Του Συμεών Λαμ *

Ο ελληνικός εθνικισμός βοηθά, εκ προθέσεων και αποτελέσματος, τον Έντι Ράμα στην περιβαλλοντική υπόθεση του Ζβέρνετς στη νότια Αλβανία. Και ταυτόχρονα, ο αλβανικός εθνικισμός προσπαθεί να νικήσει ένα κίνημα που δεν είναι ούτε ελληνικό ούτε ανθελληνικό, ούτε καν αλβανικό, αλλά βαθιά κοινωνικό και περιβαλλοντικό.
Η υπόθεση λοιπόν αφορά την περιοχή Ζβέρνετς – Νάρτα, κοντά στην Αυλώνα, και το νησί Σαζαν. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευαίσθητα οικοσυστήματα της αλβανικής ακτογραμμής, με λιμνοθάλασσες, αμμόλοφους, μεταναστευτικά πουλιά, φλαμίνγκο, θαλάσσιες χελώνες και μεσογειακές φώκιες. Η περιοχή Βιόσα – Νάρτα θεωρείται κρίσιμος σταθμός για τα πουλιά που μετακινούνται μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής και φιλοξενεί πάνω από 200 είδη πουλιών.
Ακριβώς εκεί σχεδιάζεται ένα τεράστιο τουριστικό project, συνδεδεμένο με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ, και την Ιβάνκα Τραμπ η οποία θέλει να αποκτήσει το ιδιωτικό της νησάκι. Στο ντιλ αυτό είναι πιθανό να έβαλε και το χεράκι της η γνωστή και μη εξαιρετέα Κίμπερλι η οποία βρέθηκε στην Αλβανία πριν λίγες βδομάδες.
Το σχέδιο αφορά δύο μέτωπα: ανάπτυξη στη λιμνοθάλασσα της Νάρτα/Ζβέρνετς και resort στο νησί Σάζαν. Η αλβανική κυβέρνηση το παρουσιάζει ως μεγάλη ευκαιρία για τον τουρισμό «υψηλής κατηγορίας». Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι κάτοικοι και εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες το βλέπουν ως βίαιη ιδιωτικοποίηση μιας προστατευόμενης φυσικής περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2024 άλλαξε το νομικό πλαίσιο για τις προστατευόμενες περιοχές, ώστε να επιτρέπονται τουριστικές εγκαταστάσεις πέντε αστέρων και βάλε. Λίγο αργότερα, ανακοινώθηκαν τα σχέδια του Κούσνερ για επενδύσεις στη Σάζαν και στο Ζβέρνετς.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον πολιτικό σημείο. Η εικόνα του κινήματος στην Αλβανία δεν είναι εικόνα «ελληνικής μειονότητας που αντιδρά», όπως την παρουσιάζουν διάφοροι ανόητοι με αμφιλεγόμενες προθέσεις που τάχα μου ενδιαφέρονται για τους ομογενείς την ίδια ώρα που κραύγαζαν για τους Έλληνες πολίτες που βασανίστηκαν από Ισραηλινές δυνάμεις «καλά να πάθουν». Είναι εικόνα πολιτών, περιβαλλοντικών οργανώσεων, κατοίκων, ακτιβιστών και ανθρώπων που αντιλαμβάνονται ότι η χώρα τους μετατρέπεται σε οικόπεδο πολυτελείας για ξένες ελίτ και λίγους ντόπιους μεσάζοντες. Οι διαδηλωτές στην Αλβανία βγήκαν με συνθήματα όπως «Η Αλβανία δεν πωλείται» και με φλαμίνγκο ως σύμβολο της περιβαλλοντικής καταστροφής. Αλλά αν διαβάζει κανείς μόνο μέρος του ελληνικού Τύπου, μπορεί εύκολα να πιστέψει ότι το θέμα είναι κυρίως υπόθεση «ομογενών». Φυσικά υπάρχουν και άνθρωποι της ελληνικής μειονότητας που θίγονται, και αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Όμως άλλο πράγμα να αναγνωρίζεις αυτή τη διάσταση και άλλο να παρουσιάζεις ολόκληρο το κίνημα ως ελληνοαλβανική διένεξη. Αρκετά ελληνικά δημοσιεύματα - και πολιτικοί - έβαλαν στο κέντρο τους «τους Έλληνες ομογενείς», παρ’ ότι οι αντιδράσεις είναι πολύ ευρύτερες και αφορούν την αλβανική κοινωνία συνολικά.

Από την άλλη πλευρά, ο αλβανικός εθνικισμός κάνει την αντίστροφη δουλειά. Παίρνει την παρέμβαση της Αθήνας και προσπαθεί να μετατρέψει την περιβαλλοντική αντίσταση σε «ελληνική υπονόμευση της ανάπτυξης της Αλβανίας». Έτσι, αντί να απαντήσει στο ουσιαστικό ερώτημα: ποιος παίρνει τη γη, ποιος αλλάζει τους νόμους, ποιος κερδίζει και ποιος χάνει — μεταφέρει τη συζήτηση στο γνώριμο δηλητήριο: οι Έλληνες εναντίον των Αλβανών.
Και εδώ φαίνεται η μεγάλη ειρωνεία. Οι δύο εθνικισμοί, που στα λόγια μισούν ο ένας τον άλλον, στην πράξη κάνουν την ίδια δουλειά. Ο ελληνικός εθνικισμός μικραίνει ένα κοινωνικό και περιβαλλοντικό κίνημα, παρουσιάζοντάς το σχεδόν αποκλειστικά ως μειονοτικό ζήτημα. Ο αλβανικός εθνικισμός συκοφαντεί το ίδιο κίνημα, παρουσιάζοντάς το ως εργαλείο της Ελλάδας. Και μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, ο Ράμα και ο Μητσοτάκης πράττουν με αποκλειστικό κριτήριο το να είναι αρεστοί στον Τραμπ.
Και αυτό διότι όσο η εθνικιστική προσέγγιση διεμβολίζει την συζήτηση με το δηλητήριο της, χάνεται το βασικό ζητούμενο, το ότι δηλαδή μιλάμε για δημόσιο χώρο, περιβαλλοντική προστασία, ιδιοκτησιακά δικαιώματα, διαφάνεια, κράτος δικαίου και δημοκρατικό έλεγχο πάνω στην «ανάπτυξη»
Το Ζβέρνετς όχι μόνο δεν είναι ζήτημα ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία αλλά δεν είναι ούτε καν μόνο αλβανικό. Είναι ένα βαλκανικό, ευρωπαϊκό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Είναι το ερώτημα αν η ανάπτυξη σημαίνει κοινωνική ευημερία ή αν σημαίνει φράχτες, μπουλντόζες, ιδιωτική ασφάλεια και πεντάστερα resorts πάνω σε προστατευόμενες περιοχές.
Και γι’ αυτό ακριβώς οι εθνικιστές είναι τόσο χρήσιμοι στην εξουσία. Διότι εκεί που οι άνθρωποι μπορούν να ενωθούν γύρω από τη γη, τη φύση, τα δικαιώματα και το κοινό συμφέρον, αυτοί έρχονται να τους χωρίσουν με σημαίες. Ο ένας φωνάζει «οι Έλληνες κινδυνεύουν». Ο άλλος φωνάζει «οι Έλληνες δεν θέλουν να αναπτυχθεί η Αλβανία». Και πίσω από τις φωνές, κάποιοι άλλοι μετράνε τετραγωνικά, δωμάτια, άδειες, συμβόλαια και κέρδη.
Αν υπάρχει λοιπόν ένα πατριωτικό καθήκον σε αυτή την υπόθεση, δεν είναι να υπερασπιστεί κανείς ούτε τον ελληνικό ούτε τον αλβανικό εθνικισμό. Είναι να υπερασπιστεί το Ζβέρνετς από εκείνους που θέλουν να το κάνουν εμπόρευμα. Και να πει καθαρά ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν όταν υπερασπίζονται τη γη τους απέναντι στους ίδιους μηχανισμούς εξουσίας, πλούτου και λεηλασίας.
* Δημοσιογράφος
Πηγή: Social media



