Με πολεμικά πλοία να συνοδεύουν δεξαμενόπλοια στον Ατλαντικό, σημαίες να αλλάζουν εν πλω και πετρέλαιο να «παραδίδεται» ως φόρος υποτέλειας υπό την απειλή ναυτικού αποκλεισμού, η διεθνής πολιτική μοιάζει να γυρίζει αιφνιδίως σε μια παλαιότερη εποχή: τότε που οι αυτοκρατορίες άρπαζαν φορτία στη θάλασσα και το δίκαιο οριζόταν από τα κανόνια.
Από την καταδίωξη ενός «σκιώδους» δεξαμενόπλοιου με ρωσική συνοδεία έως τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Βενεζουέλα θα στέλνει στο εξής εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου στις ΗΠΑ, ο 21ος αιώνας δείχνει να ανακαλύπτει ξανά τη γεωπολιτική της πειρατείας — αυτή τη φορά με δορυφόρους, social media και διεθνείς κυρώσεις.
Ας ξεκινήσουμε όμως από την είδηση ότι η Ρωσία έχει αποστείλει τουλάχιστον ένα πολεμικό πλοίο για να συναντήσει και να συνοδεύσει δεξαμενόπλοιο πετρελαίου το οποίο οι αμερικανικές δυνάμεις καταδιώκουν εδώ και εβδομάδες με στόχο την κατάσχεσή του. Την πληροφορία επιβεβαίωσε Αμερικανός αξιωματούχος, υπό τον όρο της ανωνυμίας, λόγω της «ευαίσθητης φύσης της επιχείρησης», όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε.
Το δεξαμενόπλοιο, γνωστό μέχρι πρόσφατα ως Bella 1 και πλέον μετονομασμένο σε Marinera, βρέθηκε στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης μετά την προσπάθειά του να παρακάμψει τον ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ γύρω από τη Βενεζουέλα. To βράδυ της Τετάρτης, ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε πως οι δυνάμεις των ΗΠΑ αναχαίτησαν και κατέσχεσαν το πλοίο μαζί με ένα ακόμα δεξαμενόπλοιο στον Βόρειο Ατλαντικό, μεταξύ Σκωτίας και Ισλανδίας κάνοντας λόγο για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων.
Αποτυχημένο ρεσάλτο
Το Bella 1 είχε αρχικά ακινητοποιηθεί από την Αμερικανική Ακτοφυλακή στην Καραϊβική στις 21 Δεκεμβρίου. Το πλοίο είχε ξεκινήσει το ταξίδι του από το Ιράν και κατευθυνόταν προς τη Βενεζουέλα για τη φόρτωση πετρελαίου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν τότε ότι διέθεταν ένταλμα κατάσχεσης, καθώς το πλοίο δεν έφερε έγκυρη εθνική σημαία. Ωστόσο, το πλήρωμα αρνήθηκε την επιβίβαση και το δεξαμενόπλοιο διέφυγε στον Ατλαντικό, με τις αμερικανικές δυνάμεις να συνεχίζουν την καταδίωξη.
Ακολούθησε μια σειρά ενεργειών με στόχο την αποτροπή της αμερικανικής παρέμβασης: το πλήρωμα ζωγράφισε ρωσική σημαία στο κύτος, το πλοίο μετονομάστηκε, εντάχθηκε σε επίσημο ρωσικό νηολόγιο, ενώ η Μόσχα υπέβαλε και επίσημο διπλωματικό αίτημα προς τις ΗΠΑ για τον τερματισμό της επιχείρησης. Παρά ταύτα, τίποτα από αυτά δεν φαίνεται να ανέκοψε την αμερικανική επιμονή.
Το Marinera κατηγορείται από τις ΗΠΑ ότι ανήκει στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν πετρέλαιο για λογαριασμό της Ρωσίας, του Ιράν και της Βενεζουέλας, παρακάμπτοντας διεθνείς κυρώσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εντείνει την πίεση σε αυτά τα πλοία μετά την απόφαση του προέδρου Τραμπ για «πλήρη αποκλεισμό» των δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν πετρέλαιο από και προς τη Βενεζουέλα.
Το συγκεκριμένο περιστατικό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο. Τουλάχιστον τέσσερα ακόμη δεξαμενόπλοια που δραστηριοποιούνταν σε ύδατα της Βενεζουέλας άλλαξαν σημαία και δηλωμένο λιμάνι σε ρωσικά, όπως το Σότσι και το Ταγκανρόγκ, σύμφωνα με το ρωσικό ναυτιλιακό μητρώο. Όλα τα πλοία αυτά τελούν υπό αμερικανικές κυρώσεις για μεταφορές ιρανικού ή ρωσικού πετρελαίου.
Καθώς οι κινήσεις αυτές πληθαίνουν, τα δεξαμενόπλοια υπό κυρώσεις εξελίσσονται σε νέο σημείο τριβής στις ήδη τεταμένες σχέσεις Ουάσιγκτον–Μόσχας, με φόντο τη Βενεζουέλα, έναν από τους σταθερότερους συμμάχους της Ρωσίας στη Λατινική Αμερική.

Παραδόσεις πετρελαίου από τη Βενεζουέλα υπόσχεται τώρα ο Τραμπ
Νέα διάσταση στους συνεχιζόμενους πανηγυρισμούς του για την απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νίκολας Μαδούρο δίνει στο μεταξύ ο Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζοντας πως το Καράκας «θα αρχίσει να παραδίδει» σημαντικές ποσότητες πετρελαίου στην Ουάσιγκτον, υπό την απειλή ναυτικού αποκλεισμού.
Τόνισε πως η Βενεζουέλα πρόκειται να αποστείλει από 30 έως 50 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου — ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε δύο μήνες παραγωγής της χώρας. Όπως ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα έσοδα από την πώληση του πετρελαίου θα αξιοποιηθούν «προς όφελος του λαού της Βενεζουέλας και των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ωστόσο, παραμένει ασαφές τι θα λάβει η Βενεζουέλα σε αντάλλαγμα για το πετρέλαιο, η αξία του οποίου εκτιμάται μεταξύ 1,8 και 3 δισ. δολαρίων με βάση τις τρέχουσες τιμές. Στο παρελθόν, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα ανακοινώσει συμφωνίες με ξένες κυβερνήσεις χωρίς άμεση επιβεβαίωση από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Η ανάρτηση του προέδρου δεν διευκρίνισε το χρονοδιάγραμμα των αποστολών ούτε την ακριβή προέλευση του πετρελαίου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπάρχει συναίνεση από πλευράς Βενεζουέλας. Σήμερα, η Βενεζουέλα παράγει λιγότερο από ένα εκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ενώ μέρος της ποσότητας που αναμένει η Ουάσιγκτον ενδέχεται να βρίσκεται ήδη αποθηκευμένο σε δεξαμενές ή σε πλωτές μονάδες.
Την ίδια στιγμή, κυβερνητικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ προγραμματίζουν συναντήσεις με μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες για να συζητήσουν τα επόμενα βήματα. Ο υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, αναμένεται να συναντηθεί με στελέχη του κλάδου σε ενεργειακό συνέδριο στο Μαϊάμι, ενώ κορυφαίες πετρελαϊκές εταιρείες έχουν προσκληθεί στον Λευκό Οίκο αργότερα μέσα στην εβδομάδα.
Παρά τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, η Βενεζουέλα έχει περιορισμένη επιρροή στις διεθνείς αγορές, εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας, της οικονομικής κατάρρευσης και των αυστηρών αμερικανικών κυρώσεων. Αναλυτές σημειώνουν ότι ακόμη και μια περιορισμένη ανάκαμψη της παραγωγής θα μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές ενέργειας, ασκώντας πιέσεις στις τιμές των καυσίμων.
«Θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά», δήλωσε ο Ντέμπνιλ Τσόουντρι, επικεφαλής διύλισης και εμπορίας για την Αμερική και την Ευρώπη στην S&P Global Energy.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ακόμη και αύξηση της παραγωγής κατά 250.000 έως 500.000 βαρέλια ημερησίως θα μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές, κυρίως λόγω της φύσης του βενεζουελάνικου πετρελαίου, το οποίο είναι βαρύ και απαιτεί ειδικό εξοπλισμό για τη διύλισή του. Οι αμερικανικές μονάδες στον Κόλπο του Μεξικού, που έχουν επενδύσει εδώ και δεκαετίες σε τέτοιες υποδομές, θα μπορούσαν να επωφεληθούν άμεσα, αυξάνοντας την παραγωγή βενζίνης και ντίζελ και συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τιμών στην αντλία.



