Εντονες αντιδράσεις στην Κύπρο και διεθνώς, έχει προκαλέσει το Λονδίνο, το οποίο, αυτή την περίοδο, συμπεριφερόμενο ως αποικιοκρατική δύναμη, ούτε καν μπαίνει στον κόπο να ενημερώνει τη Λευκωσία εάν εμπλέκεται στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Κάτι που προκαλεί φόβους για στοχοποίηση της Κύπρου, όπως φάνηκε από τις πρόσφατες επιθέσεις με drones μόνο κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι.
Ηδη, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εγείρουν θέμα απομάκρυνσης των βρετανικών βάσεων, ή το λιγότερο επαναδιαπραγμάτευσης της συμφωνίας για παραχώρηση εδαφών της Κύπρου υπό βρετανική κυριαρχία, όπως είναι οι βάσεις. Χαρακτηρίζουν, δε, όπως ο πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Γιαννάκης Ομήρου, σαν κατάλοιπο της εποχής της αποικιοκρατίας την απόσπαση κυπριακού εδάφους, και ζητούν την επιστροφή τους στην Κύπρο. Να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο της επίλυσης του Κυπριακού, κανονικά θα έπρεπε στο τραπέζι της πενταμερούς διαπραγμάτευσης (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία, ως εγγυήτριες δυνάμεις, και Κύπρος, κατεχόμενα) να τίθεται και το θέμα των εδαφών που κατέχει η Βρετανία.
Παρ’ ότι η Βρετανία είναι εγγυήτρια δύναμη «ασφαλείας», βάσει της επαίσχυντης συμφωνίας εγγυήσεων την οποία χρησιμοποίησε η Τουρκία ως πρόσχημα για την εισβολή της και την επικαλείται έως σήμερα, το Λονδίνο ούτε καν κούνησε το δακτυλάκι του για να αποτρέψει τον Αττίλα, ενώ διαχρονικά έχει επιδείξει σαφώς φιλοτουρκική στάση. Τώρα, δε, εξαιτίας των βάσεών του και της εμπλοκής του στο Μεσανατολικό, θέτει και πάλι σε κίνδυνο την ασφάλεια της Κύπρου.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αν και εγγυήτρια δύναμη η Ελλάδα, ούτε καν ασχολείται με την απαράδεκτη στάση του Λονδίνου έναντι της Κύπρου. Σπεκουλάρει επικοινωνιακά με την αποστολή στρατιωτικών μέσων (πλοίων και αεροσκαφών) στην Κύπρο με αφορμή τον πόλεμο κατά του Ιράν και τις επιθέσεις στις βρετανικές βάσεις, αλλά ούτε καν διαμαρτύρεται για την αποστολή τουρκικών F-16 στα κατεχόμενα εδάφη. Το ίδιο κάνουν και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες, με πρώτη τη Γαλλία, στέλνουν ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις στην Κύπρο για την «προστασία» της από το Ιράν, αλλά ούτε καν καταδικάζουν την απειλή της μεγαλονήσου από την Τουρκία.
Δεν ακούστηκε ούτε μια καταγγελία από την Αθήνα, την ΕΕ και κράτη – μέλη της σε βάρος της Τουρκίας, η οποία επιχειρεί να «νομιμοποιήσει» την κατοχική στρατιωτική παρουσία της στην Κύπρο, με την αποστολή των μαχητικών αεροσκαφών της, επικαλούμενη και αυτή την «προστασία» του πληθυσμού των κατεχομένων κυπριακών εδαφών. Αραγε, για όλους αυτούς, το μείζον πρόβλημα είναι κάποια drones του Ιράν ή της Χεζμπολάχ, αλλά όχι τα F-16 του εισβολέα στη βόρεια Κύπρο που κατέχει έδαφος χώρας – μέλους της ΕΕ;
Πάντως, μια ενδιαφέρουσα διάσταση της βρετανικής παρουσίας στην Κύπρο, δίνουν οι αναφορές του Κύπριου δημοσιογράφου, και πολλάκις σε διευθυντικές θέσεις εφημερίδων, Ανδρέα Παράσχου, ο οποίος επιμένει ότι στις βρετανικές βάσεις εξακολουθούν να είναι αποθηκευμένες πενήντα πυρηνικές κεφαλές. Μέσα, τα οποία είναι ενταγμένα στους πυρηνικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ.
Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του πρώην αξιωματούχου του αμερικανικού Πενταγώνου, Μάϊκλ Ρούμπιν (Michael Rubin), γνωστού για τις σκληρές θέσεις του έναντι της Αγκυρας και υπέρ του Ισραήλ, ο οποίος εκφράζεται υπέρ της απομάκρυνσης των Βρετανών από την Κύπρο και τονίζει ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να θεωρούν το Ηνωμένο Βασίλειο κατοχική δύναμη στην Κύπρο — δίπλα στην Τουρκία».
Κατάλοιπο της αποικιοκρατίας
Ενδεικτικό του προβληματισμού που αναπτύσσεται στην Κύπρο, είναι το άρθρο του Γιαννάκη Ομήρου. Σε αυτό αναφέρει τα εξής:

Ο κίνδυνος από την παρουσία των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο είναι θανάσιμος: Η Κυπριακή Κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί αποφασιστικά για τον τερματισμό της Βρετανικής αποικιοκρατικής παρουσίας.
Η επίθεση με Drones εναντίον της Βρετανικής Βάσης του Ακρωτηρίου αποδεικνύει περίτρανα το θανάσιμο κίνδυνο που συνιστά η παραμονή των καταλοίπων της αποικιοκρατίας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατία.
Από τα όσα έχουν γίνει γνωστά οι Βρετανικές βάσεις στην Κύπρο έχουν ενεργό συμμετοχή στις πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις η Βρετανία ούτε ενημέρωσε ούτε επιδίωξε κάποιας μορφή συναίνεση της Κυπριακής Δημοκρατία.
Προβάλλεται κατά καιρούς η άποψη ότι οι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο είναι «κυρίαρχες» και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται οποιαδήποτε ενημέρωση ή πολύ περισσότερο εξασφάλιση συγκατάθεσης από την Κυβέρνηση για την όποια χρήση τους.
Το πρώτο που θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι οι στρατιωτικές βάσεις των Βρετανών στην Κύπρο, όπως και άλλες παρόμοιες βάσεις πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων σε πρώην αποικίες σε άλλες περιοχές του κόσμου, με βάση επανειλημμένες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ είναι παράνομες, αφού αποτελούν κατάλοιπα αποικισμού (vestiges of colonialism).
To δεύτερο, εξόχως σημαντικό ανεξάρτητα από το παράνομο της Βρετανικής παρουσίας με βάση τη συλλογική βούληση των Εθνών, είναι ότι η Βρετανία, με βάση σχετικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ρητώς στα πλαίσια της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης ή που προκύπτουν από τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου θα πρέπει:
α) Να έχει πλήρη συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία
β) Να αποδέχεται ότι η Συνθήκη εγκαθίδρυσης -όπως και κάθε άλλη διεθνής συνθήκη- θα πρέπει να ερμηνεύεται καλόπιστα και κατά τρόπο που δεν οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα. Είναι προφανές ότι για την χρήση των στρατιωτικών της βάσεων ως ορμητηρίου για επιθέσεις εναντίον τρίτης χώρας, η Βρετανία οφείλει όχι μόνο να ενημερώνει τη νόμιμη Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και να λαμβάνει τη συγκατάθεση της, δεδομένου ότι υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος εμπλοκής της Κύπρου σε πολεμική σύρραξη.
γ), Σε ότι αφορά το θέμα της λεγόμενης κυριαρχίας των Βρετανικών βάσεων. Οι Βάσεις δεν είναι κυρίαρχες όχι μόνο για κατάδηλα και αυτόδηλα πολιτικούς λόγους αφού κάτι τέτοιο συγκρούεται με την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους πλήρους μέλους του ΟΗΕ. Οι ίδιοι οι Βρετανοί, μέσα από επίσημα έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας και του Γραφείου Αποικιών και τα οποία έχουν αποδεσμευθεί από χρόνια, ουσιαστικά παραδέχονται ότι δεν τίθεται θέμα κυριαρχίας, παρά το ότι δεν αναμένεται ότι θα δηλώσουν δημοσίως κάτι τέτοιο.
δ) Η Βρετανία έχει παραβιάσει κατάφωρα τις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης, Εγγυήσεως και Συμμαχίας, κι αυτό, αφού δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την παρεμπόδιση της τουρκικής εισβολής και στη συνέχεια της τουρκικής κατοχής σε βάρος της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας τη Κύπρου. Επίσης κανένα μέτρο δεν έλαβε για τη ανατροπή της ανακήρυξης «ανεξάρτητου κράτους» στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου.
Τέλος, υπάρχει η άρνηση της Αγγλικής Κυβέρνησης να εκπληρώσει ρητή νομική της υποχρέωση για καταβολή ανά πενταετία τα οφειλόμενα ποσά προς την Κυπριακή Δημοκρατία, για κάθε πενταετία μετά το 1965. Πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης για την οποία, όπως επανειλημμένα απαίτησε η Βουλή των Αντιπροσώπων με ομόφωνα ψηφίσματα, η Κυπριακή Κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί με όλα τα προσφερόμενα νομικά μέσα.
Όταν η αλαζονεία της ισχύος και η συνεχής άρνηση εκπλήρωσης στοιχειωδών συμβατικών υποχρεώσεων είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της βρετανικής συμπεριφοράς, το καθήκον μας δεν είναι ούτε η αβροφροσύνη ούτε η αιδήμων σιωπή. Λόγοι στοιχειώδους κρατικής αυτοάμυνας επιβάλλουν ανάλογη αντίδραση.
Η αλαζονική χρήση των Βρετανικών βάσεων στην επίθεση εναντίον του Ιράν, κατά πλήρη παραγνώριση της κυπριακής Δημοκρατίας, υπήρξε μια ακόμα ενέργεια «μέθης και υπεροψίας» της Βρετανίας και υποτίμησης και περιφρόνησης του Κυπριακού κράτους. Η δε επίθεση με Drones εναντίον της Βρετανικής βάσης Ακρωτηρίου καταδεικνύει, το πόσο θανάσιμο κίνδυνο συνιστά η παρουσία των στρατιωτικών βάσεων της Βρετανίας για τον Κυπριακό λαό.
Μετά και την ιστορική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την απομάκρυνση των Βρετανικών βάσεων από το κράτος του Μαυρικίου, που ισχύει erga omnes έναντι πάντων – και άρα και της Κύπρου – τι αναμένει η Κυπριακή Κυβέρνηση για να κινηθεί αποφασιστικά για τον τερματισμό της Βρετανικής αποικιοκρατικής παρουσίας στην Κύπρο;
Πυρηνικά όπλα στην Κύπρο;

Από τη μεριά του, ο Κύπριος δημοσιογράφος, Ανδρέας Παράσχος, αναφερόμενος στον ρόλο των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, γράφει:
Στις 4.03.2026 έγραψα ότι όλοι όσοι σπεύδουν να θωρακίσουν την Κύπρο με φρεγάδες και μαχητικά, δεν το κάνουν γιατί μας αγαπούν αλλά επειδή μετά το χτύπημα με drone στο Ακρωτήρι, το ΝΑΤΟ ταρακουνήθηκε καθότι κινδύνευσε η μεγαλύτερη πυρηνική του βάση στην Ανατολική Μεσόγειο. Ξέρω ότι είναι βαριά ως είδηση και πολλοί αυτόκλητοι ειδήμονες έσπευσαν να με κρίνουν και να με επικρίνουν.
(…) Στις 13.08.2024 είχε γράψει πως είναι λυπηρό να μην αντιλαμβάνονται οι πολιτικοί μας ταγοί ότι οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί μάζεψαν τα πανίσχυρα πλωτά τους οχυρά, στα νερά της Κύπρου διότι είναι πρωτίστως και νερά του Ισραήλ. Ακόμα, και τα δικά μας νερά είναι εξίσου σημαντικά διότι στο Ακρωτήρι υπάρχουν και 50 και πλέον «άκρως ευαίσθητα» όπλα, που πρέπει να προστατευτούν. Κι όσο αυτά προστατεύονται αποτελεσματικά, μαζί τους –δυστυχώς- προστατευόμαστε κι εμείς. Διότι είμαστε αναλώσιμοι καθώς τίποτε δεν έχουμε να προσφέρουμε εκτός από τις βάσεις, τα λιμάνια και τα αεροδρόμια μας.
(…) Επίσης, στις 19.01.2025 είχα γράψει ότι, όπως ενημέρωσε η αμερικανική πλευρά την κυπριακή στην Ουάσιγκτον, φροντίζουν να μας διασφαλίσουν, πολύ βασικά εργαλεία πολιτικής και οικονομικής δραστηριότητας και βιωσιμότητας, με αντίτιμο ένα αυτονόητο κωδικό ελέγχου. Διότι στη χώρα μας υπάρχει μια σπουδαία νατοϊκή βάση, αυτή του Ακρωτηρίου με πανίσχυρα όπλα και προώρισθαι να προστεθεί και ένα πανίσχυρο και πολύ προσοδοφόρο αμερικάνικο project που συνίσταται στα παρακάτω: Αμερικανική βάση στην Πάφο. Γαλλική ναυτική βάση στο Μαρί. Τουρκική βάση στην Καρπασία. Λύση στο πλαίσιο ενός νατοϊκού συστήματος ασφάλειας έστω κι αν δεν θα είμαστε εντός ΝΑΤΟ. Το μεγάλο στοίχημα για την Ουάσιγκτον τώρα, είναι αυτό που οικοδομείται στην Κύπρο, να διαχυθεί ομαλά στην Τουρκία. Έτσι ώστε τα οφέλη της Άγκυρας, που θα είναι πολύ περισσότερα από ότι της Κύπρου, να αντισταθμίζουν την απώλεια της κατοχής και να γέρνουν την τουρκική πλάστιγγα προς τη Δύση.
Η Βρετανία κατοχική δύναμη στην Κύπρο, όπως η Τουρκία

Ο Μάϊκλ Ρούμπιν, συνεργάτης του American Enterprise Institute, με ειδίκευση σε χώρες της Μέσης Ανατολής, ιδιαίτερα στο Ιράν και την Τουρκία, και πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου, με εμπειρία στο Ιράν, την Υεμένη και το Ιράκ, καθώς και τους Ταλιμπάν πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, έγραψε πως «ήρθε η ώρα να αποχωρήσουν οι βρετανικές δυνάμεις από την Κύπρο». Αναλυτικότερα, ο ίδιος σημείωσε τα εξής:
Το Ηνωμένο Βασίλειο ανέλαβε τον έλεγχο της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877–1878 και το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878. Τυπικά, η βρετανική παρουσία ξεκίνησε ως μίσθωση, ενώ η κυριαρχία παρέμενε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία αναζητούσε βρετανική προστασία απέναντι στη ρωσική επεκτατικότητα.
Λίγο μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως, το Λονδίνο προσάρτησε επίσημα την Κύπρο. Ύστερα από τη σύντομη ένοπλη εξέγερση της ΕΟΚΑ και τις διαπραγματεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Λονδίνο και τη Ζυρίχη με τη συμμετοχή της Βρετανίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας και εκπροσώπων των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της στις 16 Αυγούστου 1960. Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε την πλήρη κυριαρχία του στις περιοχές του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας.
Το άρθρο 1 της Συνθήκης που αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας όριζε ότι το έδαφος του νέου κράτους θα περιλάμβανε ολόκληρο το νησί και τα παρακείμενα νησιά, «με εξαίρεση» τις δύο περιοχές που καθορίστηκαν ως Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας. Η πρόβλεψη αυτή θεωρήθηκε προσβλητική από πολλούς Κυπρίους, ωστόσο, μπροστά στην προοπτική της ανεξαρτησίας, προτιμήθηκε η λύση του εφικτού αντί της αναζήτησης του ιδανικού.
Την περίοδο εκείνη το Ηνωμένο Βασίλειο παρέμενε ακόμη σημαντική παγκόσμια δύναμη, έστω και σε φάση σταδιακής παρακμής. Πολλά αραβικά κράτη του Κόλπου βρίσκονταν ακόμη υπό βρετανική προστασία ή αποικιακή διοίκηση, ενώ η Νότια Υεμένη ήταν επίσης υπό βρετανικό έλεγχο. Οι βάσεις στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια λειτουργούσαν ως κρίσιμοι κόμβοι υποστήριξης για τις βρετανικές στρατιωτικές και πολιτικές δραστηριότητες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Στις 16 Ιανουαρίου 1968, ο τότε πρωθυπουργός της Βρετανίας Χάρολντ Ουίλσον δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι «η ασφάλεια της χώρας μας βρίσκεται πρωτίστως στην Ευρώπη και πρέπει να βασίζεται στη Βορειοατλαντική Συμμαχία». Με τη δήλωση αυτή ξεκίνησε ουσιαστικά η βρετανική αποχώρηση από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις «ανατολικά του Σουέζ». Στη Μέση Ανατολή, η διαδικασία αυτή οδήγησε στη μεταβίβαση πολλών βρετανικών βάσεων στον Περσικό Κόλπο σε αμερικανικές δυνάμεις, καθώς και στην ανεξαρτησία αρκετών κρατών της περιοχής.
Ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών Χένρι Κίσινγκερ δεν είχε αντίρρηση να διατηρήσει η Βρετανία την παρουσία της στην Κύπρο. Για τον ίδιο, η κυπριακή κυριαρχία δεν αποτελούσε πρωτεύον ζήτημα — κάτι που φάνηκε και από τη στάση του κατά την τουρκική εισβολή του 1974. Η λογική του ήταν καθαρά ρεαλπολιτίκ.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση αποτελούσε τον βασικό αντίπαλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν η Βρετανία μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω των βάσεών της στην Κύπρο, αυτό θεωρούνταν θετικό. Άλλωστε, το σοβιετικό ναυτικό διατηρούσε την 5η Επιχειρησιακή Μοίρα του με βάση τη Σεβαστούπολη, η οποία δραστηριοποιούνταν στην Ανατολική Μεσόγειο και αποτελούσε διαρκή πρόκληση για τον 6ο Στόλο των ΗΠΑ.
Όσο η Βρετανία χρησιμοποιούσε τις βάσεις στην Κύπρο για να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, το ζήτημα της κυριαρχίας τους παρέμενε σε δεύτερο πλάνο. Η κατάσταση αυτή άλλαξε μετά το Brexit, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση — της οποίας μέλη είναι τόσο η Ελλάδα όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Η απόφαση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ να εγκαταλείψει τις βρετανικές αξιώσεις στα νησιά Τσάγκος, ανεξαρτήτως κινήτρων, δημιούργησε νέες συζητήσεις λόγω των εμφανών παραλληλισμών με το καθεστώς των Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων στην Κύπρο.
Εφόσον ο Στάρμερ αρνείται να επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη χρήση των βάσεων στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια και, σε αντίθεση με τη Γαλλία, δεν προχωρά ούτε στην αποστολή αεροπλανοφόρου στην Ανατολική Μεσόγειο ούτε στην αντιμετώπιση της παράνομης ανάπτυξης τουρκικών F-16 στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο, τίθεται πλέον το ερώτημα αν υπάρχει πραγματικός στρατηγικός λόγος για να διατηρεί η Βρετανία αυτή την αποικιακή παρουσία στο νησί.
Το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν επισκέφθηκε την Κύπρο για να εκφράσει την υποστήριξή του, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός δεν το έπραξε, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την εντύπωση.
Ο αμερικανικός στρατός διαθέτει εγκαταστάσεις αναψυχής σε διάφορα σημεία του κόσμου για την ξεκούραση του προσωπικού του. Σήμερα, ένας βρετανικός στρατός που βρίσκεται σε φάση συρρίκνωσης φαίνεται να αντιμετωπίζει τις βάσεις στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια σχεδόν ως έναν τέτοιο χώρο αναψυχής.
Αυτό, όμως, δεν ήταν ποτέ ο σκοπός ύπαρξής τους — και η Κύπρος δεν θα έπρεπε να το αποδέχεται. Αν η κυπριακή κυβέρνηση δυσκολεύεται να το διατυπώσει ανοιχτά για διπλωματικούς λόγους, τότε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο θα έπρεπε να το πουν ξεκάθαρα: περισσότερα από εξήντα πέντε χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, έχει φτάσει η ώρα να αποχωρήσουν οι βρετανικές δυνάμεις. Δεν είναι πλέον επιθυμητές. Δεν είναι πλέον αναγκαίες.
Το Ακρωτήρι και η Δεκέλεια θα πρέπει να αποτελούν αποκλειστικά κυρίαρχο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως κάθε σπιθαμή του νησιού — από το Ακρωτήριο Αρναούτης έως τη Ριζοκάρπασο. Οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις δεν χρειάζεται να κλείσουν· οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να μισθώσουν εγκαταστάσεις και κατοικίες πληρώνοντας ενοίκιο, όπως συμβαίνει σε βάσεις όπως η Ρότα στην Ισπανία ή η Σούδα στην Ελλάδα.
Ένα πράγμα, όμως, δεν θα πρέπει πλέον να αμφισβητείται: οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να θεωρούν το Ηνωμένο Βασίλειο κατοχική δύναμη στην Κύπρο — δίπλα στην Τουρκία.



