Ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει αποφασισμένος να κλείσει το κεφάλαιο του πολέμου με το Ιράν που τελικά δημιούργησε για τις ΗΠΑ περισσότερα προβλήματα απ’ όσα υποτίθεται ότι θα έλυνε. Το μνημόνιο κατανόησης με την Τεχεράνη μπορεί πράγματι να παγώσει τον πόλεμο για τις επόμενες 60 ημέρες και να ανοίξει τον δρόμο για ουσιαστικότερες διαπραγματεύσεις. Ομως ο λογαριασμός της σύγκρουσης δεν εξαφανίζεται επειδή η Ουάσιγκτον αποφάσισε να αλλάξει σελίδα.
Και το σημαντικότερο είναι ότι ο λογαριασμός αυτός δεν οδηγεί σε αναθεώρηση της αμερικανικής στρατηγικής. Αντίθετα, χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη συνέχισή της. Ο πόλεμος με το Ιράν αποκάλυψε ότι η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ είναι ακριβότερη, πιο εύθραυστη και πιο εξαρτημένη από την πολεμική βιομηχανία απ’ όσο εμφανιζόταν μέχρι σήμερα. Η απάντηση της κυβέρνησης Τραμπ όμως δεν είναι η αναζήτηση μιας διαφορετικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι η απαίτηση για περισσότερα χρήματα, περισσότερα όπλα και ακόμη μεγαλύτερη παραγωγική κινητοποίηση των αμυντικών κολοσσών.
Στο Ιράν, οι ανθρώπινες και υλικές απώλειες είναι ήδη τεράστιες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μεταδίδονται, τουλάχιστον 3.468 άνθρωποι σκοτώθηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων, ενώ οι επιθέσεις έπληξαν κρίσιμες υποδομές, γέφυρες, εργοστάσια, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, αλλά και σχολεία και νοσοκομεία. Η ανοικοδόμηση αναμένεται εξαιρετικά δαπανηρή, με τις ΗΠΑ να δηλώνουν στο πλαίσιο της συμφωνίας ότι θα συνεργαστούν με περιφερειακούς εταίρους για τη δημιουργία ταμείου ανασυγκρότησης 300 δισ. δολαρίων.
Στην Ουάσιγκτον όμως η συζήτηση κινείται ήδη αλλού. Ο Τραμπ ζητά σχεδόν 1,5 τρις δολάρια σε στρατιωτικές δαπάνες και ταυτόχρονα πιέζει το Κογκρέσο για ένα πρόσθετο πακέτο 350 δισ. δολαρίων. Το επιχείρημα είναι γνωστό: τα αποθέματα πυραύλων και προηγμένων πυρομαχικών πρέπει να αναπληρωθούν γρήγορα, η βιομηχανική βάση πρέπει να ενισχυθεί, οι αλυσίδες εφοδιασμού πρέπει να προστατευθούν.
Ο Τραμπ ενεργοποίησε τον Νόμο για την Αμυντική Παραγωγή (Defense Production Act) του 1950, ο οποίος παρέχει στον πρόεδρο ευρείες εξουσίες να κατευθύνει ή να υποχρεώνει ιδιωτικές εταιρείες να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που θεωρούνται αναγκαία για την εθνική άμυνα. Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υπάρχουν συνθήκες που μπορεί να απειλήσουν άμεσα την εθνική άμυνα και ετοιμότητα των ΗΠΑ, από τις εύθραυστες εφοδιαστικές αλυσίδες μέχρι την περιορισμένη δυνατότητα αντικατάστασης πυραύλων και πυρομαχικών.
Στην πράξη, η ίδια η πολεμική εμπλοκή που παρουσίαζε η Ουάσιγκτον ως επίδειξη ισχύος μετατρέπεται τώρα σε απόδειξη αδυναμίας. Τα αμερικανικά οπλοστάσια πιέστηκαν, οι ιρανικές αμυντικές δυνατότητες υποτιμήθηκαν και η άμυνα του Ισραήλ απέναντι στις επιθέσεις του Ιράν αποδείχθηκε εξαιρετικά δαπανηρή για τις ΗΠΑ. Η διαπίστωση δεν οδηγεί όμως σε αναδίπλωση της αμερικανικής στρατηγικής αλλά σε νέο γύρο χρηματοδότησης.
Και εδώ βρίσκεται τελικά το παράδοξο. Αντί, η αρνητική έκβαση του πολέμου να οδηγήσει σε στροφή, να λειτουργεί τελικά ως μηχανισμός αναπαραγωγής της ίδιας πολιτικής. Ο πόλεμος αποκαλύπτει ελλείψεις, οι ελλείψεις βαφτίζονται απειλή για την εθνική ασφάλεια και η απάντηση είναι νέες παραγγελίες όπλων. Ετσι ο πόλεμος δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τον επόμενο κύκλο εξοπλισμών.
Η χρυσή εποχή των αμυντικών συμβολαίων

Οι μεγάλοι κερδισμένοι είναι ήδη γνωστοί. Η Lockheed Martin, η RTX, η Boeing, η General Dynamics και η Northrop Grumman κυριαρχούν εδώ και χρόνια στις συμβάσεις του Πενταγώνου. Σύμφωνα με το Costs of War Project του Πανεπιστημίου Brown, την περίοδο 2020-2024 οι πέντε μεγαλύτερες εταιρείες έλαβαν συνολικά 771 δισ. δολάρια σε συμβόλαια του Πενταγώνου. Μόνο η Lockheed Martin πήρε 313 δισ. δολάρια, η RTX 145 δισ., η Boeing 115 δισ., η General Dynamics 116 δισ. και η Northrop Grumman 81 δισ.
Την ίδια περίοδο, οι ΗΠΑ δαπάνησαν μόλις 356 δισ. δολάρια για διπλωματία, αναπτυξιακή βοήθεια και ανθρωπιστικά προγράμματα. Λίγο μετά την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, η USAID αποδιαρθρώθηκε και τα ανθρωπιστικά προγράμματα περικόπηκαν δραστικά. Οι κοινωνικές και διεθνείς δαπάνες αντιμετωπίζονται ως βάρος. Οι στρατιωτικές δαπάνες ως αναπόφευκτη ανάγκη.
Η πολιτική αντίφαση είναι εμφανής και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο έχουν ήδη προχωρήσει σε περικοπές στην υγεία, στη διατροφική βοήθεια και στη διεθνή ανθρωπιστική στήριξη, την ώρα που αυξάνουν τις δαπάνες για πολέμους στο εξωτερικό, περικόπτουν κοινωνικές δαπάνες στο εσωτερικό υιοθετώντας παράλληλα δρακόντεια μέτρα κατά της μετανάστευσης. Τώρα ζητούν νέο πακέτο εκατοντάδων δισεκατομμυρίων για την πολεμική μηχανή.
Ποιος πληρώνει τον πόλεμο στο Ιράν
Οι Αμερικανοί πολίτες καλούνται έτσι να δεχθούν λιγότερη κοινωνική προστασία για να χρηματοδοτηθεί μια πολιτική που ήδη τους κοστίζει. Ο πόλεμος με το Ιράν δεν επιβάρυνε μόνο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Η αναταραχή στα Στενά του Ορμούζ και οι πιέσεις στις αγορές ενέργειας και λιπασμάτων μεταφράστηκαν σε αυξημένες τιμές καυσίμων και τροφίμων. Σύμφωνα με το Costs of War, το πρόσθετο κόστος καυσίμων για τους Αμερικανούς καταναλωτές ξεπέρασε τα 40 δισ. δολάρια, δηλαδή περισσότερα από 300 δολάρια ανά νοικοκυριό.
Αυτή είναι η πραγματική συνέχεια του πολέμου. Οχι μόνο τα συντρίμμια που άφησαν πίσω τους οι βομβαρδισμοί, αλλά η οικονομική και πολιτική δομή που επιβραβεύει τη σύγκρουση ακόμη και όταν αυτή παρουσιάζεται ως τελειωμένη υπόθεση. Η συμφωνία με το Ιράν μπορεί να σταματήσει προσωρινά τις βόμβες. Δεν σταματά όμως τη λογική που τις παρήγαγε.
Η Ουάσιγκτον δεν βγαίνει από τον πόλεμο αναζητώντας διαφορετικό δρόμο. Βγαίνει ζητώντας περισσότερα χρήματα για την ίδια διαδρομή. Και αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν η εκεχειρία τελικά αντέξει, ο λογαριασμός δεν θα είναι το τέλος της ιστορίας. Θα είναι το επιχείρημα για τον επόμενο γύρο εξοπλισμών.



