Ν. Κοτζιάς: Οι ΗΠΑ του Τραμπ και η Ελληνική Διπλωματία

Του Νίκου Κοτζιά *

Το διεθνές σύστημα κατά τη γνώμη μου έχει χαρακτηριστικά που διαπλέκονται μεταξύ τους και θα επηρεάσουν το μέλλον.

Το πρώτο στοιχείο είναι η κυριαρχική θέση του πόλου που κατέχουν σε αυτό οι ΗΠΑ με τάση περιορισμού των δυνατοτήτων τους.

Μετά το 1989 υπήρξε μια ολόκληρη περίοδος της μίας και μοναδικής υπερδύναμης των ΗΠΑ που έζησαν για μια 15ετία την στιγμή της μοναδικότητάς τους στην ιστορία, ενός είδους μονοπωλίου. Στη συνέχεια πολλοί θεώρησαν ότι ακολούθησε ένας πολυπολικός κόσμος.

Η αλήθεια είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο με πολλούς περισσότερους παίκτες από ότι στο παρελθόν, ενώ το διεθνές σύστημα γνωρίζει μια μεγαλύτερη διάχυση ισχύος. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι αυτή η διάχυση δεν δημιούργησε (ακόμα;) έναν δεύτερο σταθερά ηγεμονικό πόλο στο σύστημα. Οι ΗΠΑ ναι μεν διαθέτουν σχετικά μικρότερη ισχύ από ότι πριν 35 χρόνια, όμως, εξακολουθούν να είναι αυτή τη στιγμή η μόνη χώρα που μπορεί να επιφέρει κομβικές αλλαγές στις ρυθμίσεις και στους κανόνες του συστήματος.

Πιθανά πιο δύσκολα από ότι παλαιότερα, σήμερα, όμως, το κάνει πιο ανοικτά και πιο ωμά. Οι ΗΠΑ δεν αναζητούν, πλέον, να κρυφτούν πίσω από «ευγενείς προφάσεις». Αυτό φάνηκε στην επιχείρηση Βενεζουέλα-Μαδούρο. Χαρακτηριστικό είναι δε το ότι καμία δύναμη δεν αντέδρασε πρακτικά στα της Βενεζουέλας, κάτι που διευκόλυνε τις ΗΠΑ στην απόφασή τους να προχωρήσουν στα του Ιράν.

Ακόμα δεν έχουν απέναντί τους έναν αντίπαλο, ένα εθνικό κράτος ή μια συμμαχία κρατών που να είναι σε θέση να ανατρέψουν την πραγμάτωση των θεμελιακών επιδιώξεών τους, αλλά θα αποκτήσουν. Προς το παρόν μπορούν να εμποδίσουν, να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα ενεργειών των ΗΠΑ.

Το δεύτερο στοιχείο, στη μεταβατική περίοδο που ζούμε, είναι η επανεμφάνιση της Κίνας, μιας ιστορικά πολύπειρης δύναμης, που διαθέτει τις περισσότερες δυνατότητες αμφισβήτησης της αμερικάνικης κυριαρχίας. Μια κοινωνία την οποία μελετώ και διδάσκω εδώ και τέσσερις δεκαετίες και μάλιστα στο ΠΑΠΕΙ, τότε, είχαμε την κινεζική ως μάθημα επιλογής.

Ενώπιον μας βρίσκονται δύο ισχυρές δυνάμεις με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι ΗΠΑ διαθέτουν μεγαλύτερο ΑΕΠ, σχεδόν 30 τρισεκατομμύρια ευρώ, η Κίνα τα 2/3 του αμερικάνικου, σε πραγματικές τιμές δε μεγαλύτερο τους. Οι ΗΠΑ έχουν μόλις το 1/4 του πληθυσμού της Κίνας, αλλά εκείνος της τελευταίας είναι σε πορεία σχετικής γήρανσης. Και οι δύο χώρες έχουν πολλά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, ισχυρή πρόσβαση και παραγωγή νέων τεχνολογιών, οι ΗΠΑ διαθέτουν τα καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα στον κόσμο, η Κίνα έχει έναν ευρέως μορφωμένο λαό, πολλαπλάσιους μηχανικούς ακόμα και στην τεχνική νόηση από ότι οι ΗΠΑ και η ΕΕ μαζί.

Οι ΗΠΑ είναι ιστορικά μια καινούργια δύναμη χωρίς πολλά βαρίδια από μια μακρόχρονη ιστορία. Είναι μια σχετικά νεαρή κοινωνία, με διάθεση ανάληψης διακινδύνευσης, ενώ διαθέτει την ικανότητα ταχύτατων αποφάσεων και γρήγορης εφαρμογής τους.

Η Κίνα, από την άλλη, είναι πιο αργόσυρτη, διαθέτει μακρά ιστορία και αυτό την κάνει πιο υπομονετική, δεν βιάζεται, ενώ αναστοχάζεται περισσότερο για τις αποφάσεις της.

Πρόκειται για δύο διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες, αλλά και γενικότερα πολιτισμούς. Η μία είναι μια πολυπολιτισμική κοινωνία με εντεινόμενους πολιτισμικούς πολέμους, η άλλη πολιτισμικά πιο ομογενής, όμως με περισσότερα προβλήματα στην πολιτική της απέναντι στις μειονότητες.

Οι διαφορές Κίνας και ΗΠΑ είναι πολύ περισσότερες από ότι εκείνες μεταξύ ΕΣΣΔ και ΗΠΑ, αλλά και οι ανταγωνισμοί τους δεν είναι μόνο πολιτικοί, στρατιωτικοί και ιδεολογικοί, όπως στην εποχή του «Ανταγωνισμού των Συστημάτων», αλλά επεκτείνονται σε πολλαπλούς τομείς, από την τεχνολογία μέχρι τα μεγάλα διεθνή σχέδια και έργα. Συνολικά η Κίνα συνιστά έναν ανταγωνιστή των ΗΠΑ με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από εκείνες της ΕΣΣΔ.

Τρία επίπεδα

Πράγματι, λοιπόν, η εποχή μας έχει ως πρώτο χαρακτηριστικό την ύπαρξη ενός πρώτου επιπέδου, εκείνου του πόλου, τις ΗΠΑ. Διαμορφώνεται, ταυτόχρονα, ένα δεύτερο χαρακτηριστικό επίπεδο, εκείνο της «Σινομέρικα». Ένα επίπεδο με αρκετά στοιχεία του 20ου αιώνα, ιδιαίτερα της μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, της εποχής, δηλαδή, του ανταγωνισμού των συστημάτων ανάμεσα στις τότε υπερδυνάμεις.

Δίπλα σε χαρακτηριστικά των πρώτων ετών του 21ου αιώνα, όπως της ύπαρξης του μοναδικού πόλου, καθώς και του 20ου αιώνα, όπως του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων, σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε και ένα τρίτο χαρακτηριστικό το οποίο θυμίζει την ιερά συμμαχία και την πενταρχία (concert) του 19ου αιώνα.

Τα τελευταία χρόνια φαίνεται ως να επανέρχεται μια έστω και επιμέρους συνεννόηση σε ορισμένες θεματικές ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του σημερινού κόσμου. Η Κίνα δεν εισβάλει στην Ταϊβάν, αλλά και οι ΗΠΑ δεν επιτρέπουν στο κινέζικο αυτό νησί να ανακηρύξει την ανεξαρτησία του. Η Ρωσία διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ την εδαφική της επέκταση στην Ουκρανία στη βάση της εισβολής της. Η Δύση «επιτρέπει» ή το λιγότερο ανέχεται τις τουρκικές εισβολές σε Συρία και Ιράκ. Ενώ οι ΗΠΑ επαναφέρουν το δόγμα Μονρόε για την αμερικανική ήπειρο ως το σπίτι και την αυλή τους και εισβάλλουν στο Ιράν. Ακόμα εξελίσσονται πολλαπλοί τοπικοί πόλεμοι, πολλοί με νέες μορφές, που η πορεία τους συχνά είναι μακρόχρονη και εξελίσσονται ανάλογα με την τροφοδοσία τους σε αμυντικά υλικά, αλλά και στρατιωτικό προσωπικό. Πρόσφατα είδαμε στον ρωσικό στρατό Βορειοκορεάτες φαντάρους και χίλιους στρατιωτικούς από την Κένυα.

Στην εποχή των αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών, στα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, αποικίες δημιουργούσαν πρώτα οι μεγάλες εταιρίες και κατόπιν τα κρατικά στέμματα τις συμπεριέλαβαν στην αυτοκρατορία τους. Εταιρίες όπως οι Γερμανικές του Πήτερς στην Γερμανία και στην Ωκεανία, οι Ολλανδικές και Βρετανικές εταιρίες των δυτικών και ανατολικών Ινδιών και της Ινδονησίας. Εκείνη του Λονδίνου των ανατολικών Ινδιών ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στο χρηματιστήριο ου Λονδίνου, διέθετε δικό της σύστημα δικαίου, στρατό με 400.000 οπλίτες και διοικούσαν οι ίδιες τις αποικίες (όλα αυτά στο βιβλίο μου «Ελλάδα Αποικία Χρέους»).

Ανάλογα και σήμερα, οι επτά τεχνολογικές αδελφές των ΗΠΑ ελέγχουν την σφαίρα της εικόνας και της πληροφόρησης, τον ψηφιακό κόσμο και βρίσκονται με τον Τραμπ σε ένα ενιαίο Σύστημα Διαπλοκής.

Το κίνημα της αντίστασης μέσα στις ΗΠΑ

Τους τελευταίους μήνες εμφανίστηκε ιδιαίτερα στις ίδιες τις ΗΠΑ ένας ακόμα παίκτης, το μαζικό δημοκρατικό κίνημα κριτικής του Τραμπ. Αυτό το δημοκρατικό κίνημα έχει ενδιαφέρον διότι επεκτείνεται στους δρόμους, στους χώρους εργασίας, παράγει νέες πολιτισμικές δημιουργίες από την σταντ κομεντί μέχρι την μουσική. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να δυσκολέψει τον κυρίαρχο Πόλο στην δράση του, να τον περιορίσει ακόμα και να του ανατρέψει τα σχέδιά του. Η παρουσία του είναι ανάλογη με τους ιστορικούς κινηματικούς κύκλους του 19ου αιώνα, κύρια του 1848 και του 1870. Ακόμα, θυμίζω, ότι πολλά από τα μεγάλα ριζοσπαστικά κινήματα, πολιτισμού, φοιτητικά, εργατικά, οικολογικά, είχαν ως μήτρα τους τα αμερικάνικα δημοκρατικά κινήματα.

Στο κίνημα αντίστασης στις ΗΠΑ προστίθενται και θεσμικές αντιστάσεις στα σχέδια του Τραμπ και στην χρηματοδότησή τους από το Κογκρέσο, αλλά ακόμα και από σειρά δικαστηρίων που με σειρά αποφάσεών τους λειτουργούν ως αντίβαρα στην πολιτική του Τραμπ. Του αμφισβητούν την θεσμική σταθερότητα που είναι απαραίτητη προκειμένου να διεξάγει πολέμους.

Ανταγωνισμός και Συνεργασία

Κοινό στοιχείο με τον 19ο αιώνα, αλλά και τον 20ο ιδιαίτερα ως προς τους παγκοσμίους πολέμους, είναι ότι ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις δεν υπάρχει μόνο αντιπαλότητα. Στον 19ο αιώνα, οι τότε σχέσεις του ΗΒ και της τσαρικής Ρωσίας αναπτύχθηκαν μέσα από το δίπολο: Ανταγωνισμός ή Συνεργασία. Ανάλογα σήμερα, αρκετά από τα μεγάλα προβλήματα, μπορούν κατά τον Τραμπ να λυθούν με συνεννόηση και συνεργασία των ΗΠΑ με αντίπαλες μεγάλες δυνάμεις, από το Ουκρανικό μέχρι τα ζητήματα της κατανομής περιφερειακών ζωνών επιρροής.

Σήμερα, ακόμα, όπως στον 19ο αιώνα, όταν τα παγκόσμια προβλήματα προκαλούσαν κινητοποιήσεις, πέρα των κινημάτων και των μικρομεσαίων κρατών, η συνεργασία των ισχυρότερων κρατών έτεινε κατά κανόνα να αυξηθεί. Αντίθετα, όταν το πεδίο ήταν «ελεύθερο» για ανταγωνισμούς, αύξησης επιρροής, εδαφικής επέκτασης, μετακίνησης συνόρων και ελέγχου τρίτων κρατών, ο ανταγωνισμός στο δεύτερο και ιδιαίτερα στο τρίτο επίπεδο αύξανε.

Αυτό που είναι καινούργιο τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι η προσπάθεια του Πόλου, ΗΠΑ, να αποσπάσει τον οικονομικά πιο αδύναμο από τις (εν δυνάμει) μεγάλες δυνάμεις του τρίτου επιπέδου, ώστε να απομονώσει την Κίνα, τον εν δυνάμει αντίπαλο πόλο στο δεύτερο επίπεδο. Όπως, δηλαδή, το έκανε πριν από πενήντα χρόνια η διπλωματία του Πινγκ-Πονγκ με το άνοιγμα των ΗΠΑ στην τότε ΛΔ Κίνα του Μάο ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Το επιχειρούν σήμερα οι ΗΠΑ με αντίστροφη φορά: με την Ρωσία, προκειμένου να την ξεκόψουν από την Κίνα. Αλλά οι συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές από ότι τότε για την πραγμάτωση μιας τέτοιας στρατηγικής επιλογής. Αντίθετα, εύκολα καταγράφει κανείς μια συνεργασία δυνάμεων του δεύτερου και τρίτου επιπέδου που αποσκοπούν να αποτρέπουν την επιτυχία των επιλογών του πρώτου πόλου ώστε να τον αποδυναμώσουν και άλλο.

Η Κίνα του δεύτερου επιπέδου και σημαντικές χώρες του τρίτου, όπως η Ρωσία, εκείνο που κάνουν είναι να αντιστέκονται στις ΗΠΑ, να επιδιώκουν να υπονομεύουν επιλογές και πρακτικές τους. Τις μέρες μας, θα έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει με ποιους έμμεσους τρόπους θα «ανακατευτούν» οι δυνάμεις αυτές στον Πόλεμο στο Ιράν.

Σημαντικό ρόλο δίπλα σε τέτοιες συνεργασίες παίζουν και οι οριοθετήσεις πριν από όλα η επαναφορά τροποποιημένου του δόγματος Μονρόε από τον Τραμπ, σύμφωνα με τον οποίο, η πίσω αυλή της χώρας του, το αμερικανικό ημισφαίριο, είναι ο τόπος αποκλειστικής δράσης και δικαιωμάτων των ΗΠΑ. Η επαναφορά αυτή, θυμίζει τις προσεγγίσεις για τις σφαίρες επιρροής του 19ου αιώνα.

Οι «μικρομεσαίοι»

Σε αυτό το πολυεπίπεδο σύστημα, οι προσπάθειες των μικρομεσαίων κρατών να υπερασπιστούν και να προωθήσουν τα συμφέροντά τους από μια σκοπιά δυσκολεύουν. Από μια άλλη, αυτή είναι η διαλεκτική της ζωής και της διεθνούς πολιτικής, αυξάνουν οι δυνατότητες για αντιστάσεις και πιο πετυχημένες εκ μέρους τους στοχεύσεις.

Στην εποχή του ψυχρού πολέμου οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι ο μόνος δρόμος για τέτοια κράτη ήταν η υποταγή σε κάποια ισχυρότερη δύναμη, η προώθηση πελατειακών σχέσεων διεθνούς τύπου. Στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα είδαμε για δεκαετίες αυτή την επιλογή εν δράσει. Όχι, όμως, πάντα. Στην εποχή του αρχικού μεταχουντικού Καραμανλή, 1974-6, στα χρόνια της πρώτης πενταετίας του Α. Παπανδρέου, σε εκείνα που ήμουν ο ίδιος ΥΠΕΞ, εφαρμόστηκε μια πολυδιάστατη σχετικά αυτόνομη εξωτερική πολιτική ως προς τα προαναφερθέντα τρία άνω επίπεδα.

Όπως δείχνουν τα παραδείγματα της Γαλλίας του Ντε Γκολ, της Μαοϊκής Κίνας, του Τίτο και του Χο-τσι-μίν, μέσα στην διαπάλη των υπερδυνάμεων ήταν δυνατό στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου να αυτονομηθεί σχετικά μια χώρα, έναντι των ισχυρών. Και όχι μόνο αυτό. Υπό συνθήκες υποχρέωνε τον ηγεμόνα ή τον αντίπαλο πόλο, να τον συνδράμει σε επιλογές ακόμα και αν υπονόμευαν την υψηλή στρατηγική μιας υπερδύναμης.

Ας θυμηθούμε τις σχέσεις Ισραήλ-ΗΠΑ-Αραβικές χώρες. Την γερμανική οστ-πολιτίκ. Την Γαλλική πολιτική με τα πυρηνικά. Τον εκσυγχρονισμό της Κίνας. Τα αντάρτικα που στήριξε η Κούβα στην Αφρική. Σχετικά μικρότερες δυνάμεις πρότασσαν τα δικά τους συμφέροντα και ανάγκαζαν μια από τις υπερδυνάμεις να τους ακολουθήσει. Με αυτή την αντίληψη συμπεριφέρθηκα ως ΥΠΕΞ και έκανα τις επιλογές που έκανα για τον καθορισμό του δρόμου πραγμάτωσης της δικής μας υψηλής στρατηγικής και (προτάσεων) πολιτικής λύσης των τότε προβλημάτων.

Συναντήσεις με τον Τραμπ

Η εξωτερική πολιτική μου δεν ήταν μόνο μια πολυδιάστατη αλλά ήταν και ενεργητική. Τον Τραμπ τον καλέσαμε να επισκεφτεί την Ελλάδα πολύ πριν ανακηρυχθεί υποψήφιος του κόμματός του. Τον επισκέφτηκα στην Νέα Υόρκη, στον «πύργο» του λίγο αφότου επιλέχτηκε ως υποψήφιος πρόεδρος πριν δέκα χρόνια. Του εξήγησα τα γεωστρατηγικά της περιοχής και πώς τα βλέπαμε εμείς. Δεν του μίλησα για τα στενά μας συμφέροντα, αλλά για τα ευρύτερα της περιοχής, όπως έκανα τότε με όλους. Τον είδα ξανά δέκα μέρες πριν ορκιστεί. Στη συνέχεια συναντηθήκαμε αρκετές φορές.

Περιέργως για εμάς ήταν πιο εύκολο να τον συναντάμε από ότι για την σημερινή κυβέρνηση. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο (α) οι έγκαιρες συναντήσεις με τον Τραμπ, (β) η προβολή της αντίληψής μας για την ΕΕ, την ΝΑ Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, (γ) Η ειλικρινής κριτική και με αξιοπρέπεια τοποθέτησή μας με έκφραση των διαφωνιών μας απέναντί του.

Όπως και με τον Ερντογάν, επιβεβαιώθηκε η θέση που δίδασκα στα μαθήματά μου για την ανάγκη να διαμορφώνει κανείς παρά την διαφορετικότητα και τις αντίθετες προσεγγίσεις, ακόμα και σε κλίμα έντασης, όσο είναι δυνατό σχέσεις εμπιστοσύνης. Νομίζω ότι ήμασταν η μόνη ελληνική κυβέρνηση, τουλάχιστον όσο γνωρίζω, που οι Αμερικάνοι ζήτησαν τη γνώμη της για σοβαρές θεματικές που τους απασχολούσαν και ερευνούσαν εκείνη την εποχή (δεκαπέντε). Τελικά τους δώσαμε μελέτες και προτάσεις, για οκτώ από αυτές. Μέσα από τις διαφωνίες μας αναπτύξαμε μια κοινή γραμμή διαλόγου.

Τα κράτη σήμερα

Η διαλεκτική του δίπολου «συνεργασία – παρά τον ανταγωνισμό» και ανταγωνισμό για να οριστούν οι όροι συνεργασίας στηρίζεται σε μια διπλή πραγματικότητα, όπως και η προσπάθεια σχετικής αυτονόμησης των μικρομεσαίων κρατών:

Η πρώτη είναι ότι τα σημερινά κράτη, όπως στα τέλη του 18ου αιώνα και στα μέσα του 19ου αιώνα έχουν διαφορετικές ειδικεύσεις. Λίγα κράτη είναι ισχυρά σε όλους τους τομείς και συγκροτούν αυτό που ορισμένοι ονομάζουν «κράτη-πολυκατάστημα».

Πλην των ΗΠΑ και σε έναν σχετικό βαθμό της Κίνας, τα υπόλοιπα κράτη λειτουργούν ως φορείς εξειδικευμένης παρουσίας. Κάποια κράτη λειτουργούν ως περιφερειακοί ηγέτες, άλλα και ως «εμπορικά κράτη», όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, ενώ κάποια άλλα ως κράτη «στρατιωτικού δεσποτισμού» όπως η Ρωσία και η Τουρκία.

Η διαφορετική ειδίκευση οδηγεί σε διαφορετικά επίπεδα λειτουργίας στο διεθνές σύστημα. Η ισχύς, οι λειτουργίες, η ειδίκευση ενός κράτους είναι τρία στοιχεία που συνδυασμένα μας δίνουν σήμερα τον ιδιαίτερα ρόλο των επιμέρους κρατών με διαφορετικά μεγέθη στο σύστημα. Οι διαφοροποιήσεις κρατών συνδέονται και με τη δομική-θεσμική ισχύ τους.

Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη είχα αναλύσει στα τέσσερα βιβλία μου για την παγκοσμιοποίηση, ο ρόλος του εθνικού κράτους παραμένει ισχυρός στις σημερινές συνθήκες. Μπορεί μικρά κράτη να βρίσκονται σε αδυναμία και παρακμή, υπάρχουν σήμερα περί τα 30 κράτη που βρίσκονται σε αποδιοργάνωση, όμως, ο ρόλος των μεσαίων και ισχυρών εθνικών κρατών παραμένει πρώτιστος.

Ο ρόλος τους καθορίζεται από τους δείκτες ισχύος, όπως τους ορίζει ο ρεαλισμός που έχουν, τα μεγέθη και την ποιότητα τους, καθώς και την δομική θεσμική ισχύ που έχουν εξασφαλίσει δια εαυτό. Συνδέεται και με αυτό που έχω ονομάσει πολιτικές-ηγετικές χωρητικότητες, ένας όρος δανεισμένος από την αυστραλιανή σχολή των οικονομικών λειτουργιών του κράτους. Η χωρητικότητα του κράτους σύμφωνα με τις αναλύσεις μου, οφείλει να διαθέτει ικανότητες ώστε να επιτελέσει τρία καθήκοντα: έγκαιρη κατανόηση των προβλημάτων, σε βάθος επεξεργασία εναλλακτικών λύσεων και διαμόρφωση στρατηγική υλοποίησης της πιο αποτελεσματικής και ωφέλιμης από αυτές.

Είναι οι ΗΠΑ ακόμα ηγεμόνας;

Καμία ηγεμονία και μορφή ηγεμονίας δεν είναι αιώνια. Προκύπτει το ερώτημα είναι οι ΗΠΑ ακόμα ηγεμόνας και αν ναι ποιάς μορφής; Οι αναλύσεις μας εν μέρει στηρίχτηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην θεωρία του «καλοσυνάτου», του «ευγενή ηγεμόνα», προσδιοριζόμενο συχνά ως τον «φιλελεύθερο ηγεμόνα».

Κατά τη γνώμη μου η θέση για τις ΗΠΑ ως «φιλελεύθερου ηγεμόνα» δεν ισχύει, αν ίσχυε, όπως παλαιότερα. Η κάμψη του τέταρτου κύματος εκδημοκρατισμού (μετά τα κατά τον Χάντινγκτον τρία) που δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί, που άδειασε από περιεχόμενο ουσίας, η αποτυχία της επίδειξης συνέπειας και πραγματικού ανθρωπισμού της πολιτικής των επονομαζόμενων «ανθρωπιστικών επεμβάσεων», η συρρίκνωση των δικαιωμάτων στον σημερινό κόσμο, η υποχώρηση της θεσμοποίησης στην διεθνή πολιτική, η συνεχής παραβίαση του διεθνούς δικαίου από όποιον έχει την ισχύ και την θέληση για κάτι τέτοιο, καθώς και ο περιορισμός της παροχής συλλογικών αγαθών ασφάλειας, όλα αυτά το λιγότερο υπονόμευσαν αρκετές από τις αντιλήψεις περί της «φιλελεύθερης ηγεμονίας».

Η «αρπακτική ηγεμονία»

Αντίθετα, οι σημερινές ισχυρές δυνάμεις, και πριν από όλα οι ΗΠΑ, τείνουν ακόμα περισσότερο από ότι στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των δικαιωμάτων τρίτων, στην παράκαμψη, αν όχι και στην απόσυρση, από τους διεθνείς οργανισμούς. Επικρατεί μια αντίληψη ακόμα μεγαλύτερης απληστίας του ισχυρού. Ο Στέφανος Γουόλτ στο περιοδικό Foreign Affairs (τ.2/2026) χαρακτηρίζει τον τρόπο ελέγχου της αμερικάνικης ισχύος από τον Τραμπ ως «αρπακτική ηγεμονία» ή και ως «ληστρική ηγεμονία».

Η πολιτική μιας τέτοιας ηγεμονίας αντιλαμβάνεται την διεθνή πολιτική ως μια σχέση μηδενικού αθροίσματος. Ενας ηγεμόνας της αρπαγής λέει: Δεν μπορώ να κερδίζω μαζί με τους άλλους. Τα κέρδη πρέπει να διανέμονται άνισα, πάντα υπέρ μου. Με αυτή την αφετηρία, η πολιτική Τραμπ μπορεί να στραφεί ακόμα και ενάντια σε παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως την Δανία κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, να τους πιέζει, ακόμα και να τους απειλεί. Όμως ένας τέτοιος δρόμος ενώ βραχυπρόθεσμα δείχνει να λειτουργεί, μακρόχρονα μπορεί να έχει για τον φορέα του αρνητικές επιπτώσεις.

Ο αρπακτικός ηγεμόνας, δεν αναγνωρίζει την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και των συνόρων. Μπορεί να διαπραγματεύεται με άλλη δύναμη σύνορα τρίτων κρατών, όπως είναι η περίπτωση της Ουκρανίας. Να επιθυμεί ο ίδιος εδάφη τρίτων, όπως την Γροιλανδία, στον Παναμά, ορισμένα νησιά στην Καραϊβική. Να νιώθει ότι δεν πρέπει να υποτάσσεται σε κανόνες και δίκαιο όταν έχει να αντιμετωπίσει ένα θεοκρατικό καθεστώς, όπως το Ιράν. Να αξιοποιεί συνολικά την αδυναμία, ή ότι εκείνος θεωρεί ως αδυναμία τρίτων.

2017: Η επίσκεψη στην Ουάσιγκτον και οι «φάκελοι Τραμπ»

Όταν κάναμε επίσημη επίσκεψη στην Ουάσιγκτον τον Οκτώβρη του 2017, παίρνοντας τον λόγο ο Τραμπ έβγαλε δύο φακέλους, ο πρώτος έγραφε Ιράν, ο δεύτερος Ρωσία. Ήταν ολοφάνερο ότι ήθελε να μας κάνει κριτική για τις σχέσεις που διατηρούσαμε με αυτές τις δύο χώρες.

Από τότε, ως όλοι μας γνωρίζουμε, πήγε ως προς τον Πούτιν στο άλλο άκρο. Αλλά εκείνη την ημέρα έμεινε τελικά μόνο στο Ιράν. Αφού είπε ότι είπε, ανέλαβα να του απαντήσω ευγενικά και όπως πάντα χαμογελαστά. Του είπα: «κύριε Πρόεδρε ξέρετε τι είναι ο μαραθώνιος; Η ναυμαχία της Σαλαμίνας» Έγνεψε καταφατικά. Ξαναπήρα το λόγο, του εξήγησα ότι πριν 2500 χρόνια και επί δύο αιώνες κάναμε εκατοντάδες διαπραγματεύσεις με το Ιράν-τους Πέρσες βασιλείς. Δεκάδες συνθήκες ειρήνευσης και άλλους τόσους πολέμους. Προασπιστήκαμε όλον τον πολιτισμό μας, την δημοκρατία μας και ως λένε Αμερικάνοι ιστορικοί την μελλοντικά αναδυόμενη δύση. Κατά συνέπεια του είπα: πρόεδρε enough is enough. Εμείς ότι είχαμε να κάνουμε με το Ιράν-Περσία το κάναμε και θα διατηρήσουμε τις επαφές μαζί τους. Γέλασε. Είπε ότι του άρεσε το επιχείρημα διότι έχει μια ιστορική διάσταση, μια σχέση που δεν διαθέτουν οι ΗΠΑ. Έκλεισε τους φακέλους κριτικής. Αποδέχτηκε αναγκαστικά την ευθύτητα και την ειλικρίνεια.

Το δίδαγμα: Δεν χρειάζονται με τους μεγάλους ούτε υποκλίσεις, ούτε φόβος. Εκείνο που απαιτείται είναι στρατηγική σκέψη, πειστικότητα στα επιχειρήματα, αυτά να έχουν στέρεο έδαφος και να λέγονται με παρρησία.

Κατόπιν σε ένα τετ-α-τετ του είπα για τον διάλογο που είχα με τον Κέρυ, τον ΥΠΕΞ προηγούμενης κυβέρνησης των Δημοκρατικών. Ο Κέρυ είχε έρθει στην Αθήνα αρχές του Νοέμβρη του 2015 την επομένη που είχα επιστρέψει από την Τεχεράνη και μου έκανε παράπονα. Όταν πηγαίναμε για το γεύμα που του παρέθετα με πήρε αγκαζέ και μου λέει: «Νίκο το Ιράν κρατά τέσσερις Αμερικάνους αεροπόρους αιχμαλώτους. Εσύ που μιλάς μαζί τους, σε παρακαλώ, αν μπορείς να κάνεις κάτι κάνε». Και το έκανα χωρίς δημοσιότητα.

Στη συνέχεια του παραδείγματος εξήγησα στον Τραμπ ότι ο ρόλος της Ελλάδας δεν είναι να κάνει τον σερίφη της περιοχής. Εξάλλου υπάρχουν αρκετές δυνάμεις που επιδιώκουν έναν τέτοιο ρόλο. Αντίθετα, αυτό που κάνουμε εμείς είναι να Διαμεσολαβούμε ανάμεσα σε κράτη, να οδηγούμε αντίπαλους στην Διαπραγμάτευση και συγκρουόμενα μέρη στην Διαιτησία (τα τρία «Δ»). Και αυτός είναι ένας ρόλος απαραίτητος στο διεθνές σύστημα και αρμόζει στις δικές μας αντιλήψεις, ενώ υπηρετεί την Ειρήνη στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι στα πρώτο 25 χρόνια του 21ου αιώνα από τις τρεις δεκάδες μεγάλων προβλημάτων που προέκυψαν, όλα λύθηκαν, αν λύθηκαν, με στρατιωτική επέμβαση ή εμφυλίους και μόνο το ένα με διπλωματία, εκείνο της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η νευρικότητα της Τουρκίας

Ως Ελλάδα διακρίνουμε στοιχεία από τον «ληστρικό ηγεμόνα», μιας νευρικής δύναμης, στην συμπεριφορά της ηγεσίας της Τουρκίας. Νευρικότητα που θυμίζει την Γερμανία του μεσοπολέμου. Η Τουρκία επιθυμεί την διατήρηση της παράνομης κατοχής εδαφών στην βόρεια Κύπρο, στην Συρία, στο Ιράκ. Παραβιάζει καθημερινά τα σύνορα αυτών των χωρών και τις θαλάσσιες ζώνες τους. Νιώθει ότι δεν πρέπει να υπόκειται στο διεθνές δίκαιο, παρόλο που το επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει τις παρανομίες της.

Η Τουρκία, όταν καταγράφει αδύναμες κυβερνήσεις και αξιολογεί ότι το διεθνές σκηνικό δεν είναι σε θέση, ή δεν έχει την πρόθεση να παρέμβει, όπως έκανε το 1974, εκδηλώνεται με επιθετικότητα. Ονειρεύεται την διχοτόμηση του Αιγαίου με τις ίδιες μεθόδους με τις οποίες προώθησε την παράνομη κατοχή της Κύπρου.

Είμαι της γνώμης, ότι η Τουρκία, όπως και ο Τραμπ υπερεκτιμούν τα βραχυπρόθεσμα κέρδη και υποτιμούν εν δυνάμει μακρόχρονες απώλειες. Και αυτό πρέπει να το πάρει υπόψη της η ελληνική διπλωματία.

Οι «λογικές» Τραμπ

Η «λογική» Τραμπ, είναι ιδιαίτερη και σύνθετη. Αρνείται τη σημασία των διεθνών οργανισμών και την ανάγκη συνεννόησης εντός τους. Γιατί; Διότι δεν τους θεωρεί ότι είναι ο κύριος τόπος και τρόπος λύσης των σημερινών παγκόσμιων πολύπλοκων και σύνθετων προβλημάτων και πολύ λιγότερο λύσεων προς ίδιον όφελος. Δηλαδή, η σημερινή πολιτική των ΗΠΑ δεν στηρίζεται μόνο στην κατά τη γνώμη μου ορθή ανάδειξη της σημασίας στο εθνικό κράτος και των εταιρειών που διαπλέκονται με αυτό.

Αφετηρία του Τραμπ είναι το τρίπτυχο ότι τα κράτη δημιουργούν τα διεθνή και παγκόσμια προβλήματα, υφίστανται τις συνέπειες και κατά προέκταση σύμφωνα με την σημερινή αμερικάνικη διπλωματία μόνο με την συνεργασία τους μπορούν να δώσουν αποτελεσματικές λύσεις. Στηρίζεται, δηλαδή, στο δικό του concept στις διεθνείς συνεργασίες και σε κοινές δράσεις με άλλα κράτη.

Ποια είναι, όμως, η διαφορά με προηγούμενα; Στο ότι εισάγει μια άλλη αρχή και κριτήριο με στόχο όπως οι ΗΠΑ διατηρήσουν την ιδιαίτερη θέση στο πρώτο επίπεδο και εμποδιστεί η παρουσία της Κίνας σε αυτό. Και δίνει μάχη για αυτό, ακόμα και στο Ιράν.

Οποιος νομίζει ότι οι υπερδυνάμεις και οι μεγάλες δυνάμεις των τριών «άνω» επιπέδων μετακινούνται αυτόβουλα στην συνταξιοδότηση δεν έχει καταλάβει τίποτα από την φιλοσοφία της ιστορίας. Ίσως να είναι και αυτός ένας λόγος που πολλοί δεν κατανοούν τις επιλογές του Τραμπ, καθώς και την επανάκαμψη της Ρωσίας του Πούτιν που και οι δύο διεξάγουν άδικους και παράνομους πολέμους.

Συνεργασία με «ομοϊδεάτες»

Η στρατηγική Τραμπ, είναι δίπλα στην παραβίαση κανόνων, δεσμεύσεων, πτυχών του Διεθνούς Δίκαιου, η επιλογή συνεργασιών μόνο με εκείνους που τους θέλει ο ίδιος και το επιθυμούν και εκείνοι, που έχουν ίδιες απόψεις, που είναι ομοϊδεάτες.

Η θέση της σημερινής αμερικάνικης διπλωματίας είναι, λοιπόν, ότι οι συνεργασίες που αφορούν πάντα συγκεκριμένο πρόβλημα ή κύκλο προβλημάτων πρέπει να γίνεται από ομοϊδεάτες. Καθότι ο Τραμπ εκτιμά ότι η προσπάθεια συμβιβασμού απόψεων σε θεσμούς που συμμετέχουν οι πάντες με τις πιο διαφορετικές αντιλήψεις και συμφέροντα δεν καταλήγουν παρά σε αδιέξοδα ή σε συμφωνίες που αποδεικνύονται ότι είναι χωρίς μεγάλη πρακτική σημασία.

Το επιχείρημα αυτό από μια πρώτη σκοπιά φαίνεται λογικό. Όπως έχει βάση, επίσης, η τραμπική κριτική ότι οι διεθνείς οργανισμοί γιγαντώθηκαν και η αυξανόμενη γραφειοκρατία τους απέκτησε δικά της συμφέροντα, αυτονομήθηκε από τα κράτη που την συγκρότησαν, που την χρηματοδοτούν και την κινούν. Ότι όλο και περισσότερο αυτές οι γραφειοκρατίες προτάσσουν τις δικές τους αντιλήψεις έναντι εκείνων των κρατών, δεν αποδίδουν λογαριασμό σε κανέναν και αυτονομούνται από τους οργανισμούς στους οποίους εργάζονται. Μόνο που το συμπέρασμα αυτής της κριτικής είναι λανθασμένο και μονομερές.

«Ληστρική ηγεμονία» – «θυμωμένη ηγεμονία»

Συνολικά, λοιπόν, η καινούργια γραμμή του Τραμπ είναι η παράκαμψη του υφιστάμενου διεθνούς και διακρατικού θεσμικού συστήματος, άρα η μη συνεχής φροντίδα συνεννόησης με τους κάθε φορά απέναντι και ο προσανατολισμός στην ένταση. Ταυτόχρονα, μια γραμμή συλλογικής δράσης με τους συμφωνούντες στον σκοπό και στις μεθόδους, στους στόχους.

Σύμφωνα με την νέα στρατηγική των ΗΠΑ, όπως εκφράζεται μέσα από την νέα «αμερικάνικη εθνική στρατηγική ασφάλειας» και την αντίστοιχη «εθνική στρατηγική άμυνας» τέτοιες συνεργασίες των κάθε φορά προθύμων και ομοϊδεατών είναι πιο γρήγορες στη δράση, πιο ευέλικτες στη πρακτική τους από τις όποιες παγκόσμιες δομές οργάνωσης και θεσμούς.

Είναι μια πρακτική που ήδη είχαν εφαρμόσει και προηγούμενες κυβερνήσεις των ΗΠΑ, όπως στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν καθώς και στην Γιουγκοσλαβία, όχι, όμως, συστηματικά, αλλά ως μια κατά εξαίρεση επιλογή. Είναι μια πρακτική που ο Τραμπ της πρώτης θητείας την προώθησε στην ΝΑ Ασία και στην περιοχή του Ινδικού με την τετράγωνη συνεννόηση ασφάλειας (Quadrinteral Security Dialogue / Quad). Καθώς και με τις συμφωνίες ασφάλειας με Ιαπωνία, Ν. Κορέα και Φιλιππίνες. Σήμερα, όμως, για τις ΗΠΑ η συνεργασία των προθύμων και όμοιων αντιλήψεων κυβερνήσεων συγκεκριμένων κρατών είναι πια ο κανόνας, μια πολιτική που κατά τη γνώμη τους είναι πιο αποτελεσματική από την μακρόσυρτη και συχνά πολύχρονη πρακτική οργανισμών όπως ο ΟΗΕ, ακόμα και το ΝΑΤΟ.

Με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίζει τους Ευρωπαίους και Ασιάτες που δεν του «Συμπαραστέκονται». Με αυτή τη λογική, εξάλλου αποσύρθηκαν οι ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) και από την συμφωνία για την προστασία του περιβάλλοντος του Παρισιού.

Είναι, επίσης, μια γραμμή επικάθισης επί των υπερεθνικών μηχανισμών και θεσμών προκειμένου να λειτουργήσει πιο ισχυρά και «ελεύθερα» η όποια «ληστρική ηγεμονία» η οποία εκδηλώνεται και ως μία «θυμωμένη ηγεμονία» σε κάθοδο. Η άρνηση διαλόγου με τους έχοντες διαφορετική γνώμη εντός του «Δυτικού Συστήματος».

Οι ΗΠΑ θα εξασκήσουν την ισχύ τους με μεγαλύτερη επιθετικότητα

Οι ΗΠΑ στις σημερινές συνθήκες, παρά την σχετική υποχώρηση της θέσης τους, με ανερχόμενη την Κίνα, δείχνουν να μην επιθυμούν τις ευθύνες και τα βάρη μιας διεθνούς φιλελεύθερης ηγεσίας με «ευγενικές προθέσεις». Επιθυμούν, όμως, την πρωτοκαθεδρία και την διεύθυνση του κόσμου για την προώθηση των συμφερόντων των ΗΠΑ και την αποδοχή των επιλογών τους, επιθυμούν αν μπορούν, που δεν μπορούν, χωρίς κόστος για τις ίδιες.

Αντιφατικά, δηλαδή, ενώ δεν θέλουν ευθύνες από την θέση τους στο σύστημα, επιθυμούν μόνο τα οφέλη. Ουσιαστικά η σημερινή αμερικανική διπλωματία κινείται με τη λογική που είχε διακηρύξει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Γουόρεν Χάρντινγκ το 1920 και τον αντιγράφει ο Τραμπ σήμερα, ότι ο κόσμος είναι μια αρένα ανταγωνισμού, ή όπως το είπε ο γνωστός από το Κυπριακό παλιός ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Άτσεσον, «ο κόσμος είναι ζούγκλα και δεν έχει κανόνες και κέρδη για τα καλά παιδιά».

Ασφαλώς ο κόσμος αλλάζει μέσα από τη συνέχεια, όπου στη συνέχεια περικλείονται νέα στοιχεία ασυνέχειας και οι συνδυασμοί γίνονται με νέο τρόπο, όπως έλεγε ο Σοπενχάουερ, eadem set alita, «είναι το ίδιο, αλλά και διαφορετικό» (με φτερά πια). Αλλάζουν οι συνθήκες μέσα στο χρόνο αλλά το Χεγκελιανό Weltgeist, πνεύμα της φιλοσοφίας της ιστορίας παραμένει παρόν.

Στη βάση όλων των προαναφερθέντων, οι ΗΠΑ στις σημερινές συνθήκες θα εξασκήσουν την ισχύ τους με μεγαλύτερη επιθετικότητα. Θα προτάξουν τα στενά συμφέροντά τους έναντι των παλιών αξιών του δυτικού κόσμου. Πιθανά υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες και την ισχύ τους. Οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι η θελκτικότητά τους μειώνεται τώρα που ξεθωριάζει το «αμερικάνικο όνειρο», για αυτό νοιώθουν αναγκασμένες να πειθαρχούν φίλους και με πολιτικές ανασφάλειας, απόρριψης, ακόμα και φόβου.

Προκλήσεις για την Ελλάδα

Σε αυτές τις συνθήκες οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις και η ακαδημαϊκή κοινότητα της πατρίδας μας οφείλουν να σκεφτούν πολύ περισσότερο πάνω σε σειρά ερωτημάτων όπως:

-Βρίσκονται οι ΗΠΑ σε πορεία παρακμής, πορεία την οποία ο Τραμπ αντιμετωπίζει επιθετικά προκειμένου να την καθυστερήσει, ακόμα και να την αναβάλει, αν όχι κατ’ αυτόν και να την αντιστρέψει διασφαλίζοντας όσα περισσότερα κέρδη μπορεί, ή «απλά» επιδιώκουν μια νέα αναδιάταξη του υπάρχοντος συστήματος αμερικανικής ηγεμονίας;

Η δική μου απάντηση είναι ότι στοχεύουν και τα δύο. Το τι θα υπερισχύσει θα εξαρτηθεί από τις ικανότητες των παικτών και τις μεταξύ τους ισορροπίες και ασυμμετρίες.

-Κατά προέκταση, η αναπτυσσόμενη αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ εκφράζει μακρόχρονες ανάγκες τους ή είναι συγκυριακή;

Προσωπικά τείνω στην πρώτη απάντηση λαμβάνοντας βέβαια υπόψη ότι μακρόχρονα θα γνωρίσει διορθώσεις και προσαρμογές.

-Η Ελλάδα θα πρέπει να έχει μια έντιμη σχέση με τις ΗΠΑ διατηρώντας τις σχέσεις της με τον άλλο αναδυόμενο πόλο, την Κίνα και τις άλλες μεγάλες δυνάμεις και να μην ξεκόψει από αυτές όπως κινδυνεύει αυτή την περίοδο ή όχι;

Κατά τη γνώμη μου οφείλει να κάνει και τα δύο. Να ακολουθήσει μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και να μην είναι δοσμένη για τον οποιονδήποτε.

-Θα επιμείνει η ελληνική εξωτερική πολιτική στη σημασία του Διεθνούς Δικαίου, ή λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μεγάλες δυνάμεις και ο Πόλος δεν ενδιαφέρονται πολύ για αυτό παρά μόνο αν και κατά πόσο εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους;

Προσωπικά εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρέπει να αξιοποιούμε το Διεθνές Δίκαιο, αλλά είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε, ταυτόχρονα, ρεαλιστικά, ότι η σκακιέρα σήμερα δεν είναι δίκαιη, στηρίζεται στην ισχύ των παικτών. Οφείλουμε, επίσης, να θυμόμαστε ότι η ιστορία δεν οδηγεί πάντα στην πρόοδο, ούτε στέκεται δίκαιη με χώρες όπως εμείς. Αρα, ναι, στηρίζουμε το Διεθνές Δίκαιο, δεν έχουμε αυταπάτες για τον τρόπο εφαρμογής και επιλογής του, είμαστε ρεαλιστές ότι σε ώρες κρίσης στην διεθνή πολιτική σημαντικότερη είναι η ισχύς που συχνά, μάλιστα, εμφανίζεται ωμή και «γυμνή».

Ωρα για αναπροσαρμογή στην ελληνική στρατηγική

Γνώμη μου συνολικά: σίγουρα χρειάζεται μια αναπροσαρμογή στην ελληνική υψηλή στρατηγική.

Προκύπτει με βάση τα πιο πάνω το ερώτημα του τι θα κάνει η ελληνική εξωτερική πολιτική στο πεδίο της άμυνας και της διπλωματίας με την Τουρκία, ιδιαίτερα ως προς τον συνδυασμό των αξιών και των συμφερόντων. Θα επιμείνει στο δίδυμο «αξίες και συμφέροντα», ή θα τονίσει ως οφείλει πιο άμεσα το δεύτερο; Και ποια θα είναι η στάση της στις επιλογές των ΗΠΑ σε συνδυασμό με την στάση που κρατά η τουρκική διπλωματία; Μπορεί να ξεκοπεί από τις ΗΠΑ και να αφήσει ανοικτό τον δρόμο μιας επιθετικής Τουρκίας; Ή θα πρέπει να εγκαταλείψει τις αξίες της; Η απάντηση είναι και στα δύο ερωτήματα όχι: Ασφαλώς τίποτα από τα δύο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να υπερασπιστούμε τις αξίες μας και να προτάξουμε τα συμφέροντά μας. Αυτή η διαλεκτική άσκηση λύνεται με το ότι οφείλουμε να προσδιορίζουμε τα συμφέροντά μας και με τις αξίες μας, να εισέρχονται αυτές στον ορισμό των συμφερόντων μας.

Οφείλουμε, όμως, να σκεφτούμε πολύ πώς αξία και συμφέροντα, θα συνδυαστούν αποτελεσματικά και ενεργητικά στα πλαίσια της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ του Τραμπ.

Η Ευρώπη θυμίζει νησί που βυθίζεται μέσα στις δομικές του αδυναμίες

Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική πρέπει να λάβει υπόψη της ότι στις σημερινές συνθήκες οι ΗΠΑ παραμένουν ο μόνος πόλος, ενώ η ΕΕ δεν είναι καν μέρος του δίπολου στο δεύτερο επίπεδο και ακόμα αμφίβολο αν θα μπορέσει να δράσει αποτελεσματικά ως μέρος του τρίτου επιπέδου, του ανταγωνισμού και της συνεργασίας.

Η ΕΕ βρίσκεται σε ένα πολύ-σταυροδρόμι και έχει μπροστά της τις εξής επιλογές και σε σχέση με τις αλλαγές που επιφέρει ο Τραμπ στη διεθνή θέση της:

Α) Να απομονωθεί με αποτέλεσμα στη συνέχεια να αποδιοργανωθεί και να εμφανιστεί πιο ανάγλυφα το μικρομεσαίο μέγεθος όλων των κρατών μελών της.

Β) Να ακολουθήσει τις ΗΠΑ με όρους υποταγής, τόσο λόγω πολιτικής Τραμπ, όσο και της ίδιας αδυναμίας, με έναν «ακραίο» Ατλαντισμό. Ουσιαστικά θα πρόκειται για μια Ευρώπη παράρτημα του Πόλου του πρώτου επιπέδου.

Γ) Νέο-Ντε-Γκωλικά να σχεδιάσει να φτάσει ως τα Ουράλια, με την Ρωσία. Σχέδιο που δεν έχει πολύ ουσία και προοπτική, αλλά και να είχε δεν θα της διασφάλισε την θέση που επιθυμεί εντός αυτής της σχέσης.

Δ)Να αντιτάξει σε τυχόν συμμαχία Ρωσίας – ΗΠΑ (ως αντιστροφή της «Διπλωματίας του Πινγκ-Πονγκ) μια δική της συνεργασία με την Κίνα. Ως τακτική επιλογή ίσως έχει κάποιο νόημα καθότι θα πιέσει τον Τραμπ και την κατά καιρούς, και όχι πάντα, αρνητική του στάση απέναντι στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ως μακρόχρονη πολιτική θα την οδηγούσε σε μια ασύμμετρη σχέση, πιθανά και ανισότιμη, όπου η ίδια θα είχε τον ρόλο του μικρού εταίρου όπως έχει σήμερα με τις ΗΠΑ με άλλες ιστορικές παραδόσεις.

Ε) Τέλος, να αναπτυχθεί με την υπόλοιπη Δύση, με τρόπο ισότιμο αναπτύσσοντας τις χωρητικότητες της ιδιαίτερα ως προς την σκληρή ισχύ, την άμυνά καθώς και την διπλωματία της. Να γίνει, δηλαδή, μια πιο σύνθετη, πολύμορφη, Ένωση με μεγαλύτερη αυτονομία και σχέσεις ανεξαρτησίας εντός του τρίτου επιπέδου με στρατηγική να «ανέλθει» στον δεύτερο επίπεδο ως τρίτος εταίρος. Όμως, για να πετύχει κάτι τέτοιο θα πρέπει να απαλλαγεί από τα αυτοκρατορικά της στοιχεία που παράγουν οι παλιές αποικιοκρατικές δυνάμεις που συνιστούν τα 2/3 των κρατών μελών της, να εκδημοκρατιστεί και να γίνει μια κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη.

Ελπίζω και ελπίζουμε ως κοινότητα διεθνολόγων, λοιπόν, σε μια δημοκρατική, κοινωνικά δίκαιη ανανεωμένη ΕΕ της πέμπτης κατεύθυνσης, αλλά προς το παρόν η ΕΕ τείνει να θυμίζει νησί που βυθίζεται μέσα στις δομικές του αδυναμίες. Σήμερα στο κέντρο της Ευρώπης καταγράφω μια ενίσχυση του νεογκωλισμού, αλλά πάντα ισχυρούς τους ατλαντιστές, ενώ στην Ελλάδα καταγράφω την αντίστροφη τάση.

Η Τουρκία θα θελήσει να λειτουργήσει τραμπικά απέναντί μας

Ασφαλώς το ζήτημα της εδαφικής ακεραιότητας, της αναγνώρισης των συνόρων και των θαλασσιών ζωνών με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερο το Δίκαιο της Θαλάσσης είναι ακρογωνιαίοι λίθοι μιας ελληνικής πολιτικής που αντιπαλεύει τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας και τον Παντουρκισμό της ιδιαίτερα τις πρακτικές του σε Κύπρο αλλά και στην Δυτική Θράκη. Πρέπει να επεξεργαστούμε τα εν δυνάμει σενάρια και εναλλακτικές απαντήσεις.

Όπως ορθά είχε εκτιμήσει ο Μαρξ η ζωή διαθέτει περισσότερη φαντασία από τον κάθε χωριστό άνθρωπο και κράτος παίκτη στην διεθνή πολιτική. Εξασκώντας τον εαυτό μας πνευματικά και αξιοποιώντας την πείρα θα είμαστε σε εγρήγορση και περισσότερο έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μελλοντικά προβλήματα, αλλά και πολλά απρόβλεπτα.

Από αυτή τη σκοπιά είναι απαραίτητη η ουσιαστική συμπαράσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία, στον δημοκρατικό κόσμο της Τουρκίας, στις κοινωνίες των Βαλκανίων. Είναι απαραίτητο να αποκτήσει εκ νέου η χώρα μια βαλκανική πολιτική, μια πολιτική συνεργασίας με τους γείτονές μας και η επικέντρωσή μας στο μεγάλο μας ανατολικό πρόβλημα.

Με την Τουρκία πρέπει να συνομιλούμε, να προσπαθούμε να έχουμε ομαλές σχέσεις. Από την άλλη βρισκόμαστε σε μια εποχή που επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν την κατοχή της Βόρειας Κύπρου και την διχοτόμηση του Αιγαίου. Δεν πρέπει να συγχέομαι διαφορετικά πράγματα. Είναι άλλο πράγμα η προσπάθεια να αναπτύσσεται η συνεργασία μας με την ανατολική γείτονά μας σε καλό κλίμα, και άλλο πράγμα να θεωρούμε ότι μια τέτοια πολιτική σημαίνει και φιλία.

Μη ξεχνάμε ότι η Τουρκία είναι η μόνη χώρα που επικαλείται ανύπαρκτα δικαιώματα από την εποχή της αποικιοκρατικής οθωμανικής αυτοκρατορίας, που δεν αναγνωρίζει ότι η ίδια ως τμήμα αυτής της διαλυμένης αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας δεν έχει δικαιώματα επί άλλων τμημάτων της από όπου ξεπήδησαν σειρά εθνικών κρατών όπως η Κύπρος, η Συρία, το Ιράκ, η Πατρίδα μας, ακόμα και το Κουρδιστάν των συνθηκών των Σεβρών.

Στις νέες συνθήκες που τα εδαφικά ζητήματα και τα σύνορα επανατοποθετούνται και δημιουργείται ένα κλίμα ακόμα και αμφισβήτησής τους. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Η Τουρκία αν δεν προσέξουμε θα θελήσει να λειτουργήσει με μια έννοια τραμπικά απέναντί μας. Καλές σχέσεις ναι, ανόητες αυταπάτες όχι! Σήμερα ο Τουρκικός αναθεωρητισμός και ο παντουρκισμός αποκτούν μια «τραμπική» λειτουργία και στόχευση. Τούτο σημαίνει ότι οι αλλαγές που περιέγραψα και βρίσκονται καθοδόν στην διεθνή πολιτική μπορεί να επηρεάσουν άμεσα την ασφάλεια της Ελλάδας. Σημαίνει ότι η Ελλάδα οφείλει να προσαρμόσει την αποτρεπτική στρατηγική της σε έναν κόσμο όπου ο πόλος των ΗΠΑ ανέχεται – υπό συνθήκες μπορεί και να ευνοήσει - την περιφερειακή αυθαιρεσία και την επιθετικότητα.

Χρειάζεται να μελετήσουμε καλύτερα τα θέματα της Δυτικής Θράκης. Των συμμαχιών μας στην Βαλκανική που έχουν παραμεληθεί. Χρειάζεται, ακόμα, μια σε βάθος στρατηγική για την Ανατολική Μεσόγειο με την αξιοποίηση των συμμαχιών που υπάρχουν, ένας πιο συστηματικός διάλογος με τον Αραβικό κόσμο και ειδικές πολιτικές στήριξης της Κύπρου που οφείλουμε να έχουν μόνιμο χαρακτήρα.

Η εποχή θα είναι δύσκολη για μας. Χρειάζεται μεγαλύτερη αξιοποίηση από την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος του δυναμικού των πανεπιστημιακών τμημάτων Διεθνούς Πολιτικής και Σχέσεων, ιδιαίτερα του δικού μας, του κατά εμέ του πιο αυθεντικού και του καλύτερου στην Ελλάδα. Είμαστε περήφανοι για το τμήμα μας, την επιστημονική και πρακτική παρουσία των καθηγητών του, την εξέλιξη των φοιτητών μας.

* Ο Ν. Κοτζιάς είναι καθηγητής Πολιτικών Θεωριών των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά, και πρώην υπουργός Εξωτερικών

Από την πρόσφατη ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Πειραιά (ΠΑΠΕΙ) με τίτλο: «Αλλαγές στο διεθνές σύστημα, οι ΗΠΑ του Τραμπ και η Ελληνική Διπλωματία»

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Γιατί οι Ισραηλινοί στρέφονται στην Κύπρο;

Η Κύπρος μπορεί να γίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα «Plan B» απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νέας επιδείνωσης της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.

Το Δίστομο δείχνει το δρόμο σε Κίνα και Ν. Κορέα

Η νομική σύνδεση ανάμεσα σε Δίστομο – Κίνα – Γερμανία – Ιαπωνία – Νότια Κορέα, στο μαύρο φόντο των εγκλημάτων του Αξονα

Τα «Δεν» της Σωτηρίας Μπέλλου

Μπέλλου: «Μ' αρέσουν οι ντόμπρες κουβέντες και οι ντόμπροι άνθρωποι. Σιχαίνομαι όσους προσπαθούν να κολακέψουν. Εγώ ήμουν πάντα η απλή Σωτηρία και δε σηκώνω ψευτιές και υποκρισίες»

Προς τι ο «έρωτας» Τραμπ για τη Λευκορωσία;

Γιατί οι ΗΠΑ δίνουν τόσο μεγάλη σημασία και δείχνουν ... σεβασμό στη Λευκορωσία; Τι θέλει η Ουάσιγκτον από το Μινσκ;

“Don’t send your sons to finish what the politicians starts”

Ο πόλεμος με το Ιράν ανέδειξε και τις αδυναμίες όλων των εμπλεκόμενων και για κάποιους εξ αυτών, ίσως την παρακμή τους