% της εν ενεργεία γερουσιάστριας Σούζαν Κόλινς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν το Τέξας και το Κάνσας, δύο παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες. Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο προηγείται με 50% έναντι 43% του Κεν Πάξτον. Στο Κάνσας, ο Άνταμ Χάμιλτον συγκεντρώνει 49% έναντι 44% του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ.
Στο Οχάιο, ο πρώην γερουσιαστής Σέροντ Μπράουν προηγείται με 49% έναντι 44% του Τζον Χάστεντ. Πολύ πιο αμφίρροπες είναι οι αναμετρήσεις στην Αλάσκα, όπου η Μέρι Πετόλα προηγείται με 48% έναντι 46% του Νταν Σάλιβαν, και στην Άιοβα, όπου ο Τζος Τούρεκ συγκεντρώνει 48% έναντι 47% της Άσλεϊ Χίνσον.
Γιατί το Τέξας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό

Το Τέξας έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή οι Δημοκρατικοί δεν έχουν εκλέξει γερουσιαστή στην πολιτεία από το 1988. Η δημοσκόπηση καταγράφει εντυπωσιακή μεταβολή στις προτιμήσεις των ισπανόφωνων ψηφοφόρων.
Ο Ταλαρίκο προηγείται σε αυτή την ομάδα με 65% έναντι 27%, ενώ στις προεδρικές εκλογές του 2024 η ισπανόφωνη ψήφος είχε μοιραστεί σχεδόν ισόποσα μεταξύ των δύο κομμάτων. Ο Ρεπουμπλικανός αντίπαλός του, Κεν Πάξτον, αντιμετωπίζει επίσης σοβαρό πρόβλημα δημοτικότητας. Μόλις το 33% των ερωτηθέντων εκφράζει θετική γνώμη γι’ αυτόν, έναντι 54% αρνητικών αξιολογήσεων.
Στο Κάνσας, ο Μάρσαλ έχει δεχθεί επικρίσεις μετά τις αποκαλύψεις ότι είχε προσφύγει δικαστικά εναντίον εκατοντάδων πρώην ασθενών του για μικρές οφειλές ιατρικών εξόδων.
Η ακρίβεια και το Ιράν
Η φθορά του Τραμπ αποτελεί βασικό στοιχείο της προεκλογικής εικόνας. Σύμφωνα με τον δημοσκοπικό μέσο όρο του Silver Bulletin, η αποδοχή του κινείται κοντά στο 37%, με περίπου έξι στους δέκα Αμερικανούς να αξιολογούν αρνητικά την προεδρία του. Η αμερικανική επίθεση στο Ιράν και η συνέχιση της κρίσης στη Μέση Ανατολή έχουν επιβαρύνει το πολιτικό κλίμα, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους ζωής.
Έρευνα της Gallup δείχνει ότι το 50% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων θεωρεί εξαιρετικά σημαντικές για την ψήφο του την οικονομία και την υγειονομική περίθαλψη. Ακολουθεί η κατάσταση στο Ιράν με 47%, ενώ το 42% δίνει αντίστοιχη βαρύτητα στις τιμές των καυσίμων και το 40% στη μετανάστευση. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία η εξωτερική πολιτική επηρεάζει άμεσα τις οικονομικές ανησυχίες των νοικοκυριών.
Υπάρχει ωστόσο ένας σημαντικός λόγος για επιφυλάξεις. Στις τελευταίες έρευνες των New York Times/Siena, οι λευκοί εγγεγραμμένοι Δημοκρατικοί ανταποκρίθηκαν στις προσκλήσεις συμμετοχής περίπου 30% συχνότερα από τους αντίστοιχους Ρεπουμπλικανούς. Παρόμοια προβλήματα είχαν συμβάλει στην υπερεκτίμηση της δημοκρατικής ψήφου το 2016 και το 2020.
Οι δημοσκόποι χρησιμοποιούν στατιστικές προσαρμογές για να αντιμετωπίσουν αυτές τις αποκλίσεις. Δεν μπορούν όμως να αποκλείσουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί που συμμετέχουν στις έρευνες διαφέρουν πολιτικά από εκείνους που αρνούνται. Η τελική εικόνα εξαρτάται επίσης από τη συμμετοχή. Οι ψηφοφόροι του Τραμπ δεν προσέρχονται πάντοτε με την ίδια ένταση στις ενδιάμεσες εκλογές όπως στις προεδρικές.
Τι αλλάζει αν χάσει ο Τραμπ το Κογκρέσο
Αν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, θα μπορούν να ελέγχουν την κοινοβουλευτική ημερήσια διάταξη, να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες και να ξεκινούν έρευνες για τη δράση της κυβέρνησης.
Αν αποκτήσουν και τη Γερουσία, θα μπορούν επιπλέον να εμποδίζουν διορισμούς σε κυβερνητικές θέσεις και ομοσπονδιακά δικαστήρια, καθώς και να περιορίζουν τη νομοθετική ευχέρεια του Λευκού Οίκου.
Ο πρόεδρος θα διατηρήσει τις συνταγματικές του εξουσίες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος άσκησης βέτο. Η διακυβέρνηση όμως θα απαιτεί περισσότερους συμβιβασμούς.
Οι κάλπες της 3ης Νοεμβρίου θα καθορίσουν, επομένως, αν ο Τραμπ θα συνεχίσει να κυβερνά με ένα Κογκρέσο που στηρίζει τις επιλογές του ή αν θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια αντιπολίτευση ικανή να μπλοκάρει τη νομοθετική του ατζέντα και να ελέγχει τις αποφάσεις της κυβέρνησής του. Και πόσο αποτελεσματικά θα μπορεί η αντιπολίτευση να ελέγχει τις αποφάσεις του, από την οικονομία και τη μετανάστευση έως τον πόλεμο με το Ιράν.



