Ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί το Ιράν με μια οικονομική «D-Day». Το πραγματικό μήνυμα όμως μπορεί να βρίσκεται λιγότερο σε αυτό που απειλεί να κάνει και περισσότερο σε αυτό που προσπαθεί να αποφύγει.
Ύστερα από σχεδόν έξι μήνες πολέμου, επανειλημμένες απειλές για νέα πλήγματα και αποτυχημένες προσπάθειες να επιβάλει στην Τεχεράνη κάποιου είδους συμφωνία που να ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός πρόεδρος στρέφεται τώρα στον οικονομικό στραγγαλισμό. Προαναγγέλλει «οικονομικό πόλεμο και απομόνωση σε πρωτοφανή κλίμακα», ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ υπόσχεται τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία».
Μόνο που ο Μπέσεντ αποκάλυψε ταυτόχρονα και την άλλη όψη της νέας στρατηγικής. Προσπαθώντας να καθησυχάσει τις αγορές, εξήγησε ότι η επιλογή της μέγιστης οικονομικής πίεσης σημαίνει πως, τουλάχιστον προς το παρόν, μια μεγάλης κλίμακας επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν θεωρείται πιθανή. Η οικονομική απειλή μπορεί επομένως να διαβαστεί και ανάποδα. Ως ένδειξη ότι οι διαθέσιμες στρατιωτικές επιλογές του Τραμπ απέναντι στο Ιράν έχουν περιοριστεί αισθητά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον έχει εγκαταλείψει τη στρατιωτική επιλογή. Ο ναυτικός αποκλεισμός παραμένει, αμερικανικές δυνάμεις βρίσκονται στην περιοχή και ο Μπέσεντ φρόντισε να προσθέσει ότι η εκτίμησή του ισχύει «προς το παρόν». Το πρόβλημα για την κυβέρνηση Τραμπ είναι ότι δεν ακούνε μόνο οι αγορές τις καθησυχαστικές δηλώσεις της.
Υπάρχουν όμως πλέον κάποιοι σοβαροί περιορισμοί. Οι απώλειες αμερικανικού προσωπικού και η μεγάλη κατανάλωση κρίσιμων πυρομαχικών έχουν καταστήσει μια νέα εκτεταμένη επιχείρηση ακριβότερη απ’ ό,τι ήταν τον Φεβρουάριο. Δεν χρειάζεται να επαναληφθεί ολόκληρος ο γνωστός κατάλογος των ελλείψεων για να γίνει κατανοητό το πρόβλημα. Οι ΗΠΑ μπορούν να ξαναχτυπήσουν το Ιράν. Το ερώτημα είναι πλέον με ποιο κόστος και με ποια προσδοκία ότι μια ακόμη εκστρατεία βομβαρδισμών θα πετύχει όσα δεν πέτυχε η προηγούμενη.
Ο πρώην Αμερικανός διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή Ντένις Ρος εκτιμά ότι η ιρανική ηγεσία έχει ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο Τραμπ δεν επιθυμεί νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Αυτό περιορίζει αναπόφευκτα και την αποτελεσματικότητα της απειλής ότι οι βομβαρδισμοί μπορούν να επαναληφθούν ανά πάσα στιγμή. Όσο περισσότερο η Ουάσιγκτον στρέφεται στην οικονομική πίεση ως εναλλακτική λύση, τόσο περισσότερους λόγους έχει η Τεχεράνη να θεωρεί ότι το στρατιωτικό χαρτί που εξακολουθεί να κραδαίνει ο Τραμπ είναι δυσκολότερο να χρησιμοποιηθεί ξανά.
Ο πόλεμος πλησιάζει τις κάλπες
Ο σημαντικότερος περιορισμός για τον Τραμπ μπορεί όμως τελικά να βρίσκεται στις ΗΠΑ. Η δημοτικότητά του έχει υποχωρήσει στο 33%, στο χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης προεδρίας του, σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos. Το 80% των ερωτηθέντων θεωρεί πλέον ότι ο πόλεμος με το Ιράν θα διαρκέσει πολύ, ενώ η οικονομία —παραδοσιακά ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά χαρτιά των Ρεπουμπλικανών— εξελίσσεται σε πρόβλημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Το πετρέλαιο υπενθυμίζει καθημερινά τη σύνδεση εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Το Brent κινείται πλέον γύρω στα 93 δολάρια το βαρέλι, έχοντας αυξηθεί περισσότερο από 7% μέσα σε μία εβδομάδα, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ είχε φτάσει αυτή την εβδομάδα περίπου στα 4,06 δολάρια το γαλόνι. Η κυβέρνηση αναζητά ήδη τρόπους να αυξήσει ακόμη περισσότερο την παραγωγή των αμερικανικών διυλιστηρίων, τα οποία όμως λειτουργούν σε ιστορικά υψηλούς ρυθμούς.
Αυτή είναι μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα από εκείνη στην οποία ένας πρόεδρος μπορεί να αποφασίζει την επόμενη στρατιωτική κλιμάκωση με μοναδικό κριτήριο το Ιράν. Κάθε νέα επίθεση μπορεί να εμφανιστεί λίγες ημέρες αργότερα στις αντλίες των αμερικανικών πρατηρίων και λίγους μήνες αργότερα στις κάλπες.
Ο ίδιος ο Τραμπ γνωρίζει το πρόβλημα. Είχε προειδοποιήσει ήδη από τον Ιούνιο για τις οικονομικές συνέπειες ενός παρατεταμένου πολέμου. Τώρα ο πόλεμος που κάποτε παρουσίαζε ως σύντομη παρένθεση πλησιάζει τους έξι μήνες και η κυβέρνησή του προσπαθεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της σύγκρουσης από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο.
Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο οικονομικός πόλεμος

Η οικονομική πίεση στο Ιράν είναι ήδη τεράστια. Ο πόλεμος και ο αποκλεισμός προστέθηκαν σε χρόνια κυρώσεων, ενώ τον Ιούλιο ο πληθωρισμός έφτασε το 66% και οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 128% σε ετήσια βάση. Η ιρανική ηγεσία έχει σοβαρούς λόγους να φοβάται ότι μια νέα οικονομική επιδείνωση θα προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις.
Ο Τραμπ μπορεί επομένως να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερο πόνο στην ιρανική οικονομία. Το δυσκολότερο ερώτημα είναι αν μπορεί να προκαλέσει αρκετό ώστε να αναγκάσει την Τεχεράνη να υποχωρήσει. Για να συμβεί αυτό, η Ουάσιγκτον πρέπει να χτυπήσει τις τελευταίες μεγάλες οικονομικές διεξόδους του Ιράν. Και η σημαντικότερη βρίσκεται στην Κίνα.
Το Πεκίνο αγοράζει πάνω από το 80% του ιρανικού πετρελαίου που εξάγεται διά θαλάσσης. Ο Μπέσεντ κάλεσε ήδη την Κίνα να συνεργαστεί, ενώ ο Τραμπ απείλησε με «τεράστιες οικονομικές συνέπειες» οποιαδήποτε χώρα προσφέρει σανίδα σωτηρίας στην Τεχεράνη.
Εδώ όμως η οικονομική «D-Day» συναντά τα δικά της όρια. Η πραγματική εφαρμογή αυτής της απειλής θα μπορούσε να απαιτήσει κυρώσεις σε κινεζικές τράπεζες, εταιρείες και αγοραστές πετρελαίου, ανοίγοντας ένα δεύτερο μεγάλο οικονομικό μέτωπο με το Πεκίνο. Και αυτό ενώ ο Τραμπ επιχειρεί να βελτιώσει τη σχέση του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή. Η στρατιωτική κλιμάκωση έχει γίνει ακριβότερη, αλλά και η οικονομική κλιμάκωση για να γίνει πραγματικά ασφυκτική πρέπει να αγγίξει δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από το Ιράν.
Γι’ αυτό και η θεαματική ρητορική περί οικονομικής «D-Day» μπορεί να κρύβει μια πολύ λιγότερο θριαμβευτική πραγματικότητα. Ο Τραμπ διαθέτει στρατιωτικά και οικονομικά όπλα για να συνεχίσει να πιέζει. Εκείνο που δεν έχει ακόμη βρει είναι έναν τρόπο να τα μετατρέψει σε πολιτικό αποτέλεσμα χωρίς να πληρώσει μεγαλύτερο τίμημα από αυτό που είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί. Και η Τεχεράνη έχει πλέον κάθε λόγο να δοκιμάσει αυτό το όριο.



