Στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, δύο άνθρωποι μπορούν να ζουν σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων, να υπάγονται στην εξουσία του ίδιου κράτους και να έχουν εντελώς διαφορετικά πολιτικά δικαιώματα. Ο ένας, Ισραηλινός έποικος, συμμετέχει στις εκλογές που καθορίζουν ποιος θα κυβερνήσει. Ο άλλος, Παλαιστίνιος κάτοικος της ίδιας περιοχής, δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογή της Κνεσέτ.
Αυτή είναι μια από τις πιο αποκαλυπτικές πλευρές των ισραηλινών εκλογών της Τρίτης. Η ισραηλινή κάλπη φτάνει μέχρι τους οικισμούς της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, αλλά αποκλείει τον παλαιστινιακό πληθυσμό που ζει ανάμεσά τους. Και πίσω από αυτή τη διαφορά βρίσκεται ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα από την άνιση κατανομή των εκλογικών δικαιωμάτων.
Οι Παλαιστίνιοι των κατεχομένων δεν διεκδικούν απλώς να αποκτήσουν ισραηλινή υπηκοότητα και να ψηφίζουν στις εκλογές ενός άλλου κράτους. Το κεντρικό αίτημα του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος είναι η αυτοδιάθεση και ο τερματισμός της κατοχής. Η μαζική πολιτογράφηση δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητο υποκατάστατο αυτού του δικαιώματος, καθώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παγίωση μιας κυριαρχίας που το διεθνές δίκαιο δεν αναγνωρίζει στο Ισραήλ.
Το παράδοξο είναι ότι το Ισραήλ αντιμετωπίζει τους εποίκους ως πολίτες του, με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ενώ διατηρεί υπό τον έλεγχό του εκατομμύρια Παλαιστινίους, χωρίς να τους επιτρέπει να αποφασίσουν για το πολιτικό μέλλον της δικής τους γης.
Σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ του Al Jazeera, σχεδόν τρία εκατομμύρια Παλαιστίνιοι στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη δεν συμμετέχουν στην εκλογή της ισραηλινής κυβέρνησης. Αντίθετα, περίπου 700.000 Ισραηλινοί έποικοι, που κατοικούν στη Δυτική Όχθη και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, διαθέτουν κανονικά δικαίωμα ψήφου.
Χρειάζεται εδώ μια ουσιαστική διάκριση. Οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ ψηφίζουν κανονικά στις βουλευτικές εκλογές. Το ίδιο ισχύει και για τους Παλαιστινίους κατοίκους της Ανατολικής Ιερουσαλήμ που έχουν αποκτήσει ισραηλινή υπηκοότητα. Οι περισσότεροι, ωστόσο, διαθέτουν καθεστώς μόνιμου κατοίκου, χωρίς δικαίωμα ψήφου για την Κνεσέτ. Στην υπόλοιπη Δυτική Όχθη, οι Παλαιστίνιοι ζουν υπό ένα καθεστώς κατοχής που τους στερεί τη δυνατότητα να επηρεάζουν εκλογικά τις αποφάσεις της δύναμης που ελέγχει τα σύνορα, τη μετακίνησή τους και μεγάλο μέρος των φυσικών πόρων της περιοχής.
Iδια γη, διαφορετικά δικαιώματα
Η αντίθεση γίνεται ιδιαίτερα συγκεκριμένη στην Τζαμπάλ αλ Μπάμπα, μια μικρή κοινότητα Βεδουίνων ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Εκεί ζουν περίπου 450 άνθρωποι, κυρίως οικογένειες που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Η κοινότητα βρίσκεται στην Περιοχή Γ της Δυτικής Όχθης, η οποία καλύπτει περίπου το 60% της έκτασής της και παραμένει υπό πλήρη ισραηλινό στρατιωτικό και διοικητικό έλεγχο.
Ο εκπρόσωπος της κοινότητας, Ατάλα αλ Τζαχαλίν, περιέγραψε στο Al Jazeera μια καθημερινότητα διαρκών περιορισμών. Οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν σοβαρά νομικά εμπόδια στην ανέγερση κατοικιών και στην κατασκευή δρόμων και σχολείων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η κοινότητα έχει υποστεί περισσότερες από εκατό ισραηλινές επιχειρήσεις κατεδαφίσεων τα τελευταία χρόνια.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη κοινότητα. Σύμφωνα με στοιχεία της ισραηλινής οργάνωσης πολεοδομικών δικαιωμάτων Bimkom, οι αρχές απέρριψαν περισσότερο από το 99% των αιτήσεων Παλαιστινίων για οικοδομικές άδειες στην Περιοχή Γ μεταξύ 2021 και 2024.
Οι ισραηλινές αρχές επικαλούνται την απουσία νόμιμων αδειών για τις κατεδαφίσεις. Όμως, όταν η χορήγηση αδειών είναι σχεδόν αδύνατη, η πολεοδομική νομοθεσία μετατρέπεται σε μηχανισμό που εμποδίζει την ανάπτυξη των παλαιστινιακών κοινοτήτων. Οι κάτοικοι της Τζαμπάλ αλ Μπάμπα δεν έχουν δυνατότητα να επηρεάσουν αυτή την πολιτική μέσω των ισραηλινών εκλογών. Οι έποικοι που ζουν στην ευρύτερη περιοχή, αντίθετα, μπορούν να ψηφίσουν κόμματα που υπόσχονται ακόμη μεγαλύτερη επέκταση των οικισμών.
Έτσι, οι Ισραηλινοί έποικοι μπορούν να στηρίζουν εκλογικά τις πολιτικές που διευκολύνουν την επέκταση των οικισμών τους, ενώ οι Παλαιστίνιοι βλέπουν τις αποφάσεις για τα σπίτια και τη γη τους να λαμβάνονται από μια εξουσία που δεν έχουν επιλέξει.
Ποιος αποφασίζει για τη γη;

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σχέδιο Ε1, ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και στον ισραηλινό οικισμό Μααλέ Αντουμίμ. Τον Αύγουστο του 2025 εγκρίθηκε η κατασκευή 3.401 νέων κατοικιών εποίκων. Η υλοποίηση του σχεδίου απειλεί να διασπάσει τη γεωγραφική συνέχεια της Δυτικής Όχθης και να επιδεινώσει την απομόνωση παλαιστινιακών κοινοτήτων.
Περίπου 18 κοινότητες Βεδουίνων, ανάμεσά τους η Τζαμπάλ αλ Μπάμπα, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εκτοπισμού. Ο ακροδεξιός υπουργός Οικονομικών του Ισραήλ, Μπεζαλέλ Σμότριτς, συνέδεσε ανοιχτά την προώθηση του σχεδίου με την επιδίωξη να αποκλειστεί η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και η αντιπολίτευση δεν αμφισβητεί στο σύνολό της την εποικιστική πολιτική. Ο πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, ένας από τους βασικούς αντιπάλους του Μπενιαμίν Νετανιάχου, έχει ταχθεί υπέρ της διατήρησης των οικισμών που θεωρούνται νόμιμοι σύμφωνα με την ισραηλινή νομοθεσία, αν και αντιτίθεται στους μη εγκεκριμένους οικισμούς και στην προώθηση του Ε1.
Η άνιση πολιτική μεταχείριση εκφράζεται και μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Οι Άραβες πολίτες διαθέτουν μεν δικαίωμα ψήφου και εκλέγουν βουλευτές στην Κνεσέτ, αλλά σημαντικά κόμματα αποκλείουν τη συνεργασία με τις πολιτικές δυνάμεις που τους εκπροσωπούν. Δεν είναι μόνο ο Νετανιάχου και οι ακροδεξιοί σύμμαχοι του αλλά και ο Ναφτάλι Μπένετ, ο Γιαΐρ Λαπίντ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν που έχουν απορρίψει το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης που θα εξαρτάται από την υποστήριξη αραβικών κομμάτων. Ο Άιζενκοτ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εξωτερικής στήριξης από το αραβικό Ραάμ, ενώ ο Γιαΐρ Γκολάν των Δημοκρατικών υποστηρίζει τη συμμετοχή αραβικού κόμματος στην κυβέρνηση.
Έτσι, ακόμη και όταν οι Άραβες πολίτες ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα, η συμμετοχή των εκπροσώπων τους στη διαμόρφωση της κυβερνητικής εξουσίας αντιμετωπίζεται από σημαντικό μέρος του πολιτικού συστήματος ως ανεπιθύμητη.
Αυτό δείχνει ότι οι εκλογικές αντιπαραθέσεις στο Ισραήλ διεξάγονται μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο στο οποίο η συνέχιση της ισραηλινής παρουσίας σε μεγάλο μέρος της Δυτικής Όχθης αντιμετωπίζεται από σημαντικές πολιτικές δυνάμεις ως δεδομένη. Για τους Παλαιστινίους, όμως, το βασικό ζήτημα είναι ακριβώς αυτό το δεδομένο. Ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για το μέλλον μιας κατεχόμενης περιοχής και των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτήν;
Η κατοχή και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση
Το ζήτημα, επομένως, δεν εξαντλείται στα εκλογικά δικαιώματα. Αγγίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα της ισραηλινής εξουσίας στα κατεχόμενα εδάφη. Τον Ιούλιο του 2024, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έκρινε, με συμβουλευτική γνωμοδότηση, ότι η συνεχιζόμενη ισραηλινή παρουσία στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη είναι παράνομη και πρέπει να τερματιστεί το ταχύτερο δυνατό. Έκρινε επίσης ότι το Ισραήλ οφείλει να σταματήσει αμέσως κάθε νέα εποικιστική δραστηριότητα.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ισραηλινές πολιτικές διατηρούν σχεδόν πλήρη διαχωρισμό μεταξύ των κοινοτήτων εποίκων και Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, παραβιάζοντας τη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Human Rights Watch, η Διεθνής Αμνηστία και η ισραηλινή B’Tselem, έχουν προχωρήσει ακόμη περισσότερο, χαρακτηρίζοντας το σύστημα ισραηλινής κυριαρχίας επί των Παλαιστινίων ως απαρτχάιντ. Υπάρχει, όμως, και μια κρίσιμη διάσταση στη γνωμοδότηση της Χάγης. Η στρατιωτική κατοχή δεν παρέχει στο κράτος που την ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα επί της κατεχόμενης περιοχής. Ούτε η μακροχρόνια διάρκειά της μπορεί να μετατρέψει την κατοχή σε νόμιμη προσάρτηση.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι οι ισραηλινές πολιτικές παραβιάζουν το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση. Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική και για την ανάγνωση των ισραηλινών εκλογών. Η απουσία δικαιώματος ψήφου των Παλαιστινίων στην Κνεσέτ αποκαλύπτει την ανισότητα ανάμεσα στους δύο πληθυσμούς
Οι ισραηλινές εκλογές μπορούν να αλλάξουν την κυβέρνηση. Δεν μπορούν, από μόνες τους, να επιλύσουν το πρόβλημα μιας κατοχής που έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μονιμότητας και εμποδίζει τους Παλαιστινίους να καθορίσουν το πολιτικό τους μέλλον. Στην Τζαμπάλ αλ Μπάμπα, οι κάτοικοι δεν ζητούν να αποφασίζουν ποιος θα κυβερνά το Ισραήλ. Ζητούν να μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιοι για τη γη τους, τα σπίτια τους και το μέλλον των παιδιών τους. Κι όμως, η ισραηλινή κυβέρνηση που προκύπτει από τις εκλογές μπορεί να καθορίσει αν η κοινότητά τους θα συνεχίσει να υπάρχει.
Αυτό είναι το βαθύτερο παράδοξο της ισραηλινής δημοκρατίας στα κατεχόμενα. Η κάλπη δίνει πολιτική φωνή σε εκείνους που επεκτείνουν την παρουσία τους σε μια ξένη γη, ενώ οι άνθρωποι που ζουν σε αυτήν εξακολουθούν να στερούνται το δικαίωμα να αποφασίσουν για το μέλλον της.



