Το πολύτιμο μέταλλο του Γιώργου Μαρίνου

Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *

Υπό το βάρος (και την ευθύνη!) αμέτρητων προσωπικών αναμνήσεων, τούτος ο αποχαιρετισμός στον «μεγαλύτερο σόουμαν της μικρής Ελλάδας», θα είναι πολύ προσωπικός.

Όλοι αξιοποιούν τις δικές του φράσεις για να πλάσουν την ιστορία και το προφίλ του, ειδικά στα copy paste media και τα σόσιαλ μίντια. Και εδώ είναι το μυστικό: Ο Γιώργος Μαρίνος μάς είχε αποκαλύψει αρκετά, όμως παρέμενε κλειστός σαν στρείδι για την ουσία της ζωής του – κάποτε και της τέχνης του. Που τη διακόνησε, γενναία και περήφανα, κόντρα σε κοινωνικά στερεότυπα και εύκολα «κους κους».

Και αυτό ήταν η μεγάλη νίκη του – ειδικά τώρα, με την αποδημία του – απέναντι σε ένα «κατεστημένο», άλλοτε ενοχλημένο από την ίδια την (περήφανη) ανθρώπινη ταυτότητά του, άλλοτε ευεπίφορο σε ρηχούς διθυράμβους για τον «μεγάλο σόουμαν».

Το είχε προείπει ο ίδιος, σε ανύποπτο χρόνο: «Έχω αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο για όλα όσα έχω ζήσει. Δε μου αρέσει ιδιαίτερα. Αλλά το κάνω για τον εξής λόγο: Θέλω να γλιτώσω το να το γράψουν κάποιοι άλλοι για μένα. Η βιογραφία μου θα ακυρώνει όσους θα προσπαθήσουν να με φιλήσουν μετά το θάνατό μου». Θα φτάσουμε κι εκεί.

Πάμε στην αρχή των αναμνήσεων. Στα χρόνια που έκανε τα πρώτα του βήματα. Ως γιος μαχητικού αρχιτέκτονα – πολιτικού μηχανικού, εξορισμένου στη Μακρόνησο. Συν γιος χωρισμένων γονέων. Πριν καν συνειδητοποιήσει τον κόσμο και τα δύο! Δυσβάστακτα «στίγματα»…

Έπειτα, είναι και η «καταγωγή». Όλοι μιλούν για τη γέννησή του στο Βοτανικό, με βάση κάποια λόγια του δημόσια. Όμως, πόσοι θυμούνται την εφηβεία του, στα χρόνια της προσωπικής επανάστασης υπέρ της Τέχνης και της Ταυτότητάς του, με τα πήγαινε έλα στο Περιστέρι, από τότε που συναντήθηκε πρώτη φορά, ουσιαστική, με τον άλλοτε εξόριστο πατέρα του, Αλέξανδρο;

Μια πόλη, που έχει καταγραφεί πρώτη φορά με το όνομά της σε δημόσια έγγραφα από το 1593, παρακαλώ, και μεταπολεμικά ήταν εκείνη που ογκώθηκε, μεταπολεμικά, στις 79.000 κατοίκους και δηλωνόταν, σωστά ή λάθος, ως «ο τρίτος μεγαλύτερος δήμος της Ελλάδας».

Περιστέρι. Μια πόλη προσφυγομάνα, που δέχτηκε την επέκταση των προσφυγικών πληθυσμών από την Κοκκινιά οι οποίοι, με την έξαρση της αστυφιλίας, πρόκοψαν και γέμισαν με κατοικίες τα άλλοτε χωράφια με τα σπαρτά, από το ’60 και μετά.

Μην τα βλέπετε μικρά, όλα αυτά. Χαράζουν χαρακτήρες. Σμιλεύουν στάσεις ζωής. Και, ως πρώτα και κύρια ευαίσθητος άνθρωπος, πολύ ευαίσθητος, ο Γιώργος Μαρίνος τα κάλεσε σχεδόν, κατά πως έλεγε, να «γεννήσουν» την τόσο ιδιαίτερη προσωπικότητά του.

Όπως δεν ήταν καθόλου μικρό πράγμα για το εφηβάκι Γιώργο οι ψίθυροι που ακούγονταν, σιγανά, για το πρόσωπό του και την τάση του προς την «τολμηρή», για τα ανδρικά στερεότυπα, τέχνη, όποτε επισκεπτόταν το τεχνικό γραφείο του πατέρα του, στο πλάι της πλατείας του Περιστερίου. Όπως τα άκουγε και ο πατέρας, γαλουχημένος «αλλιώς» και δακτυλοδεικτούμενος, ως εξόριστος για τα πιστεύω του.

Αλήθεια ή μύθος (από τους πολλούς για το Γιώργο Μαρίνο), δεν ξέρω. Δεν το είδα με τα μάτια μου. Δεν το άκουσα με τα αφτιά μου. Όμως, θυμάμαι ακόμη κουβέντες που «έκλεψα» από τον πατέρα μου, για το τι έλεγαν οι διόλου «καλές γλώσσες». Αντίθετα, με ό,τι έλεγαν, ας πούμε για τους άλλους Περιστεριώτες μεροκαματιάρηδες, μετέπειτα διάσημους της τέχνης, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ή ο Γιάννης Πουλόπουλος.

Ο Μαρίνος, που είχε ήδη ταρακουνήσει, το 1962 με τη συμμετοχή του στην περίφημη «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, την κοινωνία. Λίγο έως πολύ. Με τα «κους κους» να δίνουν και να παίρνουν. Και με έναν απόηχο που έφτανε από τα βρεφικά στα εφηβικά μου χρόνια, διαρκώς ενισχυόμενος…

Διότι εκείνη η προσωπικότητα, που πλάσθηκε από όλα μα όλα τα παραπάνω, ως (και) μαχητική, δεν σιώπησε. Αντιστάθηκε. Διεκδίκησε χώρο και σεβασμό. Άστραψε και βρόντηξε. Και έλαμψε. Πολύ!

Χρόνια μετά, αυτά όλα ήταν κι ένα κίνητρο για μένα να διαβώ, μυστικά, το κατώφλι της υπόγειας «Μέδουσας», όπου ιερουργούσε ο Γιώργος Μαρίνος. Εκείνος, που κατά την εύστοχη ρήση του στιχουργού Γιώργου Παυριανού, ήταν «ένα μείγμα Χορν και Μαρινέλλας», είχε πλάσει έναν δικό του, καταδικό του, ήρωα, συναρπαστικό. Γκέι, στρέιτ, μάνα, δασκάλα, ατσούμπαλο χορευτή, παρθένα γεροντοκόρη που λιγώνεται από πόθο κάτω από το φεγγάρι, όλα μαζί και καθένα μόνο του.

Έναν πολύ-ήρωα, που πάνω στην εμπνευσμένη δημιουργική πλατφόρμα των Λίνας Νικολακοπούλου και Σταμάτη Κραουνάκη, απογειώθηκε, αγαπήθηκε, απέκτησε μιμητές, αγκαλιάστηκε από το ευρύ κοινό, σάρωσε στερεότυπα και αγκυλώσεις, τραγούδησε, ναι τραγούδησε, πρώτος για το ταμπού του «Σεξ» σε μια συντηρητική, ερμητική, κοινωνία!

Για μένα, εκείνα τα σκαλιά που κατέβηκα στη «Μέδουσά» του, ήταν η προσωπική πορεία, κατιούσα μεν, ανιούσα δε, προς τη μεγάλη αγάπη, όχι μόνον για το τραγούδι που «τα λέει» στο σήμερα, αλλά και για το καμπαρέ, το μιούζικαλ, την όπερα… Αυτό τού το χρωστάω τού Γιώργου Μαρίνου. Στο δικό μου μυαλό. Στις δικές μου επιλογές. Ερήμην του, μάλλον.

Σιωπηλά και μυστικά, όπως μπαίναμε στις μπουάτ του Γιάννη Σπανού. Όπως εκείνος έμπαινε στις μπουάτ των υπαρξιστών στο Παρίσι. Και όπως, σιωπηλά και μυστικά, η φήμη τους εξαπλωνόταν ως κάτι πολύτιμο.

Κι άλλο άλμα στο χρόνο. Και προσγειώνομαι στη βίλα του Νέου Βουτζά, ασφαλές καταφύγιό του, (και) χάρη σε μια μακρόχρονη σχέση αγάπης. Νύχτα, περικυκλωμένος, μαζί με το Σταμάτη Κραουνάκη που με πήγε εκεί, από τα αμέτρητα σκυλιά του. Και «καρφωμένος» από το ερευνητικό, διαπεραστικό βλέμμα του.

Ο λόγος; Να συζητήσουμε αν μπορώ να βοηθήσω να γράψει, «σωστά», το βιβλίο της ζωής του μέσα από την δική του, αποκλειστικά, λογική που λέγαμε παραπάνω. Μια βιογραφία, που «θα ακυρώνει όσους θα προσπαθήσουν να με φιλήσουν μετά το θάνατό μου»…

Δεν συνηθίζω να στρέφω στο πρόσωπό μου τις στιγμές ή τις προθέσεις που μοιράστηκαν άνθρωποι της τέχνης, τους οποίους γνώρισα από κοντά. Για το Γιώργο Μαρίνο, τώρα πια, το κάνω ως ύστατο αποχαιρετισμό. Για την Αλήθεια του. Για όσα μού χάρισε, ακόμη και δίχως να το ξέρει. Για όσα μού έδειξε όλα αυτά τα χρόνια, για μένα. Απαραίτητη διευκρίνιση.

Μιλήσαμε πολύ για το βιβλίο. Πολλές φορές. Και για της «καληνύχτας τα φιλιά», που δεν ήθελε να τού τα δώσουν. Και για όσα έπλασαν την μοναδική, ισχυρή και ακατάβλητη, προσωπικότητα, κυρίως πίσω από τα φώτα της σκηνής. Σχεδιάσαμε.

Για λίγο, όμως. Πολύτιμο λίγο, αλλά λίγο. Προτιμούσε να καταγράφουμε πάντα νύχτα. Μετά τις 3-4 το πρωί. Πάντα στο Νέο Βουτζά. Και οι δυσκολίες, λόγω δουλειάς, μού στέρησαν, εν τέλει, το πολύτιμο.

Θυμάμαι πολλά, που θα έκαναν το αποχαιρετιστήριο κείμενο ακόμη πιο… σεντόνι. Κρατάω, εδώ, κάποια. Όπως κάτι που έλεγε, με αντίστοιχα λόγια, και τα είδα μετά σε μια εξαιρετική του συνέντευξη στον Άγγελο Κουτσούκη, στο Όγδοο. Με την αδιαπραγμάτευτη, για κείνον, αλήθεια του:

«Ποτέ δεν πούλησαν οι δίσκοι μου. Εκτός από μία φορά, με ένα τραγούδι που δεν μου άρεσε. Το συγκινητικό είναι ότι εγώ, ακούγομαι από το ραδιόφωνο από τότε που ξεκίνησε η ελεύθερη ραδιοφωνία. Στην ΕΡΤ ήμουν κομμένος μόνιμα. Δίσκος μου δεν κυκλοφορούσε. Επιτρέπονταν ελάχιστα τραγούδια και συνήθως τα πιό ανάλατα».

Ναι, δίσκοι του κυκλοφόρησαν, τελικά. Και έγιναν σαν «ένοχη απόλαυση». Για πολλούς. Ήταν κάτι σαν εκδίκηση, πιάτο που τρώγεται κρύο: «Δεν αγαπώ τη φασαρία γύρω από τις οποιεσδήποτε απαγορεύσεις γίνονταν στους δίσκους μου. Κάνουν τόσο πολλή οι άλλοι, που τα βρίσκω γελοία όλα αυτά. Αλλά πιστεύω ότι όλα τα πράγματα, κατά τη διάρκεια της πορείας ενός ανθρώπου, δικαιώνονται. Και είναι συγκινητικό, που, αυτά τα τραγούδια που δεν πούλησαν, που δεν παίχτηκαν τότε, τα ανακάλυψαν» – μετά. Οι νεότεροι.

Θυμάμαι ακόμη πως αντιστεκόταν, σθεναρά, στην «συναισθηματικότητα» και την «ανασφάλεια του καλλιτέχνη», που τού απέδιδαν κάποιοι. Σαν σφυριές σε ένα ήδη σφυρηλατημένο πολύτιμο μέταλλο. [Αυτή η σφυρηλασία, πόσο πολύτιμο μάθημα ζωής και τέχνης, αλήθεια!].

Θυμάμαι μια μόνιμη επωδό του σε όσα τόν ρωτούσα… για τη στάση των άλλων απέναντί του: «Τόσο ήξεραν!». Και άλλα. Και άλλα, πολλά…

Κι ανάμεσα σε όλα, ο «Βίος της οσίας Τζέζαμπελ», που τού έγραψαν το 1983 ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Γιώργος Παυριανός, για τόσα και τόσα σύννεφα… Τζέζαμπελ, που «ήταν ντιζέζ, στα μπέλι ντανς αρτίστα». «Στων τεχνητών παραδείσων τη δίνη θα παραδοθώ η αρτίστα».

Δεν θα ήθελα να κλείσουμε έτσι. Θα προτιμούσα να επιλέξω ένα, από τα πολλά, που εκτόξευσε, τολμηρά και τόσο ενσυνείδητα, σε τούτη την κοινωνία μας, ο Γιώργος Μαρίνος. Και δη στα χρόνια εκείνα, τα πιο ερμητικά. Ίσως αυτή ακριβώς να είναι η επωδός (από το «Μάθημα Ελληνικής Ιστορίας», 1991, Στ.Κραουνάκης – Λ.Νικολακοπούλου):

«Τι παράγει η Ελλάς, παιδιά;

Χαφιεδισμό και πουτανιά

Και κωλογάντζα…

Και χαλβά Φαρσάλων, τραχανά

Νταβατζιλίκι ρουφιανά και ρεβεράντζα…».


* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Προς τι ο «έρωτας» Τραμπ για τη Λευκορωσία;

Γιατί οι ΗΠΑ δίνουν τόσο μεγάλη σημασία και δείχνουν ... σεβασμό στη Λευκορωσία; Τι θέλει η Ουάσιγκτον από το Μινσκ;

“Don’t send your sons to finish what the politicians starts”

Ο πόλεμος με το Ιράν ανέδειξε και τις αδυναμίες όλων των εμπλεκόμενων και για κάποιους εξ αυτών, ίσως την παρακμή τους

Εκλογικός αποκλεισμός Κασιδιάρη μέχρι το 2033

Οι εξαγγελίες του Η. Κασιδιάρη ότι πρόκειται να μετάσχει στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές στερούνται νομικής βάσης

“Μετεξεταστέα” η Ελλάδα στη βασική εκπαίδευση

Η έκθεση PISA 2025 του ΟΟΣΑ, είναι το λιγότερο απογοητευτική για τη βασική εκπαίδευση στην Ελλάδα και και δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς

Εχει δίκιο τελικά ο Μητσοτάκης, η χώρα αλλάζει … χέρια 

Πώς θα λέγεται άραγε η Ελλάδα σε δέκα- είκοσι χρόνια; Πώς θα εξελιχθεί το brand name της, όταν η ύπαρξή της συρρικνωθεί σε μια τουριστική Disneyland;