Τα καινούργια παπούτσια της Μαρινέλλας

Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *

«Κλείσε τα μάτια σου καρδιά μου / για να μην δεις τα βάσανά μου / Πέτρα κι αν είσαι θα ραγίσεις / σίδερο νά’ σαι θα λυγίσεις / Εγώ συνήθισα να ζω / σαν του γιαλού τον βράχο / κι όσες φουρτούνες και να δω / ούτε γελώ, ούτε πονώ, όσο καημό και νά’ χω…».

Κι όμως. Ένα ξεχασμένο, αρκετά άγνωστο τραγούδι της Μαρινέλλας από τον Πυθαγόρα, το Γιώργο Κατσαρό και το 1965 «λέει» πολλά, πολύ περισσότερα από άλλα, και για την περίσταση (της Ανάληψής της εις ουρανούς) και για τη ζωή και την τέχνη της.

Κι ας έχει κατακτήσει, καθένας από μας, το δικαίωμα να έχει διαφορετική εικόνα για τη Μαρινέλλα. Κι ας είχε κατακτήσει κι εκείνη το δικαίωμα να είναι η εικόνα που είχαμε όλοι μας για τη Μαρινέλλα – όχι πια τη Θεσσαλονικιά Κυριακή Παπαδοπούλου.

Το πρώτο, πρώτο, που, προσωπικά, θυμάμαι πολύ έντονα ήταν μια παράξενη λεπτομέρεια, που για τη Μαρινέλλα – μού έλεγε – ήταν πολύ πολύ σημαντική: Τα καινούργια ή καθαρά παπούτσια! Ναι, τα παπούτσια. Της τραγουδίστριας. Του καλλιτέχνη. «Πεντακάθαρα πάντα». Διότι αυτά είναι που φτάνουν από τη σκηνή στο ύψος των ματιών του θεατή. «Αυτά είναι το σέβας!», επέμενε.

Θα μπορούσε και μόνον αυτό, το τόσο μικρό, μοναδικό και μεγάλο να ήταν η Μαρινέλλα. Όμως, ήταν τόσα, μα τόσα πολλά. Θυμάμαι… Θυμάμαι…

Θυμάμαι, μέσα στα χρόνια, όσα είχα ανθολογήσει από κουβέντες μας για τη μεγάλη Τέχνη της Σκηνής, που υπηρετούσε. Σκόρπια και σε ενιαίο σύνολο πλάθουν κι αυτά τη Μαρινέλλα:

«Επάνω στη σκηνή δεν κάνω καμία προσπάθεια. Την ώρα που πατάω τη σκηνή, απλώς, γίνεται κάτι μαγικό μέσα μου…

»Εκεί πάνω, ο καθένας είναι μόνος του. Δεν μπορεί να τον ακολουθήσει κανένας. Μόνος του βγάζει το φίδι από την τρύπα…

»Εκείνη την ώρα τραγουδάω για μένα. Αρκεί εκεί να υπάρχει σκοτάδι, και, τότε, μέσα από το κουκούλι μπορεί να βγει πεταλούδα…

»Στη σκηνή δεν είχα ποτέ καμία ηλικία. Εξαφανίζονταν όλα. Ένιωθα πως πέταγα. Ότι χόρευα. Ακόμη και όταν ήμουν άρρωστη ή όταν είχα χτυπήσει. Πάνω στη σκηνή, απαγόρευα στον εαυτό μου να κουτσαίνει. Και έπειτα, στα παρασκήνια, ούρλιαζα από τους πόνους…».

Λαϊκό σύμβολο. Σταρ ανθεκτική στο χρόνο και τη φθορά. Φωνή και Εικόνα μαζί. Γκέι ίνδαλμα – όταν 23 Απρίληδες τη νιότη σου βαραίναν και καμιά φορά έλεγες να αλλάξεις ουρανό. Όταν τής φωνάζανε τα αγόρια «Ναι, είσαι θεά», όπως το ενσωμάτωσε στο μύθο της, με τραγούδι, στην τηλεοπτική σειρά «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Κώστα Κουτσομύτη.

«Ναι, είναι αλήθεια ότι στην ομοφυλοφιλική κοινότητα με αγαπούν πάρα πολύ», έλεγε στο Γιάννη Πανταζόπουλο και στην Lifo. «Ήμουν για εκείνους η μάνα ή η φίλη τους. Φρόντιζα με τον δικό μου τρόπο να σβήνω κάθε εμπόδιο που έμπαινε στην έκφραση της διαφορετικότητας».

Θυμάμαι (και θα θυμάμαι) τη μαγική στιγμή που από τα χείλη της Εντίτ Πιάφ, για την ταινία «Οι εραστές της Τερουέλ» / «Les amants de Teruel», το τραγούδι «Όμορφη πόλη» περνούσε στα χείλη της Μαρινέλλας (πρώτος το είχε δισκογραφήσει ο Κώστας Χατζής) στο Θέατρο Λυκαβηττού, στο «Μουσικό Αύγουστο 1966» του Μίκη Θεοδωράκη. Στην καλύτερη εκδοχή που έχω ακούσει έκτοτε…

Θυμάμαι, δέκα χρόνια μετά, το κοινό τους «Ρεσιτάλ» με τον Κώστα Χατζή , στον «Σκορπιό» της Πλάκας. Αλλά και τη μετέπειτα ηχογράφηση – πρωτοποριακή για την εποχή από το «μάγο της ηχοληψίας» Γιάννη Σμυρναίο. Όπου, σε μια παύση του τραγουδιού «Σ’ αγαπώ», ακούγεται η θρυλική, και τόσο αληθινή για τη Μαρινέλλα, φράση «Έχεις όλη την Ελλάδα!» – από την μάλλον άγνωστη τραγουδίστρια Μπρέσκα (κατά τη Σώτια Τσώτου), που βρισκόταν στο κοινό της ηχογράφησης.

Θυμάμαι ακόμη, από τη θρυλική εκπομπή «Μουσική βραδιά» του Γιώργου Παπαστεφάνου την ωραιότερη εκδοχή του «Κι ύστερα» και του «Η αγάπη όλα τα υπομένει», από μια Μαρινέλλα ιέρεια, ντυμένη τους ήχους από τις κιθάρες των Αδελφών Τζαβάρα και των «Αθηναίων» συνάμα στη σκηνή του «Zoom» στην Κυδαθηναίων. Η υπέρτατη απόλαυση…

Όπως θυμάμαι τη Μαρινέλλα – ντίβα, να ξεδιπλώνεται, ναι, να ξεδιπλώνεται από την κορυφή μιας σκάλας μέσα στο σχεδόν παράπηγμα – ισόγειο νυχτερινό κέντρο «Zoom», στο Αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, τραγουδώντας, σκαλί σκαλί, με στόμφο τεατράλε, το «Τολμώ, στο ναρκοπέδιο που ζεις να περπατώ, τολμώ…». Απόκοσμη σκηνή…

Θυμάμαι, μαζί με τον αξέχαστο φίλο και συνάδελφο των ραδιοφωνικών «Λαϊκών Βάρδων», Πάνο Γεραμάνη, τη συνάντηση, 31 χρόνια μετά, Οκτώβριο του 1996, της Μαρινέλλας με τον μεγάλο Στέλιο Καζαντζίδη, στην παραλία του Αγίου Κωνσταντίνου. Κι εκείνο το θρυλικό «Καλώς ήλθες, Κυριακίτσα, στο φτωχικό μας», που έγινε και τίτλος στα ιστορικά «ΝΕΑ».

Θυμάμαι, αργότερα, πως επέστρεφε γλυκά στην εποχή της «ανεξαρτητοποίησής» της στο πάλκο – ύστερα από χρόνια σεκόντο του Στέλιου Καζαντζίδη: «Κάθησα δέκα χρόνια στο πάλκο και ξαφνικά έβγαλα το θέατρο από μέσα μου. Έτσι μου βγήκε. Δεν μου είπε κανένας. Πρώτα είπα, θέλω να τραγουδήσω όρθια. Να βάλω ένα φουστάνι. Να βάλω ένα φως, όχι να τραγουδάω στο καφενείο – διότι σαν καφενεία ήταν τότε τα κέντρα».

Θυμάμαι την εποχή που το κοινό, από τις σπάνιες φορές, δεν είχε «τσιμπήσει» πολύ σε ένα άλμπουμ της (με το Στέφανο Κορκολή, για τη δισκογραφική BMG) και κάναμε ατελείωτες συζητήσεις για το… μέλλον μαζί με την καλή της φίλη Όλγα Παυλάτου (της Επικοινωνίας).

Και βινύλια – προτάσεις περνούσαν από τα χέρια της Όλγας στα χέρια του Γιάννη Σμυρναίου, για να τα ακούσει η Μαρινέλλα σε στούντιο και να τα γράψει σε κασέτες. Και να οι Ομάρες Πορτουόντο και οι Αμάλιες Ροντρίγκες, για να δοκιμαστεί η Ιέρεια της Σκηνής σε φάντο, σε μπολέρο, στο «Έλα για απόψε» του Χρήστου Χαιρόπουλου.

Ήταν η ίδια εποχή που έγινε πραγματικότητα η παλιά επιθυμία του αείμνηστου Χρήστου Δ.Λαμπράκη να τή γνωρίσει από κοντά και να τής εκφράσει τον εφηβικό θαυμασμό του. Λειαίνοντας, ως αντίδωρο, τις διαδικασίες για να πάρει σάρκα και οστά αυτό το… μέλλον, που συζητούσαμε με τη Μαρινέλλα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Ένα μαύρο φουστάνι, ένας προβολέας, τα τραγούδια και το πλάσμα της σκηνής. Κι έγινε στο Μέγαρο η παράσταση, που «έσκισε» και δισκογραφικά, «Η Μαρινέλλα τραγουδά και θυμάται». Κι έπειτα, με τα πιο έθνικ, στη Ριζούπολη θυμάμαι, μετά το Μέγαρο, στο «Με βάρκα το τραγούδι» (και πάλι με διπλό CD ηχογράφησης).

«Μαρινέλλα ίσον Εκάβη του Τραγουδιού».

Τότε, που ο Γιάννης Ξανθούλης, στο βιβλίο του «Μαρινέλλα • Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια» (Εκδ. Διόπτρα), έγραφε: «Ο Μίνως Βολανάκης, κορυφαίος σκηνοθέτης, ήθελε να ανεβάσει μαζί της την Κάρμεν του Μπιζέ, ο Κάρολος Κουν ενδιαφερόταν να της αναθέσει ρόλο κορυφαίας σε τραγωδία, όπως άκουγα. Άλλωστε ήδη το προσωνύμιό της ήταν συνυφασμένο κατά κάποιον τρόπο με τον Ευριπίδη. Δηλαδή Μαρινέλλα ίσον “Εκάβη του τραγουδιού”».

Τη θυμάμαι, επιδραστική, επιβλητική, να ντύνεται «Γυναικών Πάθη» στο Ηρώδειο, τον Ιούλιο του 1995, ως Κορυφαία ενός Χορού, πάνω στα Χορικά του Ευριπίδη (σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη). Κυρίως, το «Θρήνο της Εκάβης» της, σε απόδοση Τάσου Ρούσσου και μελοποίηση Σταμάτη Κραουνάκη, σε παγκόσμια πρώτη. Μέσα στα «ερείπια μιας εκκλησίας, να ζει την άλωση της πόλης και την προδοσία κάθε γυναίκας»…

Θυμάμαι, παράλληλα, τη γνωριμία της με το Χρήστο Δ.Λαμπράκη, όταν μπήκε άλλη μια συζήτηση για το… μέλλον. Με το Σταμάτη Κραουνάκη. Οι τρεις τους. Ο Χρήστος Λαμπράκης στο λιμπρέτο, ο Σταμάτης θα «έπλαθε» το θεατρικό, για πρώτη φορά, σε μιούζικαλ (είχαν δοθεί οι ανάλογες διεθνείς άδειες) και η Μαρινέλλα θα ντυνόταν «Μάνα Κουράγιο» του Μπέρτολτ Μπρεχτ! Φιλόδοξο σχέδιο, που δυστυχώς – για όλους μας – έμεινε ανεπίδοτο…

Θυμάμαι, ακόμη, στην τηλεοπτική σειρά «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» (2000) τη Μαρινέλλα, γενναία κι ακλόνητη, να τολμάει να πει (σπαράζοντας…) στα λόγια που τής έβαλαν να πει στο «Τραγούδι της Μαρίκας Σουέζ» η Λίνα Νικολακοπούλου και ο Σταμάτης Κραουνάκης. Όχι, μόνον, το «Ναι, είμαι θεά!», αλλά και το «Κι όπως πάω θα ‘μαι ωραία γριά»!

Θυμάμαι, 38 χρόνια μετά το ιστορικό τους «Ρεσιτάλ», τη Μαρινέλλα και τον Κώστα Χατζή να το περιοδεύουν και πάλι. Κι εκείνη να αποφαίνεται, με κάποια πίκρα: «Έχουν γίνει πια τα τραγούδια Ψεκάστε – Σκουπίστε – Τελειώσατε». Και, με εκείνο το μοναδικό ύφος της, που ήταν σχεδόν σαν σε νουθετούσε: «Δεν έχω κανένα απραγματοποίητο όνειρο. Δεν επιδιώκω να έχω».

Την ώρα που, μέσα στα πεντακάθαρα, καινούργια παπούτσια της για τον Ουρανό, μάς άφηνε, μόνους, η Μαρινέλλα δεν μπορούσα να μην επαναφέρω στη μνήμη τα λόγια της. Που την άκουσα να εκστομίζει, απέναντί μου, ευθυτενής και λαμπερή, ξανθιά θεά. Ορίζοντας και τον απολογισμό της ζήσης της, για ό,τι «άμμος ήτανε προτού γυαλί να γίνει» (κατά Λίνα Νικολακοπούλου και Νίκο Αντύπα). Καθώς στη (γεμάτη και πολυτάραχη) ζωή, κατά τον Οδυσσέα Ελύτη, «Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε / μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε». Και, κατά Μαρινέλλα, «Δεν με νοιάζει τίποτα / όλα τά ‘χω ζήσει»:

«Πιστεύω πως ό,τι δίνεις στη ζωή σου, το εισπράττεις. Το εισπράττω αυτό που έδωσα! Κάθε μέρα. Έλεγε η μάνα μου: Δίνει ο Θεός κατά την καρδίαν του ανθρώπου. Ένα ποτήρι νερό να δώσεις, μπορεί να εισπράξεις ένα πηγάδι. Δεν πρέπει όμως να δίνεις και να περιμένεις να το εισπράξεις…».

*Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Αποδράσεις από τις φυλακές με θεατή τον Μ. Χρυσοχοΐδη

Δύο αποδράσεις από φυλακές μέσα σε λίγες εβδομάδες και ένα περιστατικό που κρατούμενος βρέθηκε εκτός φυλακής χωρίς συνοδεία, δημιουργούν σοβαρά ερωτηματικά

Κόκκινες γραμμές που σβήστηκαν και αυτή που δεν σβήνεται

Πούτιν: «Αν φτάσουμε σε άμεση επίθεση κατά της Ρωσίας, το ζήτημα της χρήσης όλων των τύπων όπλων που διαθέτει η χώρα μας θα τεθεί αναπόφευκτα και αμέσως»

Ελληνικό: Οι «κακομοίρηδες» πληρώνουν τους «κυριλάτους»

Οι «κακομοίρηδες», όπως χαρακτηρίζουν κυβερνητικά στελέχη τους πολίτες, τελικά πληρώνουν τους «κυριλάτους» του Ελληνικού

25 χρόνια επιστημονικής έρευνας για τον καρκίνο δείχνουν το αύριο

Παρά τις επιτυχίες της επιστημονικής έρευνας για τον καρκίνο,, η αντοχή στα φάρμακα παραμένει μεγάλο πρόβλημα. Τα επόμενα 25 χρόνια θα χρειαστούν πιο έξυπνοι συνδυασμοί φαρμάκων, νέες ανοσοθεραπείες πέρα από τις σημερινές θεραπείες

Να γιατί θέλουν να κόψουν τα επιδόματα ανεργίας

Η αναμόρφωση των επιδομάτων και η κατάργηση του επιδόματος ανεργίας, δεν είναι επιδότηση εργασίας, αλλά των επιχειρήσεων με λεφτά των μισθωτών