Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *

Μεταξύ μας, μερικές φορές, «τέλω να μπριανκιεφτώ, να μη πενσέφσω, να κλάφσω τσαι να γελάσω τέλω…» (Θέλω να μεθύσω, για να μη σκέφτομαι, να κλάψω και να γελάσω θέλω…), με κάποιες ιστορίες. Για μνημεία γλωσσικά, όπως τα γκρίκο (ελληνική διάλεκτος της Απουλίας) και τα γκρέκο (ελληνική διάλεκτος της Καλαβρίας).
Μια ιστορία πολλών αιώνων, από τότε – τον 8ο αιώνα π.Χ. – που ελληνικά φύλα (των Ιώνων, κυρίως, από την Εύβοια) αποίκισαν την Κάτω / Νότια Ιταλία. [Και αργότερα, τον 9ο αιώνα μ.Χ., Βυζαντινοί]. Και την… έκαναν Μάγκνα Γκρέτσια. «Μεγάλη Ελλάδα»!
Μια ιστορία που διατήρησε από τον αρχαίο αποικισμό το γλωσσικό «μνημείο» της στην επικοινωνία κυρίως των φτωχών καλλιεργητών, των κολλήγων στα χωράφια της Κάτω Ιταλίας, των κτηνοτρόφων και βοσκών της Καλαβρίας.
Εκεί που «πολεμόντα», δηλαδή δουλεύοντας, πολεμώντας για τη ζήση, διατηρούσαν τους δικούς κώδικες στο μόχθο, την καθημερινότητα και τα τραγούδια των ελληνόφωνων κοινοτήτων. Σε μια γλώσσα που τελευταία έφτασε να διδάσκεται, όσο συνέχισε, μετά κόπων και βασάνων και περιορισμών, να κοινωνείται προφορικά…
Ξεκινήσαμε αυτή την ιστορία με ένα «κλάμα», O Klama I Jineka U Emigrantu, ή το γνωστό μας πλέον «Άντρα μου πάει» (Ántra mou páei). Το θλιμμένο ξόδι της γυναίκας για τον άντρα της που φεύγει μετανάστης. Είτε για την «Τζερμάνια» και τα ορυχεία της, είτε για αλλού.
Όμως, η ιστορία αυτής της γλώσσας, με ομηρικές επιρροές, που διατηρήθηκε σαν ντοπιολαλιά για αιώνες, γνώρισε πέρα από την (αναγκαστική, λόγω φτώχειας) μετανάστευση και άλλες σκοτεινές περιόδους. Όταν ο Μπενίτο Μουσολίνι κι ο φασισμός του απαγόρευσαν στις ελληνόφωνες κοινότητες της Κάτω Ιταλίας την ιδιαίτερη πανάρχαια γλώσσα τους, στο πλαίσιο μιας «σκληρής πολιτικής εθνοκάθαρσης και ιταλοποίησης».
Εδώ, ας κάνουμε μια στάση. Για το μύθο της απειλής αποκεφαλισμού, από πλευράς Μουσολίνι. Η αλήθεια είναι πως ο Ντούτσε απειλούσε, μεταφορικά, για πολιτιστικό «αποκεφαλισμό». Στο πλαίσιο της πολιτικής για τη γλωσσική «ιταλοποίηση», όχι μόνον των ελληνόφωνων διαλέκτων. Τη διαβόητη Italianizzazione.
Βέβαια, η Καλαβρία και η Απουλία ήταν δύο περιοχές που, εκείνη την εποχή, είχαν τεθεί υπό στρατιωτικό νόμο. Και τα στρατοδικεία μπορούσαν να επιβάλλουν όποια, μα όποια ποινή ήθελαν.
Το ίδιο και οι δάσκαλοι σε αυτές τις περιοχές που μπορούσαν να επιβάλλουν σκληρές τιμωρίες για τη… μη ιταλική καθαρότητα της γλώσσας των μαθητών. Από βίτσα μέχρι (να άλλος ένας μύθος!) να φτύνουν στο στόμα των «παραβατών» μαθητών!
Πάντως, εκείνη η εποχή οδήγησε και στη μεγαλύτερη παρακμή τα γκρεκάνικα, τα οποία είχε ήδη φθείρει ο χρόνος, η μετανάστευση, ο χαμός. Ήταν δε η ίδια εποχή που ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπως μού αφηγούνταν ηλικιωμένοι στο χωριό Καλιμέρα (στο Σαλέντο), ανακάλυπταν με έκπληξη, μαχόμενοι από τις τάξεις του ιταλικού στρατού στο Αλβανικό Μέτωπο, ότι απέναντί τους είχαν ανθρώπους που μιλούσαν μια γλώσσα που μπορούσαν να καταλάβουν. Τους Έλληνες!
Σταμάτησαν μεν να μιλάνε, ανοιχτά, τα γκρεκάνικα, αλλά δε σταμάτησαν ποτέ να τα τραγουδάνε. Έτσι η ήδη λαβωμένη γλώσσα σώθηκε χάρη στη μουσική και την ποίηση. Και σε κάποιους φωτισμένους ανθρώπους που βάλθηκαν να τα βάλουν με τη φθορά. Διότι αν περίμεναν από τις κυβερνήσεις των ομόγλωσσων Ελλήνων…

Τι ιστορία (και Ιστορία), θα μού πείτε. Και που τη θυμήθηκα. Αφορμή ήταν μια – ιστορική – προβολή στη Μάγκνα Γκρέτσια, 51 χρόνια μετά. Του θρυλικού ποιητικού ντοκιμαντέρ, πρώτη οργανωμένη δουλειά του σκηνοθέτη Δημήτρη Μαυρίκιου, «Πολεμόντα» (Polemónta).
Πολεμώντας για τη ζήση, όπως είπαμε παραπάνω. Το οποίο 40 χρόνια μετά την απειλή αποκεφαλισμού για τη γλώσσα, του Μουσολίνι, το 1975, κατέγραψε τα απομεινάρια της μακραίωνης ιστορίας της, στους ανθρώπους της, στις ιστορίες και στις αφηγήσεις τους, στην Κάτω Ιταλία.
Η προβολή έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 22 Αυγούστου 2026, στις 18.30, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Μπόβα Μαρίνα, στην Καλαβρία. Με χαιρετισμούς από την Ελληνίδα πρέσβειρα στην Ιταλία, Ελένη Σουρανή, εκ μέρους του δραστήριου Centro Ellhnomatheia RC (στο Ρήγιο της Καλαβρίας) της αρχαιολόγου Βασιλικής Βούρδα, της καθηγήτριας και προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Jalò tu Vua (Γιαλός του Βούα), Τίλντε Μουσολίνο, και σχόλια από την καθηγήτρια του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ντομένικα Μινίτι – Γκώνια.
Θα προβληθεί μια εξαιρετικά αποκαταστημένη κόπια, ψηφιοποιημένη από το αρνητικό φιλμ 16mm του ποιητικού ντοκιμαντέρ «Polemónta» του Δημήτρη Μαυρίκιου, που έγινε πραγματικότητα χάρη στην Παγκόσμια Ημέρα Οπτικοακουστικής Κληρονομιάς 2025, από το πολύτιμο Αρχείο της ΕΡΤ (ολόκληρη η 70λεπτη ταινία, εδώ). Με – πρωτόφαντους – ιταλικούς υπότιτλους, χάρη στην υποστήριξη της Πρεσβείας μας στην Ιταλία και πρωτοβουλία του Κέντρου Ελληνομάθεια (μετάφραση από τα ελληνικά της Elisabetta Garieri).
Έγινε δε και με αφορμή την 50ή επέτειο από την πρώτη προβολή του, στο 16ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (22-28 Σεπτεμβρίου 1975, όπου και κέρδισε το Βραβείο Κριτικών και, κυρίως, το Βραβείο Κοινού), «της πρώτης οπτικοακουστικής καταγραφής που έγινε ποτέ στα ελληνόφωνα χωριά της Νότιας Ιταλίας».
Με την εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Λευτέρη Παυλόπουλου, τη μουσική επιμέλεια και σύνθεση της Ελένης Καραΐνδρου (την πρώτη της στην ελληνική κινηματογραφία), σε μοντάζ και αφήγηση του σκηνοθέτη.

Και μια ιστορική μουσική στιγμή, στην ιστορία μας: Η Φραντσέσκα Λίτσι, από το ελληνόφωνο χωριό Καλιμέρα, που συνεργάστηκε και στα κείμενα του ντοκιμαντέρ, πρώτη τραγούδησε on camera στο «Polemónta» το εμβληματικό «Άντρα μου πάει».
Το τραγούδι δεν είναι παραδοσιακό, αν και συνέχισε, λαμπρά, την αιώνια παράδοση των ελληνόφωνων. Γράφτηκε το 1972, επίσης στο χωριό Καλιμέρα, από τον αείμνηστο ποιητή, μουσικό και ζωγράφο Φράνκο Κορλιανό.
Ως εργαζόμενος στο σιδηροδρομικό σταθμό του Λέτσε, στην Απουλία, έγινε μάρτυρας και εμπνεύσθηκε το τραγούδι από τον αποχαιρετισμό (και το κλάμα) της γυναίκας ενός μετανάστη…
Για το ντοκιμαντέρ «Polemónta», η Μαρία Φαραντούρη τραγούδησε ένα χορικό από τους «Πέρσες» του Αισχύλου που μελοποίησε ειδικά για την ταινία η Ελένη Καραΐνδρου.
Όμως, δύο χρόνια αργότερα ηχογράφησε το «Άντρα μου πάει» για το ιστορικό άλμπουμ της «Τραγούδια Διαμαρτυρίας από όλο τον κόσμο», που αγαπήθηκε από το ελληνικό και το παγκόσμιο κοινό.
Θυμόταν ο Δημήτρης Μαυρίκιος, που γύρισε το ποιητικό ντοκιμαντέρ του μόλις επέστρεψε, το 1975, στην Ελλάδα απόφοιτος πια από την Κρατική Σχολή Κινηματογράφου της Ρώμης: «Είχαμε πάει με τον Λευτέρη Παυλόπουλο και τη μητέρα μου στην Καλημέρα, για να καταγράψουμε παραδοσιακά τραγούδια των ελληνόφωνων της Κάτω Ιταλίας. Στο τέλος των γυρισμάτων η Francesca και το γκρουπ Canzoniere Grecanico Salentino θέλησαν να μας πουν και ένα τραγούδι που μόλις είχε γράψει ο φίλος τους Franco Corlianò.
»Υπήρχε ελάχιστο παρθένο φιλμ διαθέσιμο και η μπαταρία της κάμερας είχε σχεδόν αδειάσει. Άλλωστε μας ενδιέφεραν μόνο παραδοσιακά τραγούδια. Αδίκως, βέβαια. Για να μη φανούμε αγενείς, τραβήξαμε ελάχιστα πλάνα, όσα επέτρεπε η πεσμένη μπαταρία.
»Το τραγούδι μάς μάγεψε και αργότερα, στο μοντάζ, έκανα ό,τι μπορούσα για να σώσω εκείνα τα ελάχιστα πλάνα και να το βάλω στην ταινία.
Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1975 έπεσε δυνατό χειροκρότημα στο τέλος του τραγουδιού, στη μέση της ταινίας Polemónta…
»Λίγο καιρό αργότερα πρότεινα στην καλή μου φίλη Μαρία Φαραντούρη να το συμπεριλάβει στον δίσκο της με τραγούδια διαμαρτυρίας από όλο τον κόσμο.
Εκείνη αρχικά δεν το ήθελε. Έκανα το παν μέχρι να την πείσω. Από κει και πέρα έγινε η γνωστή επιτυχία που διαρκεί μέσα στις δεκαετίες…».
Εδώ που τα λέμε, τα γράφω αυτά για την ιστορία μας και «πένσεω στο σκοτεινό τσιαι στη μινιέρα, που πολεμόντα ετσεί πεθαίνει ο γένο» (σκέφτομαι το σκοτεινό ορυχείο, όπου δουλεύοντας, πολεμώντας για τη ζήση, εκεί, πεθαίνει ο κόσμος». Και ξαναφέρνω στο νου μου την συγκλονιστική επισήμανση, στο ντοκιμαντέρ, της ελληνόφωνης Φραντσέσκα Λίτσι: Μάς αποπροσανατολίζουν με τη σημασία που έχει η διατήρηση και προστασία της γλώσσας μας και της κουλτούρας μας, την ώρα που οι άνθρωποί της πολεμούν για τη ζήση τους, μεταναστεύουν και χάνονται…
Σκέφτομαι, τέλος, και εκείνο που προτάσσει και το τραγούδι «Άντρα μου πάει» (εμβληματικό στα ελληνόφωνα, όπως και το Kalinitta / Καληνύχτα, που μάς γνώρισαν οι «ειδικοί», δικοί μας, Encardia του Κώστα Κωνσταντάτου). Όχι μόνον το κλάμα της γυναίκας του μετανάστη, αλλά κυρίως τα μικρά παιδιά του: «- Τάτα, γιατί εν να πάει; Πέ μα, γιατί; – Γιατί έτο έ’ναι ε τζωή, μαρά παιδία: ο τεκούντη πολεμά τσ’ ιδρώνει» (- Μπαμπά, γιατί πρέπει να πας; Πες μου, γιατί; – Διότι έτσι είναι η ζωή, καημένα παιδάκια: ο φτωχός δουλεύει και ιδρώνει).
Κι είναι σαν να διαβάζει τις διαχρονικές «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει» (1935) του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Τη νύχτα που το Σινικό τείχος αποτελείωσαν, που πήγανε οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; … Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο, μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;»… «Έτο ε’ναι ε τζωή μα, Κριστέ μου» (Αυτή είναι η ζωή μας, Χριστέ μου), που λέει και η γυναίκα του μετανάστη στο τραγούδι του Φράνκο Κορλιανό…
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος



