Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ προσθέτει ακόμη ένα όνομα σε μια εντυπωσιακή λίστα πολιτικών “απωλειών”. Από το δημοψήφισμα του 2016 μέχρι σήμερα, έξι πρωθυπουργοί έχουν ήδη περάσει από τη Ντάουνινγκ Στριτ. Ο διάδοχος του Στάρμερ θα γίνει ο έβδομος μέσα σε μόλις δέκα χρόνια. Ο Ντέιβιντ Κάμερον, η Τερέζα Μέι, ο Μπόρις Τζόνσον, η Λιζ Τρας, ο Ρίσι Σούνακ και τώρα ο Στάρμερ αποτελούν διαφορετικά κεφάλαια στην ιστορία μιας χώρας που εξακολουθεί να αναζητά πολιτική ισορροπία μετά το Brexit.
Όταν οι Βρετανοί ψήφιζαν υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση το καλοκαίρι του 2016, οι υποστηρικτές της επιλογής υπόσχονταν μεγαλύτερη εθνική κυριαρχία, οικονομική ευημερία και έλεγχο των συνόρων. Δέκα χρόνια μετά, η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί πια υπόσχεση για το μέλλον αλλά μια πολιτική επιλογή που μπορεί πλέον να κριθεί από τα αποτελέσματά της.
Λίγο πριν το δημοψήφισμα, η τότε κυβέρνηση προειδοποιούσε ότι μια ψήφος υπέρ της εξόδου θα προκαλούσε «άμεσο και βαθύ σοκ» στην οικονομία. Η πρόβλεψη αποδείχθηκε λανθασμένη μόνο ως προς το χρονοδιάγραμμα. Η κατάρρευση που προέβλεπαν οι πιο απαισιόδοξοι δεν ήρθε ποτέ. Το κόστος εμφανίστηκε σταδιακά, σχεδόν ανεπαίσθητα στην αρχή, αλλά με τρόπο που συσσωρεύεται χρόνο με τον χρόνο.
Το δημοψήφισμα που δεν τελείωσε ποτέ
Οι υποστηρικτές του Brexit παρουσίαζαν την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως το τέλος μιας μακράς πολιτικής διαμάχης. Στην πράξη συνέβη το αντίθετο. Η κυβέρνηση της Τερέζα Μέι κατέρρευσε προσπαθώντας να περάσει τη συμφωνία αποχώρησης από το κοινοβούλιο. Ο Μπόρις Τζόνσον ανέβηκε στην εξουσία υποσχόμενος ότι θα «ολοκληρώσει το Brexit», αλλά αποχώρησε μέσα σε ένα κλίμα σκανδάλων και εσωκομματικής φθοράς.
Η Λιζ Τρας επιχείρησε να δώσει στη χώρα μια νέα οικονομική κατεύθυνση μετά την έξοδο από την ΕΕ και είδε την κυβέρνησή της να καταρρέει μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ο Ρίσι Σούνακ κλήθηκε να αποκαταστήσει τη σταθερότητα, αλλά οδηγήθηκε σε βαριά εκλογική ήττα. Οι Εργατικοί επέστρεψαν στην εξουσία έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια, χωρίς όμως να καταφέρουν ούτε εκείνοι να αφήσουν πίσω τους τη σκιά του Brexit.
Η παρατεταμένη αστάθεια δεν οφείλεται αποκλειστικά στην έξοδο από την ΕΕ. Ωστόσο δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς ότι σχεδόν κάθε μεγάλη πολιτική κρίση της τελευταίας δεκαετίας συνδέθηκε άμεσα ή έμμεσα με τις συνέπειες της απόφασης του 2016. Η χώρα που ψήφισε για να «πάρει πίσω τον έλεγχο» πέρασε τελικά μια δεκαετία αναζητώντας μια νέα ισορροπία.
Η Βρετανία αποχώρησε επισήμως από την ΕΕ το 2020, ενώ οι νέοι εμπορικοί κανόνες τέθηκαν πλήρως σε εφαρμογή το 2021. Στο μεταξύ μεσολάβησαν η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι διεθνείς αναταράξεις των τελευταίων ετών. Το γεγονός αυτό δυσκόλεψε τους οικονομολόγους να απομονώσουν την επίδραση του Brexit από άλλους παράγοντες.
Παρά τις διαφορετικές μεθοδολογίες, οι περισσότερες μελέτες συγκλίνουν πλέον στο ίδιο συμπέρασμα. Η βρετανική οικονομία είναι σήμερα αισθητά μικρότερη απ’ ό,τι θα ήταν αν η χώρα είχε παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι περισσότερες εκτιμήσεις τοποθετούν τη διαφορά μεταξύ 4% και 6% του ΑΕΠ, ενώ ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Στάνφορντ Νίκολας Μπλουμ έχει υπολογίσει ότι η συνολική επίπτωση μπορεί να προσεγγίζει ακόμη και το 8%.
Η απώλεια αυτή σημαίνει χαμηλότερα φορολογικά έσοδα, μικρότερη δυνατότητα χρηματοδότησης δημόσιων υπηρεσιών και βραδύτερη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Το ανεξάρτητο Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης της Βρετανίας εκτιμά ότι το Brexit θα μειώσει μακροπρόθεσμα την παραγωγικότητα της οικονομίας κατά περίπου 4%.
Νέα εμποδια για το εμπόριο

Η βασική πηγή του κόστους βρίσκεται στο εμπόριο. Η συμφωνία που ακολούθησε το Brexit διατήρησε τους περισσότερους δασμούς στο μηδέν. Δεν απέτρεψε όμως την επιστροφή μιας σειράς εμποδίων που δεν υπήρχαν όσο η χώρα συμμετείχε στην ενιαία αγορά. Τελωνειακές δηλώσεις, υγειονομικοί έλεγχοι, νέοι κανονισμοί και πρόσθετη γραφειοκρατία αύξησαν το κόστος συναλλαγών με τη μεγαλύτερη αγορά που βρίσκεται δίπλα στη Βρετανία.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Centre for European Reform, οι βρετανικές εξαγωγές προς την ΕΕ είναι περίπου 12% χαμηλότερες απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς το Brexit, ενώ οι εισαγωγές έχουν μειωθεί κατά 16%. Ιδιαίτερα έντονο ήταν το πλήγμα στον αγροτικό και διατροφικό τομέα, όπου οι εξαγωγές υποχώρησαν σχεδόν κατά 30%. Για πολλές μικρές επιχειρήσεις, το πρόσθετο κόστος και οι καθυστερήσεις στα σύνορα κατέστησαν την ευρωπαϊκή αγορά πολύ λιγότερο ελκυστική.
Το Λονδίνο υπέγραψε έκτοτε 39 εμπορικές συμφωνίες που καλύπτουν 72 χώρες. Ωστόσο ούτε οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του Brexit υποστηρίζουν πλέον ότι αυτές αντιστάθμισαν τις απώλειες από την απομάκρυνση από την ευρωπαϊκή αγορά. Η πραγματικότητα παραμένει αμετάβλητη: η ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της χώρας και αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 40% του συνολικού βρετανικού εμπορίου.
Η υπόσχεση των συνόρων
Καμία πτυχή του Brexit δεν ήταν πολιτικά πιο σημαντική από το μεταναστευτικό. Η εκστρατεία υπέρ της εξόδου επένδυσε σε μεγάλο βαθμό στην υπόσχεση ότι η Βρετανία θα ανακτούσε τον έλεγχο των συνόρων της και θα περιόριζε τη μετανάστευση.
Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η ελεύθερη μετακίνηση εργαζομένων από την Ευρώπη πράγματι τερματίστηκε. Ωστόσο η βρετανική οικονομία εξακολούθησε να χρειάζεται εργατικό δυναμικό. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της μετανάστευσης από χώρες εκτός Ευρώπης, μεταβάλλοντας τη σύνθεση των νέων αφίξεων χωρίς να μειώνεται απαραίτητα ο συνολικός αριθμός τους.
Ταυτόχρονα, το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), η κοινωνική φροντίδα, η γεωργία, η μεταποίηση τροφίμων και η εστίαση βρέθηκαν αντιμέτωπα με σοβαρές ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού και αυξημένο κόστος λειτουργίας. Με άλλα λόγια, η πιο εμβληματική πολιτική υπόσχεση του Brexit αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη στην εφαρμογή απ’ όσο φαινόταν το 2016.
Το κόστος που δεν μετριέται
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πλέον μια κοινωνία αισθητά πιο επιφυλακτική απέναντι στην επιλογή που έκανε πριν από δέκα χρόνια. Ένα αυξανόμενο ποσοστό Βρετανών θεωρεί ότι το Brexit εξελίχθηκε χειρότερα απ’ όσο περίμενε, ενώ περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν πως θα στήριζαν σήμερα μια επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παρ’ όλα αυτά, κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν εμφανίζεται πρόθυμο να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για επανένταξη. Το πολιτικό κόστος θεωρείται ακόμη υψηλό, ενώ ούτε στις Βρυξέλλες υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση για μια νέα μακρά διαπραγμάτευση.
Ίσως γι’ αυτό η μεγαλύτερη απώλεια να είναι εκείνη που δεν αποτυπώνεται σε στατιστικούς πίνακες. Δεν είναι εύκολο να υπολογιστούν οι επενδύσεις που δεν έγιναν, οι επιχειρήσεις που εγκαταστάθηκαν αλλού, οι θέσεις εργασίας που δεν δημιουργήθηκαν ή οι πολιτικές δυνάμεις που αναλώθηκαν επί μία δεκαετία προσπαθώντας να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας απόφασης που υποτίθεται ότι θα έλυνε ένα πρόβλημα και όχι να δημιουργήσει νέα.
Δέκα χρόνια μετά, το Brexit δεν μοιάζει με το τέλος μιας ιστορικής εκκρεμότητας αλλά με την αρχή μιας νέας περιόδου αβεβαιότητας. Και αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο συμπέρασμα για όσους υποσχέθηκαν ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα έφερνε στη Βρετανία μεγαλύτερο έλεγχο, σταθερότητα και ευημερία.



