Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *

«Μην θεωρήσετε ότι πιστεύω σε μια μελλοντική βελτίωση της ανθρωπότητας, αυτού του γλοιώδους τέρατος με τα πολλά κεφάλια. Μήπως όμως μπορεί κάτι να αλλάξει στην ανθρωπότητα, αν πάψουμε να της επαναλαμβάνουμε ότι έχει πάρει κάποιο μυστήριο μονοπάτι, ενώ είναι ολοφάνερο ότι δεν κάνει τίποτε άλλο από το να γυρνά γύρω από τον εαυτό της;», έγραφε ο Στέφαν Τσβάιχ (συγγραφέας και των «Μεγάλων στιγμών της ανθρωπότητας»).
Αμφιβάλλετε ότι η Ιστορία γράφεται με τις λεπτομέρειες που προχωρούν τα πράγματα και τα κάνουν… κύκλο ώστε να «γυρίσουν γύρω από τον εαυτό της»; Τόσο που όλα, ακόμη και τα πιο παλιά, να φαίνονται σαν να αφηγούνται το Σήμερα;
Τούτη η λεπτομέρεια της Ιστορίας, που λέω να αφηγηθώ σήμερα, μάς γυρνάει 125 ακριβώς χρόνια πίσω. Όταν γεννήθηκε μία από τις πρώτες – και πρωτοπόρους – Ελληνίδες συγγραφείς, φεμινίστριες και λαογράφους της Ζάκυθος και των Επτανήσων. Η Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου (1900-1962). Προηγήθηκαν, η Ελισάβετ Μουτζάν -Μαρτινέγκου (1801-1832) και η Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941).
Εννοώ, εκείνη τη γυναίκα που μίλησε από τις πρώτες, τολμηρά, για φεμινισμό σε ανδροκρατούμενη εποχή (το 1920!). Που, αν και αριστοκρατικής καταγωγής, υπερασπίστηκε τους ποπολάρους κόντρα στα σουσούμια των «ευγενών» αρχόντων. Που ύμνησε την, κατακριτέα τότε, γυναικεία εργασία.
Που έσκυψε και «κοίταξε», στοργικά, τα αγριολούλουδα, τα παραμύθια και τις δοξασίες. Που έπλασε τη βιογραφία (και ένα θεατρικό, που εκδόθηκε από το γιό της, μετά την αποδημία της) για τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, για τον οποίο φώτιζε ότι «η μάνα του, λαϊκής καταγωγής, με τα ελληνικά της νανουρίσματα και τα δημοτικά που του έλεγε, του φύτεψε τις ρίζες της γλώσσας του λαού από τα πρώτα βήματα της ζωής του».
Αλλά βιογράφησε και τον ποιητή του «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία» Ανδρέα Κάλβο. Και τον Ιάκωβο Λεοπάρντι, τον οποίο έβλεπε ως «μεγάλο ποιητή του παγκόσμιου πόνου και μεγάλο σοσιαλιστή». Αυτά δε, αν και όχι επισήμως σπουδαγμένη, αλλά «δασκαλεμένη» κατ’ οίκον από τον Κερκυραίο δάσκαλο και μέντορά της, λόγιο και ιστοριοδίφη Σπυρίδωνα Δε Βιάζη.
Εκείνη που ρίχτηκε στη μάχη για το δημοτικισμό, έβαλε τα θεμέλια για τον ορίζοντα τεκμηρίωσης του περίφημου «ρεμπελιού των ποπολάρων» (την εξέγερση του 1628 στη Ζάκυνθο, που πνίγηκε στο αίμα), πρότεινε και επέτυχε την πρώτη Έκθεση Βιβλίου το 1933, συνέλεξε τα μικρά άνθη της λαογραφίας και κατέδειξε πως εισχωρούν, καθοριστικά, στην ζωή και στην Ιστορία…
Δεν είναι λίγα όλα αυτά. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του πολύτιμου αρχείου της χάθηκε στη σεισμοπυρκαγιά του 1953, ακόμη και τα εναπομείναντα γραπτά της, καταχωρισμένα σε έντυπα, εφημερίδες και σε πάμπολλες μελέτες που βασίστηκαν στο έργο της (όχι μόνον στα Επτάνησα) μάς λένε πολλά για αυτή τη «λεπτομέρεια» της Ιστορίας, γένους θηλυκού, που έγραψε ιστορία.
Ας απανθίσουμε μερικά από τα κατορθώματα της «Χειραφετημένης» (και άλλοτε «Επτανήσιας»), όπως υπέγραφε με ψευδώνυμα, παρακινημένη από τη δεύτερη μέντορά της, τη σημαντικότατη για το Γυναικείο Κίνημα στην Ελλάδα, Καλλιρρόη Παρρέν:
Στα 21 της – 11 χρόνια αφότου είχε ήδη δημοσιευθεί το πρώτο της κείμενο στην επιθεώρηση «Η Διάπλασις των Παίδων» (που αργότερα διηύθυνε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος)! – τόλμησε να εκδώσει το φεμινιστικό περιοδικό «Εύα Νικήτρια», σαν όργανο του Παραρτήματος Λυκείου Ελληνίδων (κορωνίδα του μαχητικού έργου της Παρρέν, που λέγαμε), που έκλεισε δυο χρόνια μετά.
Όπως το είχε θέσει, εγγράφως, ο λογοτέχνης, ιστορικός (κόντε) Νίκιας Λούντζης: «Όταν μια εικοσάχρονη, γύρω στα 1920 ασχολείται με την “ποιητική τέχνην του Οράτιου”, με τις “Γυναίκες εις την Ιταλικήν Αναγέννησιν” και εκδίδει το περιοδικό “Εύα Νικήτρια” αντιμετωπίζεται, ακόμα και από την πολιτισμένη κοινωνία της Ζακύνθου, σαν φέρελπις μεν νέα, αλλά και σαν… επαναστάτρια».
Παντρεύεται το 1925 το νομικό και λόγιο Ζακυνθινό Σπύρο Μινώτο και, μαζί, οργανώνουν τις γιορτές για τα 100χρονα από το θάνατο του περίφημου Ελληνοϊταλού ποιητή Ούγου Φόσκολου και την έκδοση του «Λευκώματος για τον Φόσκολο», το 1927, όπου η ίδια επισημαίνει: «Ο Φόσκολος, γράφει, απογοητεύεται για την εποχή του που παρασημοφορεί τραγουδιστές ευνούχους, είναι πεσιμιστής γιατί ο κόσμος δεν είναι γίγαντας, όπως τον θέλει η ελληνική φαντασία του… ένας πεσιμισμός αλλιώτικος, όχι σαν τον αρρωστημένο εκείνων, που κλαίνε αδιάκοπα για τη ζωή και ζητούν αδιάλλαχτα ως μόνη λύση το θάνατο...» (οποίες ομοιότητες με το σήμερα…).
Προχώρησαν δε, μαζί, και στην έκδοση του «Μηνιαίου φιλολογικού και καλλιτεχνικού» περιοδικού, «Ιόνιος Ανθολογία», που διηύθυνε αρχικά στη Ζάκυνθο η Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου. Για να μετακομίσουν το 1930, μαζί με την «Ανθολογία», στην Αθήνα.
«Ήταν η πρώτη ζακυνθινή λαογράφος που είχε νιώσει τη μεγάλη σημασία της μελέτης του παραδοσιακού βίου του λαού. Η αγάπη της για το λαό, τη λαογραφία και τη δημοτική γλώσσα ήταν τόσο πηγαία πληθωρική, που δεν έχανε ευκαιρία να την ομολογεί παντού και πάντοτε. Όχι λίγους εχθρούς απέκτησε από την παρρησία της αυτή! Τις επιθέσεις αυτών μα και των λογίων συναδέλφων, η Μαριέττα τις αντιμετώπιζε πάντα με μαχητικότητα», παρατηρούσε πολύ αργότερα ο λαογράφος της Ζακύνθου και κοινωνιολόγος Σαράντος Αντίοχος.

Άξονάς της, σε όλα της τα γραπτά, ο Άνθρωπος. «Πλέκοντας» και διασώζοντας στις ιστορίες της και πολύτιμο λαογραφικό υλικό: Ήθη και έθιμα, γιορτές, πανηγύρια, προλήψεις, δεισιδαιμονίες, πολλά παραμύθια (85 που κατέγραψε στην «Ανθολογία» αποτέλεσαν βάση για τη μελέτη, μετέπειτα, της ιστορίας και λαογραφίας των Επτανήσων), τραγούδια και «Ομιλίες», ήτοι ντοπιολαλιές.
Έγραφε στον πρόλογο των πρώτων διηγημάτων της, «Αγριολούλουδα» (που εξέδωσε το «Τρίμορφο» το 1929), απευθυνόμενη στους αναγνώστες: «Έζησα τη Ζάκυνθο και θέλω να του τη γνωρίσω. Τη Ζάκυνθο τη γραφική, την ποιητική, την ανεξάντλητη· μα και την πραγματική, την ανθρώπινη – θάλεγα τη φιλοσοφική», που «σαν κάθε μεγάλη αλήθεια, την ανακάλυψα… στα χωριά, στους κάμπους, στα λιβάδια, στα βουνά…
»Με τον άνθρωπο, που φυτρώνει κι’ αυτός άμεσα απ’ τη φύση, και ζει και πορεύεται, δίχως να ρωτήσει πού και πώς και γιατί: παρά σέρνει το σταυρό του, όταν η μοίρα τού τον χρωστά· δίχως καμμιάν αξίωση μαρτυρίου· ή ποτίζει την καθημερινή του τη ζωή, σ’ όλα της τα φτωχά και κοινά καθέκαστα, με την ποίηση και τη δροσιά που βγαίνει απ’ την ψυχή του...
»Την ειδυλλιακή νότα πρώτη εγώ φαίνεται πως θα κρούσω. Άλλοι έκρουσαν τις υψηλές, τις τραγικές. Μα είθε να σταθώ άξια να παραβγώ, και με τα ειδύλλιά μου, στο ύψος, που από παντού μπορεί ν’ ανέβει η ανθρώπινη καρδιά».
Τολμηρή και μαχητική ήταν και στις διαδοχικές δημοσιεύσεις της για το «ρεμπελιό των ποπολάρων», πρώτα το 1933, υπό τον τίτλο «Το ρεμπελιό των Ποπολάρων (Η πρώτη κοινωνική επανάσταση που ’γινε στην Ελλάδα)», στην αθηναϊκή εφημερίδα «Δημοκρατία», που διηύθυνε ο Στρατής Μυριβήλης.
Εκεί, αναδείκνυε «την τυραννική στάση και το ακαταδίωκτο των ευγενών και τα βάσανα των ποπολάρων» (τι μάς θυμίζει, τι μάς θυμίζει, στους κύκλους της, η Ιστορία…). Η δημοσίευση εμπλουτίστηκε στην «Ιόνιο Ανθολογία» και αμέσως μετά στη συντηρητική γαλλόφωνη αθηναϊκή εφημερίδα «Le Messager d’Athènes».
«Η θέση της είναι σαφής: η καταπίεση, οι προσβολές, η τυραννία των αρχόντων σε βάρος των ποπολάρων, αυτά ήταν εκείνα που γέννησαν το ρεμπελιό του 1628, το οποίο στρεφόταν όχι κατά της Βενετίας αλλά αποκλειστικά κατά των ντόπιων ευγενών, τους οποίους ο ‘λαός’ θεωρούσε ξένους, αφού εκείνοι τον περιφρονούσαν, προτιμούσαν να μιλούν ιταλικά, επέλεγαν το καθολικό δόγμα και όχι την ορθοδοξία», όπως εξήγησε σε συνέδριο στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το 2012, ο ιστορικός Δημήτρης Αρβανιτάκης.
Καταλήγοντας «με τον γνωστό και πολυχρησιμοποιημένο καταπέλτη» του Ζακυνθινού ευγενή, δασκάλου και ποιητή Αντώνιου Μαρτελάου (1754 – 1819): «Δεν μπορεί ανθρώπου γλώσσα / να ειπή τι συφοραίς / εγεννούσαν των αρχόντων / η κλεψαίς και αδικιαίς».
Φινάλε για αυτή την ιστορία γένους θηλυκού, που έγραψε Ιστορία; Και πάλι από τον αυστριακό Στέφαν Τσβάιχ: «Δεν υπάρχει παρόν που να μην είναι αμέσως Ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο είμαστε όλοι, ως κομπάρσοι ή πρωταγωνιστές, σταθερά αναμεμειγμένοι σ’ ένα δράμα σε πλήρη εξέλιξη»…
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος



