Του Παύλου Ηλ.Αγιαννίδη *

«Η Ελλάδα σου μοιάζει Μπλανς Επιφανί / διαθέτει ήθος, αφέλεια, υπομονή. / Κι αν την βιάζουν τακτικά / οι κατακτητές, με επιμονή / τα καταφέρνει, η Ελληνίς Επιφανί, / να παραμένει πάντα παρθένος και γυμνή».
Δεν ξέρω για σας, αλλά προσωπικά θα ήθελα να απιθώσω εδώ αυτά τα γλαφυρά – περί Ελλάδος – στιχάκια, σε ρυθμό εμβατηρίου. Επετειακά. Σπονδή στην μ.Χ. (μετά Χατζιδάκι) μυθολογία, που ογκώνεται στα 100 χρόνια από την ημέρα του ερχομού του σε τούτη την υφήλιο.
Είναι παρά ένα, σύντομο και στιχουργικά και μουσικά, επίμετρο του αξέχαστου Μάνου Χατζιδάκι για την παράσταση «Πορνογραφία», που ανεβάστηκε και κατεβάστηκε σε λιγότερο από δύο μήνες στο Θέατρο Σούπερ Σταρ, το 1982. Όμως πρόλαβε να μάς σημαδέψει με την «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» (Σαν παλιό σινεμά) και το «Έλα σε μένα».
Είναι η εποχή που χάρη στον «Ταχυδρόμο» και τη μετάφραση της Έλενας Ακρίτα κάνουν επιτυχία τα στριπάκια από το γαλλικό ερωτικό κόμικ (είχε ξεκινήσει το 1967) «Μπλανς Επιφανί», με την μικρούλα και αθωοτάτη Μπλανς να καταλήγει πάντα γυμνή.
Σαν την Ελλάδα, κατά τον Μάνο Χατζιδάκι, που τήν περιέλαβε με δύο τραγούδια, ένα σε δικούς του στίχους – τους παραπάνω – και ένα του Άρη Δαβαράκη στην κατά τα άλλα εμπορικά αποτυχημένη «Πορνογραφία».
Εδώ είμαστε. Στους στίχους του Μάνου Χατζιδάκι. Ας είναι αυτή η σπονδή μας σε τούτη την επέτειο…
«Τον Μάνο Χατζιδάκι πολλοί τoν ξέρουν ως μουσικό, αλλά λίγοι ως ποιητή», όπως είχε παρατηρήσει, σωστά, η Αρλέτα σε μία συναυλία της, το καλοκαίρι του 1990, στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας. Όπως και ο ποιητής Θάνος Φωσκαρίνης.
Πόσα ξέρουμε λοιπόν γι’ αυτή την άλλη πλευρά του… φεγγαριού, μ.Χ.; Έγραψα φεγγάρι και είναι σαν να κατέγραψα έναν από τους σημαντικούς – και στιχουργικούς – πολύ προσωπικούς του κώδικες:
«Το φεγγάρι είναι κόκκινο», «Με δυο φεγγάρια στην καρδιά…» (Ερωτική άσκηση για δύο), «Χίλια πουλιά να σκίζουν το φεγγάρι…» (Κρίση), «Το φεγγάρι τρέχει, βιάζεται, να κρυφτεί απ’ την απειλή…» (Δυο παιδιά μεσ’ τη βροχή), «Φεγγάρια μου παλιά, καινούργια μου πουλιά…» (Τ’ αστέρι του βοριά)…
Χωρίς να λησμονούμε, βεβαίως, και αυτά τα… φεγγάρια, που απιθώθηκαν πάνω στις μουσικές του:
«Χάρτινο το φεγγαράκι» (Νίκος Γκάτσος), «Σβήστε τα φώτα, σβήστε το φεγγάρι…» (Αγάπη πού’ γινες δίκοπο μαχαίρι, Μιχάλης Κακογιάννης), «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι (Νότης Περγιάλης και Γιώργος Εμιρζάς), «Μην τον ρωτάς τον ουρανό, το σύννεφο και το φεγγάρι…» (Γιάννης Ιωαννίδης και Παναγιώτης Κοκοντίνης), «Με λεν’ τρελή του φεγγαριού…» (Στου Διγενή τα κάστρα, Νίκος Γκάτσος), «Αίμα στο επικίνδυνο φεγγάρι…» (Νυχτερινό Γ, Ντίνος Χριστιανόπουλος), «Αγάπη μου, σε γύρευα σ’ αυγή και σε φεγγάρι…» (Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς, Γιάγκος Αραβαντινός), «Ένας ναύτης στο φεγγάρι» (Μίλτος Σαχτούρης), «Μικραίνει το φεγγάρι σαν ζωντανό σφουγγάρι» (Νίκος Γκάτσος)…
Μια και ξεκινήσαμε με μια εμπορική αποτυχία, ας πάμε στον ποιητή – στιχουργό Μάνο Χατζιδάκι σε τρεις μεγάλες, θεατρικές και κινηματογραφικές, επιτυχίες:
Πρώτα, στο Θέατρο Αθηνών του 1961, όπου ανεβάστηκε το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλο, από τον θίασο Δημήτρη Μυράτ, σε δική του σκηνοθεσία. Εκεί ο Μάνος Χατζιδάκις καταρχάς έδινε με ένα κείμενό του έναν βαρυσήμαντο – όπως αποδείχτηκε με τα χρόνια – ορισμό για το θέατρο, με την φωνή και την συγκίνηση του Δημήτρη Μυράτ:
«Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι. Εσείς κι εγώ».
Ορισμός ανάλογης εμβέλειας και συμβολισμού με εκείνον, που είχε δώσει ο Μάνος Χατζιδάκις, με όχημα την φωνή του φίλου του Δημήτρη Χορν, στην άλλη επιτυχημένη παράσταση, «Οδός Ονείρων», το 1962, στο Θέατρο Μετροπόλιταν, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού:
«Ηθοποιος σημαίνει φως. Είναι καημός πολύ πικρός και στεναγμός πολύ μικρός».
Προσθέτοντας στην ίδια παράσταση και μια συγκινητική κοσμαγάπητη διαπίστωση, με την φωνή του Γιώργου Μαρίνου:
«Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά. Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά».
Με την ίδια διεισδυτικότητα που μάς προειδοποιούσε για το «αυγό του φιδιού», που σπάει: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη και να μας τρομάζει η ομορφιά».
Εκείνο που θυμούνται ακόμη λιγότεροι είναι ότι του ανήκουν οι στίχοι μιας μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας: «Μες σ’ αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή / κι έχω συντροφιά μου κάτασπρο πουλί…».
Και «Θάλασσα πλατιά / σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις…». Από την θρυλική «Μανταλένα» του 1960, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Που τραγουδήθηκαν ακόμη και από τον Χάρι Μπελαφόντε (στα ελληνικά).
Η ταινία του Ντίνου Δημόπουλου βασιζόταν σε παλιά, πραγματική ιστορία στην Αντίπαρο (όπου και γυρίστηκε), την οποία ανέσυρε ο Γιώργος Ρούσσος και έπλασε το σενάριο.
Τα τραγούδια είχαν αρχικά ηχογραφηθεί σε μαγνητοταινία, που πήρε η Αλίκη στη διάρκεια των γυρισμάτων, με την φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Όμως εκείνη θέλησε να τα ξαναηχογραφήσει η ίδια για την ταινία.
Για άλλους λόγους έφτασαν να σημαδευθούν από την φωνή και την ερμηνεία της άπειρης στο τραγούδι ηθοποιού Ζωής Φυτούση άλλα δύο – σημαδιακά για την στιχουργία του Μάνου – τραγούδια, στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε». «Ο ταχυδρόμος πέθανε» (βασισμένο, κατά μία εκδοχή, επίσης σε αληθινή ιστορία που είχε ακούσει ο Μάνος Χατζιδάκις) και το «Φέρτε μου ένα μαντολίνο».
Αλλά και «Η πέτρα», το οποίο ερμήνευσε η ηθοποιός και σύζυγος του Δημήτρη Μυράτ, Βούλα Ζουμπουλάκη (εμφανιζόταν και στην κατά Κακογιάννη «Στέλλα»).
Και τα τρία προορίζονταν να τα τραγουδήσει η μεγάλη Τζένη Βάνου, την οποία θαύμαζε πολύ ο Μάνος. Εκείνη όμως τελικά αρνήθηκε, φοβούμενη να «προδώσει» τον Μίμη Πλέσσα που της είχε χαρίσει μεγάλες επιτυχίες.
Σαν χαριτωμένο παιχνίδι, με έναν ακόμη κώδικά του, την γάτα και ένα «Χρυσόψαρο», ήταν οι στίχοι του Μάνου Χατζιδάκι για την ταινία «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», με ερμηνευτές τον Ντίνο Ηλιόπουλο και την Τζένη Καρέζη, το 1959.
«Η γάτα λέει: Για δες το κοροϊδάκι, / με πίστεψε ότι το αγαπώ. / Μα λέει και το κουτό χρυσοψαράκι: / Τι κούνια που σε κούναγε, πω-πω πω-πω!».
Εκεί και το δικό του επίσης «Δεν μπορεί κανείς να ξέρει». Στο πνεύμα των παιδικών τραγουδιών, που ήταν και οι πρώτες του, εφηβικές, στιχουργικές απόπειρες από τις αρχές της δεκαετίας του ’40.
Το ίδιο σύμβολο, τη γάτα, χρησιμοποίησε – σχεδόν αυτοβιογραφικά – στους στίχους για την θεατρική εμπορική αποτυχία του 1962 «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, στο Ρεξ.
Σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και σκηνογραφία Νίκου Εγγονόπουλου. Με την Αλίκη Βουγιουγκλάκη στην πρώτη της θιασαρχική προσπάθεια και τον Τζαβαλά Καρούσο.
Στη συλλεκτική πλέον δισκογράφηση, που κράτησε εννέα ολόκληρους μήνες, η Ευγενία Βάλβη (μετέπειτα Συριώτη) τραγουδούσε τους στίχους του: «Η μητέρα μου ήταν γάτα / κι ο παππούς μου αϊτός / έτσι μ’ έφερε και μένα / σε μια νύχτα ο κεραυνός».
Επηρεασμένος από τον σουρεαλιστή Εγγονόπουλο, χρόνια αργότερα, το 1983, παρέδιδε μαζί με τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς», στη φωνή και την ερμηνεία της Νένας Βενετσάνου, στίχους για «Ερωτική άσκηση για δύο» και «Ερωτική άσκηση για τέσσερις» και την ιστορία μιας παράξενης ηρωίδας, της «Μαριάνθης των ανέμων»:
«Μέσα από άγνωστο χωριό κοντά στον Παρνασσό / ξεκίνησα για να δοκιμαστώ / κι αυτούς που με παιδέψανε σαν άγιο και Χριστό / τους έκοψα τον ένα τους μαστό».
Να θυμηθούμε ακόμη δύο αγαπημένα τραγούδια, που συνήθως ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις υπογράφει και τους πολυτραγουδισμένους στίχους: «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου / μα δεν ξέρω ποια ‘ναι». Βραβείο στο Α’ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού του 1959, με τη Νάνα Μούσχουρη.
Τραγούδι που ηχογραφήθηκε παράλληλα από την Γιοβάννα και την Ζωή Μάγκου, την Τζένη Βάνου με τον Τώνη Μαρούδα και το Τρίο Μορένο, αλλά και τη Λόλα Τσουκάτου. Και πολύ σύντομα από τους Four Coins στα αγγλικά, από τον Ζορζ Μουστακί στα γαλλικά, από τη Βίκυ Λέναδρος και από την Μαριάνα Ντερζά στα γιουγκοσλαβικά.
Στο Γ’ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, με τη Νάνα Μούσχουρη επίσης, διακρίθηκε και το άλλο στιχουργικό διαμάντι του, ο «Κυρ Αντώνης», που ηχογραφήθηκε με την επίβλεψη του Μίκη Θεοδωράκη από τους Στέλιο Καζαντζίδη και Μαρινέλλα, με το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη, και έγινε μεγάλη λαϊκή επιτυχία.
Εντυπωσιακό: με λίγες μόνον ημέρες διαφορά, το καλοκαίρι του 1961, το ηχογράφησαν η Νάνα Μούσχουρη, ο Διαμαντής Πανάρετος (με το θρυλικό «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά» σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου στην δεύτερη όψη του δίσκου 45 στροφών), η Νινή Ζαχά και ο Πάνος Γαβαλάς με την Ρία Κούρτη!
Στο παιδικό του στιχούργημα «Κυπαρισσάκι», που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Γενιά» της ΕΠΟΝ (με το ψευδώνυμό του, Πέτρος Γρανίτης), βασίστηκε και το ομότιτλο τραγούδι του, «Κυπαρισσάκι είν’ αψηλό / το παλληκάρι π’ αγαπώ», που με την ερμηνεία της Νάνας Μούσχουρη μοιράστηκε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ του ΕΙΡ, το 1960, με την «Τιμωρία» του:
«Σ’ αυτή τη χώρα τη μικρή / που μοίρα δεν τη μοίρανε / ήρθανε και μ’ αφήσανε / μια παγωμένη αυγή».
Δική του στιχουργικά και μουσικά και «Μια πόλη μαγική», που πρωτακούστηκε στους τίτλους της ταινίας «Μαγική πόλις» του Νίκου Κούνδουρου από την Ζωή Μάγκου, το 1954. Αλλά ηχογραφήθηκε το 1963 από την Ελένη Λαμπίρη, που ήταν γνωστή και με τα ονόματα Έλσα Λάμπο και Έλσα Μαργαρίτη.
Και, βέβαια, δικοί του και οι στίχοι στο Όσκαρ Τραγουδιού «Τα παιδιά του Πειραιά», που με έναν τρόπο είχε αποκηρύξει την μεγάλη επιτυχία τους, αλλά δήλωνε ότι τού «αγόρασε» το διαμέρισμα στην Ρηγίλλης.
Κατά κάποιους μελετητές, κομβική ήταν η στιχουργική ‘εμμονή’ του Μάνου Χατζιδάκι στο «παιδί»:
«Ένα παιδί τριανταφυλλί / ήρθε μου πήρε το φιλί / κι έγινε δέντρο αμάραντο / μεσ’ την παρθένα πλάση» (Σχέδιο για ένα δημοτικό τραγούδι), «Κάθε τρελό παιδί έχει στο χέρι / φιλί της Παναγιάς κι ένα μαχαίρι», «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο / κυνηγάνε τους αστούς / πετσοκόβουν τα κεφάλια / από εχθρούς και από πιστούς», «Τα παιδιά που αγαπηθήκανε/ φύγαν σ’ άλλην εποχή (Δυο παιδιά μες τη βροχή) «Παιδί της γης / παιδί τραγουδισμένο / έτσι που σε φαντάζομαι / σαν αστραπή», «Ένα παιδί/ απο τ’ αντικρινό παράθυρο/ με βλέπει μ’ απορία να κοιμάμαι» (Ιδιωτική στιγμή)…
Στίχους του Μάνου Χατζιδάκι αξιοποίησαν και άλλοι συνθέτες. Όπως ο στενός συνεργάτης του, Γιώργος Ρωμανός, την «Πνιγμένη κόρη» στις «Μπαλάντες» του, το 1965.
Δεν λησμονώ ότι ακόμη και ο Γιάννης Πουλόπουλος είχε τραγουδήσει στίχους Χατζιδάκι, το 1965, στο τραγούδι του Δήμου Μούτση «Μέσα στο παλιό μου σπίτι». Και μάλιστα μερικούς μήνες πριν από την, γνωστότερη, εκδοχή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Ο Νότης Μαυρουδής του – τότε – Νέου Κύματος μελοποίησε αποκλειστικά Μάνο Χατζιδάκι, από το 1977 ακόμη, στον δίσκο του «Παιδί της γης».
Το δε λυρικό ποίημα «Κρίση», με την Αρλέτα, μελοποιήθηκε αργότερα και από τον Σταύρο Ξαρχάκο για τη Νάνα Μούσχουρη και το δίσκο του «Αγάπη είν’ η ζωή» (1994): «Κρίση την είπαν την ορμή / που φτιάχνει η αγάπη μέσα στο λιβάδι…».
Σε όλα και για όλα είχε τον δικό του μουσικό και στιχουργικό ορισμό ο Μάνος: «Το τραγούδι μου είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας», έγραφε (στο βιβλίο του «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», εκδόσεις Ίκαρος, 1988).
Όσο διογκούται η μ.Χ. μυθολογία και άλλοι μουσικοί, όπως ο Κωνσταντίνος Βήτα, ο Στάθης Άνινος και η Δανάη Παναγιωτοπούλου, καταφεύγουν στους στίχους του ή στα αιχμηρά, προφητικά κείμενά του. Σαν να είναι αυτό τρόπος κατανόησης, ακόμη και για το Μετά του.
Κι εκείνος σαν να το είχε προβλέψει: «Τώρα που ζω μαζύ σου βαθειά και απόλυτα, θέλω να μάθεις ποιός υπήρξα, ποιός είμαι, τι σκέφθηκα, πώς έζησα και τι συνέθεσε αυτό που οι άλλοι συνηθίσανε να αποκαλούνε παρουσία», έγραφε στην – και στιχουργική του – «Μυθολογία», το 1965.
Απιθώνοντας, λοιπόν, όλα αυτά τα στιχάκια του, ως σπονδή στον βωμό της μ.Χ. μυθολογίας για τούτη την 100ή επέτειο, ας τον ακούσουμε να μας λέει, με τα δικά του λόγια, μια γλυκιά «Καληνύχτα» (Ερωτικό), που μελοποίησε ο Μιχάλης Καλογεράκης για τον Απόστολο Κίτσο και το άλμπουμ τους «Κάτι παράξενο» (Μικρή Άρκτος»). Πρόσφορη για όσους, πολλούς, τόν ανακαλύπτουν στο Μετά του:
«Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή / μιαν άλλη που δε θα υπάρχω / μη φοβηθείς. / Και θα με βρεις, είτε σαν άστρο / όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα / Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει / Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς / διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος. (…) Το πρόσωπό μου φωτεινό / να σχηματίζει αστερισμό / να σου χαμογελάει / και να σου ψιθυρίζει / Καλή νύχτα»…
*Δημοσιογράφος



