Για δεκαετίες, η Γερμανία υπήρξε ο μεγαλύτερος ευρωπαίος υπερασπιστής του ελεύθερου εμπορίου με την Κίνα. Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες πουλούσαν εκατομμύρια οχήματα στην κινεζική αγορά, οι βιομηχανικοί όμιλοι επένδυαν δισεκατομμύρια και το Βερολίνο αντιμετώπιζε κάθε πρόταση εμπορικών περιορισμών με καχυποψία. Τώρα, ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς συνυπογράφει με τον γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν πρωτοβουλία για την αυστηρότερη προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς από τις κινεζικές εισαγωγές. Μια μεταστροφή που αποκαλύπτει πόσο βαθιά έχει αλλάξει η σχέση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρώπης με την ασιατική υπερδύναμη.
Η κοινή γαλλογερμανική παρέμβαση, με επιστολή προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στις 5 Οκτωβρίου, αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής που ολοκληρώνεται την Παρασκευή. Παρίσι και Βερολίνο ζητούν να μπορεί η ΕΕ να επιβάλλει ταχύτερα δασμούς και άλλους περιορισμούς στις εισαγωγές, όταν διαπιστώνει αθέμιτο ανταγωνισμό, να μειώσει την εξάρτησή της από τρίτες χώρες σε κρίσιμους βιομηχανικούς τομείς και να αποκτήσει μεγαλύτερη ευχέρεια να απαντά σε εμπορικές πιέσεις
Πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις βρίσκεται μια σημαντική αλλαγή προσανατολισμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που επί δεκαετίες πρόβαλλε την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου ως βασική οικονομική αρχή της, αναζητά τώρα τρόπους να περιορίσει την πρόσβαση ξένων προϊόντων στην αγορά της.
Η γερμανική μεταστροφή
Η αλλαγή στάσης του Βερολίνου είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική ένδειξη της νέας πραγματικότητας. Το 2024 η Γερμανία αντιτάχθηκε στην επιβολή πρόσθετων ευρωπαϊκών δασμών στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Οι μεγάλοι κατασκευαστές φοβούνταν αντίποινα από το Πεκίνο, καθώς εξαρτώνταν σε σημαντικό βαθμό από τις πωλήσεις τους στην Κίνα.
Δύο χρόνια αργότερα, τα δεδομένα έχουν αλλάξει ριζικά. Οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν ενισχύσει την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ οι γερμανικοί όμιλοι αντιμετωπίζουν εντονότερο ανταγωνισμό ακόμη και στην ίδια την Κίνα. Η Volkswagen σχεδιάζει δραστική αναδιάρθρωση, με περικοπές που φτάνουν τις 100.000 θέσεις εργασίας.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην αυτοκινητοβιομηχανία. Οι γερμανικές επιχειρήσεις χημικών προϊόντων, μηχανημάτων και βιομηχανικών υλικών αντιμετωπίζουν έναν συνδυασμό υψηλού ενεργειακού κόστους, περιορισμένης ζήτησης και αυξανόμενων εισαγωγών.
Το παλιό γερμανικό μοντέλο, που στηριζόταν στη φθηνή ενέργεια, στις εξαγωγές και στην πρόσβαση στην κινεζική αγορά, βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Η απώλεια του ρωσικού φυσικού αερίου επιβάρυνε την παραγωγή, ενώ η τεχνολογική πρόοδος της Κίνας περιόρισε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της γερμανικής βιομηχανίας. Με αποτέλεσμα το Βερολίνο να αναζητά πλέον προστασία από έναν ανταγωνισμό τον οποίο μέχρι πρόσφατα θεωρούσε πηγή ευημερίας.
Το έλλειμμα των 360 δισεκατομμυρίων
Τα εμπορικά στοιχεία εξηγούν την ανησυχία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2025 η ΕΕ εισήγαγε από την Κίνα προϊόντα αξίας 559,4 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές της περιορίστηκαν στα 199,6 δισ. ευρώ. Το εμπορικό έλλειμμα έφτασε έτσι τα 359,8 δισ. ευρώ.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 το έλλειμμα πλησίασε ήδη τα 200 δισ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι η κατάσταση απειλεί την παραγωγική βάση και την απασχόληση σε κρίσιμους βιομηχανικούς κλάδους. Η απάντηση που προωθούν Παρίσι και Βερολίνο περιλαμβάνει αυστηρότερους ελέγχους για επιδοτούμενες εισαγωγές, ταχύτερη επιβολή περιορισμών και μεγαλύτερη ευχέρεια της Επιτροπής να αντιδρά χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες.
Η συζήτηση έχει ήδη περάσει από τις διακηρύξεις στα συγκεκριμένα μέτρα. Η πρόσφατη προκαταρκτική συμφωνία ΕΕ–Κίνας για τον περιορισμό των εισαγωγών κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων προβλέπει ανώτατο ετήσιο όριο 350.000 οχημάτων, με εφαρμογή από τον Δεκέμβριο. Αποτελεί συνέχεια των πρόσθετων δασμών που επιβλήθηκαν το 2024 στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ωστόσο, διαπιστώνουν ότι η επιβολή δασμών σε μια κατηγορία προϊόντων μπορεί απλώς να μεταφέρουν τις εισαγωγές σε κάποια άλλη κατηγορία. Οι κινεζικές εταιρείες, για παράδειγμα, αύξησαν τις εξαγωγές υβριδικών οχημάτων, παρακάμπτοντας μέρος των περιορισμών που αφορούσαν τα αμιγώς ηλεκτρικά.
Η Κίνα δεν ανταγωνίζεται πλέον την Ευρώπη κυρίως με φθηνά προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας. Διαθέτει προηγμένες παραγωγικές δυνατότητες, τεράστια κλίμακα, αποτελεσματικές αλυσίδες εφοδιασμού και σημαντική παρουσία σε τομείς όπως οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και οι τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας.
Προστασία ή βιομηχανική ανασυγκρότηση;

Οι δασμοί μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση σε βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό. Δεν μπορούν όμως από μόνοι τους να καλύψουν το τεχνολογικό χάσμα, να μειώσουν το ενεργειακό κόστος ή να εξασφαλίσουν επενδύσεις σε νέες παραγωγικές δυνατότητες.
Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επί χρόνια, μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι επέμειναν στην κερδοφορία των συμβατικών κινητήρων, καθυστερώντας την προσαρμογή τους στην ηλεκτροκίνηση. Οι κινεζικές επιχειρήσεις, αντίθετα, επένδυσαν συστηματικά στις μπαταρίες και στην ανάπτυξη ηλεκτρικών οχημάτων, αξιοποιώντας κρατική στήριξη αλλά και έντονο ανταγωνισμό στην εγχώρια αγορά.
Το κοινωνικό κόστος, ωστόσο, ξεπερνά κατά πολύ τις διαγραφόμενες νέες αυξήσεις στις τιμές των αυτοκινήτων. Για εκατομμύρια Ευρωπαίους, η ακρίβεια στην ενέργεια, στη στέγη και στα βασικά αγαθά έχει ήδη περιορίσει δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, μια βιομηχανική πολιτική που θα εξασφαλίζει νέες ενισχύσεις και προστασία στους μεγάλους ομίλους, χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για τους μισθούς, την απασχόληση και το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών, απειλεί μόνο να βαθύνει τις κοινωνικές ανισότητες. Οι εργαζόμενοι μάλιστα κινδυνεύουν να πληρώσουν δύο φορές: ως καταναλωτές για την ακρίβεια και ως φορολογούμενοι για τη διάσωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Μια Ευρώπη με διαφορετικά συμφέροντα
Παρά τη γαλλογερμανική σύμπλευση, η ΕΕ απέχει σημαντικά ακόμα από μια ενιαία στρατηγική απέναντι στην Κίνα. Η Ισπανία επιδιώκει να προσελκύσει κινεζικές επενδύσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία και στις νέες τεχνολογίες. Η Ουγγαρία έχει επίσης αναπτύξει στενές σχέσεις με κινεζικούς βιομηχανικούς ομίλους. Για τις χώρες αυτές, η κινεζική παρουσία μπορεί να σημαίνει νέες παραγωγικές μονάδες, θέσεις εργασίας και τεχνολογικές επενδύσεις.
Αυτή η διαφοροποίηση αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα, ενώ η ίδια η Κίνα παραμένει σημαντικός προμηθευτής πρώτων υλών, εξαρτημάτων και βιομηχανικού εξοπλισμού για επιχειρήσεις της ΕΕ. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, απορρίπτει τις ευρωπαϊκές κατηγορίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού και επιδιώκει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Χε Λιφένγκ επανέλαβε την Τετάρτη την πρόθεση της χώρας του να διατηρήσει σταθερές τις εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή μεταστροφή συνδέεται επίσης με τις αλλαγές στο παγκόσμιο εμπόριο μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Οι αμερικανικοί δασμοί περιορίζουν την πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ και ενισχύουν τις ανησυχίες για μεταφορά κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη. Η ΕΕ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με πιέσεις και από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, χωρίς να διαθέτει ακόμη τα εργαλεία μιας πραγματικά κοινής βιομηχανικής πολιτικής.
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη θα αξιοποιήσει την κρίση για να ανασυγκροτήσει την παραγωγική της βάση ή εάν θα περιοριστεί στην προστασία των μεγάλων ομίλων που κυριάρχησαν στο προηγούμενο οικονομικό μοντέλο. Από τις γερμανικές Volkswagen, BMW και Mercedes-Benz μέχρι τη γαλλοϊταλική Stellantis και τη γαλλική Renault, οι παραδοσιακές αυτοκινητοβιομηχανίες καλούνται να αντιμετωπίσουν την τεχνολογική πρόοδο των κινεζικών ανταγωνιστών τους.
Στον ενεργειακό τομέα, όμιλοι όπως η γαλλική TotalEnergies, η ιταλική Eni και η βρετανική BP εξακολουθούν να αντλούν μεγάλο μέρος των κερδών τους από τα ορυκτά καύσιμα, παρά τις διαφορετικές στρατηγικές που ακολουθούν στην ενεργειακή μετάβαση. Η γερμανική BASF, ένας από τους μεγαλύτερους χημικούς ομίλους παγκοσμίως, και η πολυεθνική χαλυβουργία ArcelorMittal επικαλούνται το υψηλό ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό για να δικαιολογήσουν μαζικές περικοπές θέσεων εργασίας. Οι ίδιες δηλαδή επιχειρήσεις που επί δεκαετίες αποκόμιζαν τα κέρδη του ευρωπαϊκού βιομηχανικού μοντέλου ζητούν τώρα κρατική στήριξη για να αντιμετωπίσουν την κρίση του, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μεταφερθεί και πάλι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους στους εργαζομένους.
Η προστασία αυτών των επιχειρήσεων χωρίς δεσμεύσεις για νέες παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, ενεργειακή μετάβαση και διατήρηση θέσεων εργασίας κινδυνεύει απλώς να παρατείνει τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού βιομηχανικού μοντέλου ρίχνοντας και πάλι τα βάρη στην κοινωνία. Η Κίνα έχει ήδη αλλάξει τους όρους του παγκόσμιου βιομηχανικού ανταγωνισμού. Η Ευρώπη αρχίζει να το αναγνωρίζει, αλλά η αναγνώριση της νέας πραγματικότητας απέχει ακόμη πολύ από τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής απάντησης.



