Η φετινή γενική συνέλευση του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, εξέπεμψε πλήθος μηνυμάτων. Από πολλούς παράγοντες που απευθύνθηκαν από βήματός της.
Πραγματοποιήθηκε μέσα σε κλίμα διεθνούς αναταραχής – του “ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη”-, σε μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο για την ανθρωπότητα που βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί, όχι μόνο εξαιτίας των πολέμων, αλλά και της αναταραχής μέσα στις κοινωνίες εξαιτίας της φτωχοποίησης, των τεράστιων προβλημάτων, των κοινωνικών ανισοτήτων και της συγκέντρωσης του παγκόσμιου πλούτου στα χέρια λίγων, ιδιαίτερα των ονομαζόμενων τεχνο-φεουδαρχών
Συνολικότερα, κατά κοινή πεποίθηση, η γενική συνέλευση άφηνε την αίσθηση του τέλους εποχής για τον σημερινό ΟΗΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το διεθνές δίκαιο που καθιερώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η πειρατεία ως νόμος
Ορισμένα στιγμιότυπα, όμως, έχουν εξαιρετικά συμβολική σημασία. Πρόκειται για ζοφερές εικόνες της υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Μεταξύ αυτών, του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με την προσωρινή πρόεδρο της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες. Αυτή, ως γνωστόν, “διαδέχθηκε” τον Νικολάς Μαδούρο λίγο αφότου αμερικανικές δυνάμεις εισέβαλαν και τον απήγαγαν από την πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, το Καράκας, τον περασμένο Ιανουάριο, για να τον μεταφέρουν στις ΗΠΑ, όπου τον κρατούν φυλακισμένο μαζί με τη σύζυγό του.
Η Ροντρίγκες εμφανίζεται να κάνει το σήμα της νίκης και να χαμογελά με τον Τραμπ. Χασκογελούσε, άραγε, γιατί; Συναινεί στην εφαρμογή της πολιτικής των κανονιοφόρων, της πειρατείας και των απαγωγών πολιτικών ως τον νέο κανόνα του διεθνούς “δικαίου”; Λίγο πριν, το Καράκας ξεπουλούσε τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας στις αμερικανικές πολυεθνικές, ενώ πάμπολλες είναι οι "φήμες" (;) ότι "πούλησαν" τον Μαδούρο στις ΗΠΑ από μέσα.
Ενα δεύτερο ενσταντανέ ήταν η εξίσου προσβλητική, έναντι τις Ευρώπης αυτή τη φορά, υπογραφή, στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης, συμφωνίας ΗΠΑ – Δανίας για την ικανοποίηση των αμερικανικών απαιτήσεων ως προς τη Γροιλανδία.
“Εξαπτέρυγα” του Νετανιάχου
Μέσα στη γενική συνέλευση, αλλά και έξω από τον ΟΗΕ, δεν έλειψαν και οι σκηνές έντονης διαμαρτυρίας για όσα διαδραματίζονται σήμερα σε πολλές περιοχές του κόσμου, με ιδιαίτερη έμφαση στη σφαγή στη Γάζα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν ανέβηκε στο βήμα για να μιλήσει ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε πολύ μεγάλο βαθμό η αίθουσα του ΟΗΕ άδειασε. Ο, δε, πρωθυπουργός του Ισραήλ, ως επί το πλείστον περιορίστηκε σε συναντήσεις και επαφές με πολιτικούς, οι οποίοι είναι υποστηρικτές του. Οπως, ενδεικτικά, ο ακροδεξιός πρόεδρος της Αργεντινής και οπαδός του «αναρχοκαπιταλισμού», Χαβιέρ Μιλέι.

Από την “παρέα Νετανιάχου”, βέβαια, δεν έλειψε και ο Ελληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, του οποίου το πρόγραμμα των συναντήσεών του με παράγοντες άλλων χωρών ήταν λίαν επιεικώς πενιχρό, σε σημείο να χαρακτηρίζεται η παρουσία του στη γενική συνέλευση ως … υπερατλαντικός τουρισμός. Αντίστοιχη, απογοητευτική, εικόνα επέδειξαν άπαντες οι Ελληνες παράγοντες της υπουργικής συνοδείας του Κ. Μητσοτάκη.
Ενδεικτικό της ατμόσφαιρας στη Νέα Υόρκη ήταν ότι την ώρα που ο Νετανιάχου ετοιμαζόταν να απευθυνθεί στη γενική συνέλευση, κοντά στο κτίριο του ΟΗΕ πραγματοποιούταν διαδήλωση διαμαρτυρίας, όπου έγιναν δεκάδες συλλήψεις, μεταξύ των οποίων και της πασίγνωστης 79χρονης ηθοποιού, με πλούσια πολιτική και ακτιβιστική δράση, Σούζαν Σάραντον.
Είναι πράγματι απορίας άξια “η σκοπιμότητα της συνάντησης Μητσοτάκη-Νετανιάχου”, γράφει σε ανάρτησή του στα social media ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Θρησκείας στη Μέση Ανατολή στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σωτήρης Ρούσσος, δεδομένου ότι “δεν χρειαζόταν να επαναβεβαιώσει τις στενές σχέσεις των δύο κρατών μιας και η πανάκριβη αγορά Ισραηλινών αμυντικών συστημάτων είναι αυτό που λέμε χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει”.
Πόσο μάλλον, συνεχίζει, “σε μια στιγμή που ακόμη και πολύ μετριοπαθείς Άραβες ηγέτες, όπως ο βασιλιάς της Ιορδανίας, κατηγορούν με σκληρές εκφράσεις το Ισραήλ, μια θεαματική συνάντηση με τον καταζητούμενο από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δημιουργεί πολύ μεγάλες δυσχέρειες στις κινήσεις της ελληνικής διπλωματίας στις αραβικές και μουσουλμανικές πρωτεύουσες.
Η θεαματική αυτή κίνηση την ώρα που δεκάδες αραβικές και μουσουλμανικές αντιπροσωπείες αποχώρησαν από τη ΓΣ την ώρα της ομιλίας Νετανιάχου είναι σαν να δέχεται η ελληνική διπλωματία ότι εκχωρεί στην Άγκυρα πλήρη ελευθερία κινήσεων στις πρωτεύουσες των χωρών αυτών. Θυμίζω ότι η Ελλάδα είχε μέχρι πολύ πρόσφατα προνομιακές σχέσεις με κάποιες και μάλιστα πολύ σημαντικές από αυτές τις χώρες και είχε αναπτύξει με αυτές πολύ χρήσιμες περιφερειακές πρωτοβουλίες ειρήνης και συνεργασίας.
Αν η συνάντηση έγινε για να απαντήσουμε στις τελευταίες τουρκικές προκλήσεις διερωτώμαι αν έχουμε σχέδιο σε περίπτωση που έχουμε τα αντίθετα αποτελέσματα δηλαδή αν η Άγκυρα επιλέξει να κλιμακώσει και όχι να αναδιπλωθεί. Στο τελευταίο αυτό ελπίζω ειλικρινά να μην έχει χτυπήσει κόκκινο η ανοησία στους σχεδιασμούς της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και να μην πιστεύουν ότι το Ισραήλ θα μας συνδράμει στρατιωτικά σε μια κρίση με την Τουρκία.
Χιλιοειπωμένο αλλά θα το ξαναπώ. Τελικά ποιο είναι το προνομιακό -δεν λέω το μοναδικό, λέω το προνομιακό – πεδίο άσκησης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, το διεθνές δίκαιο ή η ισχύς χωρίς κανόνες; Γιατί η κυβέρνηση δεν έχει δηλώσει ότι προτιμά το δεύτερο, ενώ την ίδια στιγμή κάνει καθετί για να υπονομεύσει το πρώτο”.
Ο Τραμπ δεν είδε τον Νετανιάχου
“Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν βρήκε χρόνο για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου – ασυζητητί τον στενότερο σύμμαχό του στην διεθνή σκηνή”, γράφει ο Κώστας Ράπτης στον ιστότοπο, capital.gr. Και προσθέτει: “Ο πρόεδρος των ΗΠΑ υπήρξε απασχολημένος με την υποδοχή του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στη Ουάσιγκτον, όσο ο Ισραηλινός πρωθυπουργός βρισκόταν επί αμερικανικού εδάφους, με την ευκαιρία της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη.
Αλλά, παραδόξως, ούτε και με τους ηγέτες των αμερικανο-εβραϊκών οργανώσεων συναντήθηκε ο Νετανιάχου. Προφανώς, τόσο αυτοί όσο και ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν θέλησαν, έναν μήνα πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Ισραήλ, να εμφανισθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο εμπλεκόμενοι στον προεκλογικό πυρετό του εβραϊκού κράτους. Αλλά υπάρχουν βαθύτεροι λόγοι για τους οποίους η συνάφεια με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό κρίνεται τοξική.
Οι μεν αμερικανο-εβραϊκές οργανώσεις, οι οποίες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για άνοδο του αντισημιτισμού, δεν μπορούν να αγνοήσουν το γεγονός ότι ένας από τους τροφοδότες του είναι και η εμπρηστική στάση του Νετανιάχου, ο οποίος, όπως έδειξε η παρουσία του στη Νέα Υόρκη, διαρκώς κόβει γέφυρες όχι μόνο με πιθανούς διεθνείς συνομιλητές, αλλά και με την βάση του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ. Άλλωστε, σε έρευνα του Mellman Group αυτόν τον μήνα για λογαριασμό του Jewish Electorate Institute το 54% των ερωτηθέντων Αμερικανο-Εβραίων ψηφοφόρων (ποσοστό που φθάνει το 65% όσων δηλώνουν Δημοκρατικοί) εκτιμά ότι “οι ενέργειες του Ισραήλ υπό τον Νετανιάχου ενίσχυσαν τον αντισημιτισμό και τα αντι-ισραηλινά αισθήματα στις ΗΠΑ”.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, πάλι, έχει μεγαλύτερους πονοκεφάλους. Μόλις δύο μήνες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές και ενώ η ιρανική περιπέτειά του αναζητά διέξοδο, η είσοδος του Νετανιάχου στο κάδρο δεν θα τον διευκόλυνε καθόλου. Ήδη τον Ιούνιο σε έρευνα του ινστιτούτου Quinnipiac το 60% των Αμερικανών ψηφοφόρων έκρινε ότι η στρατιωτική δράση κατά του Ιράν δεν έπρεπε να έχει αναληφθεί (…)”.
Διαπόμπευση της Ευρώπης στη Γροιλανδία
Η υπογραφή της συμφωνίας ΗΠΑ – Δανίας για τη Γροιλανδία, εκτός από μια μικρή πολιτική νίκη για τον Τραμπ, πήρε κάτι που μπορεί να αξιοποιήσει επικοινωνιακά ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Οπως το ίδιο εκμεταλλεύεται επικοινωνιακά και την αρπαγή του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας.
Παρά τις επικρίσεις και επιφυλάξεις, η συμφωνία αποτελεί σημαντική επιτυχία για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Καταρχάς, κατοχυρώνεται νομικά η αποκλειστικότητα των ΗΠΑ επί της νήσου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλισαν ελευθερία δράσης σε ολόκληρη τη Γροιλανδία, σφραγίζοντας ουσιαστικά τη νήσο ως περιοχή υπό την αμερικανική σφαίρα επιρροής.
Βέβαια, στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσο θεαματικά όσο τα παρουσιάζει ο Τραμπ και το περιβάλλον του. Πάντως, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου την χαρακτήρισαν «ιστορική» και δήλωσαν ότι επιλύει πλήρως και οριστικά ζητήματα εθνικής ασφάλειας που αφορούν τη Γροιλανδία. Σύμφωνα με τον Μάρκο Ρούμπιο, «η Γροιλανδία θα παραμείνει για πάντα τμήμα της ζώνης στρατηγικής άμυνας της Βόρειας Αμερικής και κάθε αντίπαλος θα αποκλειστεί από αυτήν και τις γύρω περιοχές».
Τι προβλέπει η συμφωνία; Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι ΗΠΑ αποκτούν το δικαίωμα να εκσυγχρονίσουν και να επεκτείνουν τη βάση Pituffik, καθώς και να δημιουργήσουν νέες βάσεις στο Narsarsuaq, στον νότο, και στο Mestersvig, στα ανατολικά. Παρέχεται ελευθερία κινήσεων σε αμερικανικά στρατιωτικά πλοία και αεροσκάφη σε ολόκληρη τη Γροιλανδία, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων της. Τα αμερικανικά αεροσκάφη μπορούν να υπερίπτανται και να προσγειώνονται οπουδήποτε, ενώ τα αμερικανικά πολεμικά πλοία και υποβρύχια να διεξάγουν επιχειρήσεις.
Επίσης:
Πρώτον, απαγορεύεται στους αντιπάλους των ΗΠΑ να δημιουργήσουν βάσεις, να έχουν στρατιωτική παρουσία ή να πραγματοποιούν επενδύσεις χωρίς την άδεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Μία από τις πλέον σημαντικές διατάξεις είναι ότι η συμφωνία παραμένει σε ισχύ ακόμη και αν η Γροιλανδία καταστεί ανεξάρτητο κράτος. Επιπλέον, σε μια τέτοια περίπτωση, η Γροιλανδία θα υποχρεούτο να παραμείνει στο ΝΑΤΟ.
Δεύτερον, έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος μεταβολής της κυριαρχίας. Η διάταξη που ορίζει ότι η συμφωνία παραμένει σε ισχύ ακόμη και αν η Γροιλανδία αποκτήσει την ανεξαρτησία της —και την υποχρεώνει να παραμείνει στο ΝΑΤΟ— λειτουργεί ως μακροπρόθεσμη δικλείδα ασφαλείας. Η Ουάσιγκτον δεν εξαρτάται πλέον από το πολιτικό κλίμα στη Δανία ή στη Γροιλανδία.
Τρίτον, η Ουάσιγκτον δεν καταβάλλει τίμημα για τη γη, δεν φέρει καμία ευθύνη για τον πληθυσμό των 57.000 κατοίκων, ούτε αναλαμβάνει υποχρεώσεις κοινωνικού χαρακτήρα ή για υποδομές. Η Δανία εξακολουθεί να παρέχει στη Γροιλανδία περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ενώ οι ΗΠΑ εξασφαλίζουν ένα ζωτικής σημασίας στρατιωτικό-στρατηγικό πλεονέκτημα.

Το ιστορικό της διεκδίκησης της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ
Να σημειωθεί πως οι ΗΠΑ είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία πολύ πριν από τις προεδρίες Τραμπ.
Το 1867, ο υπουργός Εξωτερικών Γουίλιαμ Σιούαρντ εξέτασε το ενδεχόμενο αγοράς του νησιού, μετά την απόκτηση της Αλάσκας.
Το 1946, η κυβέρνηση Τρούμαν πρότεινε στη Δανία το ποσό των 100 εκατομμυρίων δολαρίων σε χρυσό, αλλά η Κοπεγχάγη απέρριψε την πρόταση.
Το 1951, τα δύο μέρη υπέγραψαν αμυντική συμφωνία που επέτρεπε στις ΗΠΑ να ιδρύσουν τη βάση Πιτούφικ (Pituffik) στο βορειοδυτικό τμήμα του νησιού. Βάσει της συνθήκης αυτής, οι Αμερικανοί εξασφάλισαν εκτεταμένα δικαιώματα όσον αφορά τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενώ η συμφωνία δεν έχει ημερομηνία λήξης.
Ο Τραμπ επανέφερε το ζήτημα της αγοράς της Γροιλανδίας το 2019. Με την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2025, έθεσε ξανά το θέμα. Αυτή τη φορά, ωστόσο, συνοδεύτηκε από εκβιασμούς εκ μέρους των ΗΠΑ με αυξήσεις δασμών σε προϊόντα από τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία και τη Φινλανδία, εν αναμονή συμφωνίας για τη Γροιλανδία. Δεν αποκλείστηκε ούτε το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης για την επίλυση του ζητήματος. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, είχε πει τότε ότι η Ευρώπη δεν θα υποκύψει σε εκβιασμούς και ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία μπορούσαν να αποφασίσουν για ζητήματα που αφορούσαν το νησί.
Σημείο καμπής ήταν στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2026. Τότε, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, λειτούργησε ως διαμεσολαβητής μεταξύ του Τραμπ και της δανικής πλευράς. Μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει την ιδέα των δασμών και αποκλείει τη χρήση βίας. Αντ’ αυτού, ανέθεσε στον αντιπρόεδρο Τζέϊ Ντι Βανς και στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τη διαπραγμάτευση μιας «συμφωνίας-πλαισίου».
Η πλευρά της Δανίας επέμεινε σε τρεις «κόκκινες γραμμές»: καμία μεταβίβαση κυριαρχίας, κανένα δικαίωμα βέτο των ΗΠΑ επί των επενδύσεων και καμία δημιουργία νέων βάσεων χωρίς τη συγκατάθεση της Γροιλανδίας. Η αμερικανική πλευρά επιδίωκε μια νομικά δεσμευτική, επ’ αόριστον και αποκλειστική στρατιωτική παρουσία.



