Έντεκα ημέρες πριν από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο επικεφαλής των αιγυπτιακών μυστικών υπηρεσιών ταξίδεψε στο Ισραήλ για μια επίσκεψη που κράτησε λιγότερο από μία ώρα. Τρία χρόνια αργότερα, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου παραδέχεται ότι η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε, αλλά υποστηρίζει ότι δεν γνωρίζει ποιον ή ποιους συνάντησε ο Αιγύπτιος αξιωματούχος. Η παραδοχή του επαναφέρει ένα από τα πιο επίμονα ερωτήματα της ισραηλινής πολιτικής ζωής. Ποιες προειδοποιήσεις είχαν φτάσει στην κυβέρνηση πριν από την επίθεση και γιατί δεν αξιολογήθηκαν εγκαίρως;
Οι αποκαλύψεις επανέρχονται στο προσκήνιο λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ ενώ ο πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ, Ρόνεν Μπαρ, κατέθεσε αγωγή εναντίον του Νετανιάχου κατηγορώντας τον ότι επιχειρεί να του μεταθέσει τις ευθύνες για τη μεγαλύτερη αποτυχία των ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας στην ιστορία της χώρας.
Το μυστήριο των 59 λεπτών
Στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, ο τότε επικεφαλής των αιγυπτιακών υπηρεσιών πληροφοριών Αμπάς Κάμελ έφτασε στο Ισραήλ. Η επίσκεψη είχε αποκαλυφθεί από την ισραηλινή εφημερίδα Israel Hayom, ενώ ήδη από τον Οκτώβριο του 2023 η Yedioth Ahronoth είχε δημοσιεύσει καταγγελίες για προσωπική προειδοποίηση του Κάμελ προς τον Νετανιάχου.
Τον Σεπτέμβριο, νέα έρευνα του αμερικανικού περιοδικού The Atlantic πρόσθεσε σημαντικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας από πολλαπλές πηγές την επίσκεψη και αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες για τις προειδοποιήσεις που είχαν διαβιβαστεί στην ισραηλινή ηγεσία. Η δημοσιογράφος Βίβιαν Σαλάμα διασταύρωσε την πληροφορία με αξιωματούχους από επτά χώρες. Οι αιγυπτιακές υπηρεσίες δεν γνώριζαν την ακριβή ημερομηνία ή τον τρόπο της επίθεσης, αλλά θεωρούσαν την κατάσταση εξαιρετικά επικίνδυνη.
Ακολούθησε δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο ο Κάμελ τηλεφώνησε προσωπικά στον Νετανιάχου λίγες ημέρες πριν από την επίθεση, έχοντας ήδη διαβιβάσει δύο προηγούμενες προειδοποιήσεις. Σε συνέντευξή του στο φιλοκυβερνητικό Channel 14, στις 13 Οκτωβρίου, ο Νετανιάχου επιβεβαίωσε ότι ο Αιγύπτιος αξιωματούχος βρέθηκε στο Ισραήλ για 59 λεπτά. Αρνήθηκε, όμως, ότι τον συνάντησε ή του μίλησε και δήλωσε ότι αγνοεί ποιοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι τον υποδέχθηκαν. Μάλιστα, επικαλέστηκε το λεγόμενο ισραηλινό «βαθύ κράτος», αφήνοντας να εννοηθεί ότι σημαντικές πληροφορίες ενδέχεται να αποκρύφθηκαν από τον ίδιο.
Η υπερασπιστική του γραμμή παρουσίασε, ωστόσο, μια αξιοσημείωτη αντίφαση. Ο Νετανιάχου διερωτήθηκε από πότε ένας αρχηγός μυστικών υπηρεσιών συναντά έναν πρωθυπουργό. Ισραηλινά δημοσιεύματα έσπευσαν να υπενθυμίσουν όμως ότι ήταν ο ίδιος που είχε υποδεχθεί επισήμως τον Αμπάς Κάμελ στην Ιερουσαλήμ τον Μάιο του 2021, γεγονός που καταγράφεται σε φωτογραφίες του κυβερνητικού γραφείου Τύπου.
Η αποκάλυψη της Haaretz για τα Εμιράτα

Η αιγυπτιακή αποστολή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αλληλουχίας προειδοποιήσεων που, σύμφωνα με δημοσιογραφικές έρευνες, είχαν φτάσει στην ισραηλινή ηγεσία. Στις 8 Σεπτεμβρίου, η ισραηλινή εφημερίδα Haaretz αποκάλυψε ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν, είχε προειδοποιήσει προσωπικά τον Νετανιάχου περίπου δέκα ημέρες πριν από την επίθεση.
Σύμφωνα με την έρευνα των δημοσιογράφων Σλόμι Έλνταρ και Ρουθ Γιουβάλ, οι δύο ηγέτες συνομίλησαν τηλεφωνικά επί 45 λεπτά. Ο πρόεδρος των Εμιράτων φέρεται να μετέφερε πληροφορίες ότι ο ηγέτης της Χαμάς στη Γάζα, Γιαχία Σινουάρ, προετοίμαζε μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση. Εξέφρασε επίσης την ανησυχία ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποσταθεροποιούσε την περιοχή και θα έθετε σε κίνδυνο τις Συμφωνίες του Αβραάμ, με τις οποίες είχαν εξομαλυνθεί οι σχέσεις του Ισραήλ με αραβικές χώρες.
Ο Νετανιάχου φέρεται να αντιμετώπισε την προειδοποίηση συγκαταβατικά υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ ήταν προετοιμασμένο. Κατά το δημοσίευμα, δεν ενημέρωσε καν τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας. Το πρωθυπουργικό γραφείο διέψευσε κατηγορηματικά ότι πραγματοποιήθηκε η συνομιλία. Ωστόσο, η πληροφορία για την προειδοποίηση επιβεβαιώθηκε αργότερα από ανεξάρτητο ρεπορτάζ των New York Times.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο Νετανιάχου πραγματοποίησε επίσης μυστική επίσκεψη στο Άμπου Ντάμπι, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο των Εμιράτων. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, επιδίωξε να εξασφαλίσει δημόσια διάψευση της αρχικής αποκάλυψης. Η συνάντηση επιβεβαιώθηκε, αλλά ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για τον σκοπό της παραμένει ανεπιβεβαίωτος επισήμως.
Ο πόλεμος με τον πρώην αρχηγό της Σιν Μπετ
Μια δεύτερη υπόθεση εντείνει την πίεση στον Νετανιάχου. Στις 14 Οκτωβρίου, ο πρώην επικεφαλής της Σιν Μπετ, Ρόνεν Μπαρ, κατέθεσε αγωγή για συκοφαντική δυσφήμηση, διεκδικώντας τρία εκατομμύρια σέκελ, περίπου 970.000 δολάρια. Η αγωγή αφορά ανάρτηση του Νετανιάχου στην πλατφόρμα Χ, στην οποία ο πρωθυπουργός κατηγορούσε τον Μπαρ ότι απέκρυψε κρίσιμες πληροφορίες πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου και του απέδιδε σοβαρές υπηρεσιακές και ποινικές ευθύνες.
Ο πρώην επικεφαλής της Σιν Μπετ απαντά ότι είχε προειδοποιήσει τον πρωθυπουργό περισσότερες από είκοσι φορές για την επιδείνωση της κατάστασης στη Γάζα και την ανάγκη προληπτικών ενεργειών. Στο δικόγραφο περιγράφει μάλιστα μια σειρά ενημερώσεων για ενίσχυση των δυνάμεων της Χαμάς, την αποδυνάμωση της ισραηλινής αποτρεπτικής ικανότητας και τον κίνδυνο ευρύτερης ανάφλεξης. Υποστηρίζει επίσης ότι η πολιτική διατήρησης της ηρεμίας στη Γάζα, την οποία είχε επιλέξει εκείνο το διάστημα ο Νετανιάχου, επέτρεψε στη Χαμάς να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.
Ο Μπαρ αναγνωρίζει ότι η υπηρεσία του απέτυχε να προβλέψει το μέγεθος και τον χρόνο της επίθεσης και αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί. Απορρίπτει, όμως, την κατηγορία ότι απέκρυψε πληροφορίες από τον πρωθυπουργό.
Ο Νετανιάχου αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι ο Μπαρ διέθετε τον αριθμό της ασφαλούς τηλεφωνικής γραμμής του και μπορούσε να τον καλέσει. Επικαλέστηκε επίσης υπηρεσιακή έκθεση, τέσσερις ημέρες πριν από την επίθεση, σύμφωνα με την οποία η Χαμάς εξακολουθούσε να θεωρείται απρόθυμη να επιτεθεί στο Ισραήλ, υπό τον φόβο των αντιποίνων.
Η αντιπαράθεση έχει και βαθύτερο πολιτικό υπόβαθρο. Ο Μπαρ υποστηρίζει ότι η εκστρατεία εναντίον του εντάθηκε μετά την κατάθεση στοιχείων στο Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά με συμβούλους του πρωθυπουργικού γραφείου και τις φερόμενες σχέσεις τους με το Κατάρ.
Η 7η Οκτωβρίου στην προεκλογική αντιπαράθεση
Η επιστροφή αυτών των υποθέσεων στην επικαιρότητα συνδέεται άμεσα με την προεκλογική αντιπαράθεση. Η αντιπολίτευση ζητά ανεξάρτητη κρατική έρευνα για τις ευθύνες που οδήγησαν στην επίθεση, ενώ ο Νετανιάχου εξακολουθεί να αποδίδει καθοριστικό μέρος της αποτυχίας στις υπηρεσίες ασφαλείας.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός προειδοποιεί για ενδεχόμενη νέα επίθεση από το Ιράν και τους συμμάχους του πριν από τις εκλογές. Στελέχη της αντιπολίτευσης εκφράζουν ανησυχίες για το ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης μέσα στην προεκλογική περίοδο.
Τρία χρόνια μετά την 7η Οκτωβρίου, η πολιτική ευθύνη για όσα προηγήθηκαν παραμένει ανοιχτή. Οι νέες αποκαλύψεις και η δικαστική σύγκρουση με τον πρώην αρχηγό της Σιν Μπετ προσθέτουν συγκεκριμένα στοιχεία σε μια υπόθεση που δεν έχει εξεταστεί από ανεξάρτητη κρατική εξεταστική επιτροπή.
Ο Νετανιάχου οικοδόμησε μεγάλο μέρος της πολιτικής του κυριαρχίας πάνω στην υπόσχεση ότι μόνο εκείνος μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ. Η 7η Οκτωβρίου συνέτριψε αυτή την υπόσχεση. Τρία χρόνια αργότερα, ο πρωθυπουργός αναζητά τους υπευθύνους στις μυστικές υπηρεσίες, στους πρώην συνεργάτες του, ακόμη και στο περιβόητο «βαθύ κράτος»
Όμως κάθε νέα αποκάλυψη για τις προειδοποιήσεις που προηγήθηκαν της επίθεσης στρέφει ξανά την προσοχή στο δικό του γραφείο. Ο άνθρωπος που επί χρόνια παρουσίαζε τον εαυτό του ως αποκλειστικό εγγυητή της ασφάλειας του Ισραήλ προσπαθεί τώρα να φορτώσει σε όλους τους άλλους την ευθύνη για την θεαματική κατάρρευσή της.



