Πόλεμος: Κρίση για πολλούς, υπερκέρδη για λίγους

Ο πόλεμος στο Ιράν δεν σπέρνει μόνο τον όλεθρο και την αναταραχή στην παγκόσμια οικονομία. Αποτελεί και μια τεράστια αναδιανομή πλούτου. Από κάτω προς τα πάνω βέβαια καθώς πρόκειται για μια κρίση που βαθαίνει τις κοινωνικές ανισότητες λειτουργώντας ταυτόχρονα ως μηχανισμός παραγωγής υπερκερδών για τους ισχυρότερους.

Την ώρα που εργαζόμενοι σε όλο τον κόσμο έρχονται αντιμέτωποι με εκρηκτικές αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, των τροφίμων και της ενέργειας, οι μεγάλες επιχειρήσεις αξιοποιούν τη συγκυρία ως ευκαιρία για περαιτέρω ενίσχυση της κερδοφορίας τους.

Στην πρώτη γραμμή της αναδιανομής βρίσκονται, όπως θα περίμενε κανείς, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί. Με την τιμή του πετρελαίου να κινείται σταθερά πλέον κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, οι μεγάλες πετρελαϊκές σε Σαουδική Αραβία, Ρωσία, Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη αναμένεται να αποκομίσουν επιπλέον κέρδη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων μέσα στο 2026. Πρόκειται για μια αδιάκοπη ροή εσόδων που μεταφράζεται σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια την ώρα.

Η “χρυσή εποχή” των πετρελαϊκών

Η σαουδαραβική Aramco αναδεικνύεται ως ο μεγαλύτερος κερδισμένος, με «λάφυρα» που ξεπερνούν τα 25 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι ρωσικοί ενεργειακοί γίγαντες ακολουθούν από κοντά.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ExxonMobil προβλέπεται να προσθέσει 11 δισεκατομμύρια στα κέρδη της, η Chevron 9,2 δισεκατομμύρια, ενώ η Shell αναμένεται να αυξήσει τα έσοδά της κατά 6,8 δισεκατομμύρια.

Όλα αυτά προστίθενται σε έναν κλάδο που ήδη αποφέρει περίπου 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, ενώ εξακολουθεί να επιδοτείται από τον κρατικό τομέα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υπολόγισε ότι οι επιδοτήσεις προς τα ορυκτά καύσιμα έφτασαν τα 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2022. Παράλληλα, η χρηματιστηριακή αξία της ExxonMobil έχει αυξηθεί κατά 118 δισεκατομμύρια δολάρια και της Shell κατά 34 δισεκατομμύρια—ενισχύοντας περαιτέρω τη συγκέντρωση πλούτου.

Οι traders της κρίσης

Η κερδοσκοπία επεκτείνεται και πέρα από τον ενεργειακό τομέα. Εταιρείες εμπορίας βασικών αγαθών εκμεταλλεύονται τη μεταβλητότητα των αγορών για να πολλαπλασιάσουν τα κέρδη τους. Η ελβετική Gunvor, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, κατέγραψε μέσα σε ένα τρίμηνο όσα κέρδη είχε σε ολόκληρο το 2025—1,6 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ίδιο μοτίβο, αν και λιγότερο ορατό, επαναλαμβάνεται σε ολόκληρο τον κλάδο.

Την ίδια στιγμή, οι αμυντικές βιομηχανίες βλέπουν τη χρηματιστηριακή τους αξία να αυξάνεται έως και κατά 30 δισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα—αμέσως μετά την έναρξη της στρατιωτικής επίθεσης. Ο πόλεμος, για αυτές τις εταιρείες, δεν αποτελεί άλλωστε απλό γεγονός αλλά εντάσσεται στο επιχειρηματικό μοντέλο τους.

Στο εσωτερικό της αμερικανικής οικονομίας, η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Τα εταιρικά κέρδη έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ, με πολλές επιχειρήσεις να αξιοποιούν τον πληθωρισμό ως εργαλείο αύξησης τιμών πέρα από το πραγματικό κόστος. Ο  χρηματιστής Σόνου Βαργκέσε της Carson Group το διατυπώνει σχετικά ωμά: Τα «εξωτερικά σοκ» όπως ο πόλεμος αντιμετωπίζονται ως ευκαιρία για διεύρυνση περιθωρίων κέρδους.

Τα κέρδη από συναλλαγές στο υψηλότερο επίπεδο 12ετίας

Και έπειτα έρχεται το τραπεζικό σύστημα—εκεί όπου η μεταβλητότητα μετατρέπεται απευθείας σε κέρδος. Οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά 47,6 δισεκατομμύρια δολάρια κέρδη το πρώτο τρίμηνο. Στην κορυφή βρίσκεται η JPMorgan, με 16,5 δισεκατομμύρια δολάρια και αύξηση 13% σε σχέση με πέρυσι. Η Goldman Sachs ακολουθεί με 5,6 δισεκατομμύρια και άνοδο 19%.

Η Citigroup καταγράφει εντυπωσιακή αύξηση 42% στα κέρδη της, ενώ η Morgan Stanley σημειώνει άνοδο 29%. Η Bank of America, αν και λιγότερο εντυπωσιακή σε ποσοστιαία αύξηση, παραμένει βασικός παίκτης, αξιοποιώντας πλήρως το περιβάλλον υψηλής μεταβλητότητας.

Σύμφωνα με τους Financial Times, οι γεωπολιτικές αναταράξεις —από τον πόλεμο στο Ιράν έως το πραξικόπημα στη Βενεζουέλα— αποτελούν πραγματικό “δώρο” για τα τμήματα συναλλαγών των τραπεζών. Δεν είναι τυχαίο ότι τα έσοδα από χρηματοοικονομικές συναλλαγές έχουν φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 ετών.

Και ιδιαίτερα ενδεικτικό για τη φύση του συστήματος είναι πως ένα τεράστιο μέρος αυτών των κερδών δεν κατευθύνεται σε επενδύσεις, αλλά σε επαναγορές μετοχών. Μόνο στο πρώτο τρίμηνο, JPMorgan, Goldman Sachs, Citigroup και Bank of America συμμετείχαν σε ένα κύμα buybacks ύψους 33 δισεκατομμυρίων δολαρίων—ενισχύοντας τις αποτιμήσεις και τα bonus των ανώτερων στελεχών.

Η Bank of America, συγκεκριμένα, προχώρησε σε επαναγορά μετοχών 7,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με τον οικονομικό της διευθυντή Alastair Borthwick να χαιρετίζει τη χαλάρωση των ρυθμιστικών κανόνων ως «ενθαρρυντική». Η μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων επιτρέπει στις τράπεζες να διοχετεύουν περισσότερα κεφάλαια σε trading και επιστροφές προς μετόχους.

Την ίδια ώρα, η πραγματική οικονομία βιώνει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Μαζικές απολύσεις πλήττουν δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους, ιδιαίτερα στον τεχνολογικό τομέα.

Το μοτίβο είναι σαφές και επαναλαμβανόμενο: ο πόλεμος δημιουργεί αναταράξεις, οι αναταράξεις δημιουργούν ευκαιρίες, και οι ευκαιρίες μετατρέπονται σε υπερκέρδη για μια περιορισμένη ομάδα επιχειρήσεων εταιρικών και χρηματοπιστωτικών παραγόντων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η «πολεμική οικονομία» δεν μοιάζει με προσωρινή κατάσταση. Είναι ένας μηχανισμός που ενεργοποιείται ξανά και ξανά—με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα. Οι κοινωνίες πληρώνουν το κόστος. Οι αγορές εισπράττουν τα οφέλη.

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Όταν το ποδόσφαιρο “γεννάει” τρελά κέρδη

Η Ευρώπη διατηρεί τα πρωτεία των “πολύτιμων” πετυχημένων ομάδων ποδοσφαίρου διεθνώς, τα απόλυτα "περιουσιακά στοιχεία" δισεκατομμυριούχων ανά τον κόσμο.

Ανεπάρκεια τροφής: 763.000 άνθρωποι δεν τρώνε κάθε μέρα

Κι όμως ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν με ανεπάρκεια τροφής εξαιτίας μεγάλων οικονομικών προβλημάτων

Σκουπίδια: Στο σκαμνί του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου η Ελλάδα

Πέντε χρόνια η κυβέρνηση δεν έχει κάνει τίποτα για τα σκουπίδια και τις χωματερές και πλέον η χώρα απειλείται με υπέρογκο πρόστιμο

Κέρδη για ενεργειακούς ομίλους, “ψίχουλα” Μητσοτάκη για πολίτες

ΔΕΗ, Helleniq Energy και Motor Oil παρουσιάζουν το πρώτο εξάμηνο του 2026 λειτουργικά κέρδη πάνω από 1 δισ. ευρώ!

Γιατί όχι και Λιγνίτης και Data Center;

Η συμφωνία ανάμεσα στη ΔΕΗ ΑΕ στην οποία το ελληνικό δημόσιο διατηρεί μειοψηφικό πακέτο μετοχών με την Amazon για τη χρήση ενός νέου Data Center στη Δυτική Μακεδονία προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις σε όλη τη χώρα.