Παρ’ ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δηλώνει «πιστός σύμμαχος» των ΗΠΑ, αν και ο Τραμπ εξακολουθεί να μην τον έχει προσκαλέσει στον Λευκό Οίκο, όπου ήδη συναντήθηκε με τον Ερντογάν, η Ελλάδα εμφανίζεται ως ο φτωχός συγγενής στην γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής.
Εσχάτως, και ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην Τουρκία, στις 7 και 8 Ιουλίου, σημειώνονται αρκετές σοβαρές εξελίξεις. Πέραν, βέβαια, των κοινότυπων πλέον δηλώσεων Τραμπ για τον «φίλο» του Ταγίπ, στις οποίες προστίθεται ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας είναι «σπουδαίος ηγέτης», ένα «πολύ ισχυρό άτομο», που «ό,τι του έχω ζητήσει, το έχει κάνει», ο πρόεδρος των ΗΠΑ προανήγγειλε ότι κομίζει «πακέτο δώρων» στην Τουρκία. Το είπε δημόσια στον Οβάλ γραφείο (24-6-2026), παρουσία του – γνωστού «γλείφτη» του Αμερικανού προέδρου -, γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος επίσης δεν χάνει ευκαιρία να εγκωμιάζει την Αγκυρα.
Κινητήρες και F-35 στην ατζέντα
Ειδικότερα, ο Αμερικανός πρόεδρος, όταν ρωτήθηκε εάν, ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, ετοιμάζει κάποιο μεγάλο «πακέτο δώρων» που θα περιλαμβάνει πωλήσεις οπλικών συστημάτων στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένων των μαχητικών αεροσκαφών 5ης γενιάς, F-35, καθώς και δεκάδων κινητήρων για μαχητικά αεροσκάφη, απάντησε: «Νομίζω ναι, κοιτάξτε… πιθανότατα θα κάνω κάτι που θα τον κάνει πολύ χαρούμενο (σ.σ. τον Ερντογάν)».
Προηγουμένως, είχε αποθεώσει τον Τούρκο πρόεδρο, λέγοντας, προφανώς ψευδώς, ότι έπεισε τον Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος «δεν είναι μεγάλος θαυμαστής του Ισραήλ», να μην συνταχθεί με το Ιράν στον πόλεμο που έκαναν ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του. «Του ζήτησα να μείνει έξω. Έμεινε έξω», δήλωσε ο Τραμπ στα ΜΜΕ στο Οβάλ γραφείο. Στην πραγματικότητα, παρά τις αντιθέσεις της Αγκυρας με το Τελ Αβίβ, η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ μάλιστα, ούτε για μια στιγμή δεν διεφάνη να σχεδιάζει την εμπλοκή της στον πόλεμο και μάλιστα στο πλευρό του Ιράν.
Δώρα και «δωράκια» εκατέρωθεν
Πέρα από αυτές τις συνήθεις χαριτωμενιές τύπου Τραμπ, η ουσία είναι ότι οι ΗΠΑ, αφενός δείχνουν να έχουν αποφασίσει να προμηθεύσουν την Τουρκία με σύγχρονους κινητήρες μαχητικών αεροσκαφών, τους οποίους αποζητά εναγωνίως η Αγκυρα για το νέο «τουρκικής κατασκευής αεροσκάφος νέας γενιάς», αφετέρου επανέρχεται στην επιφάνεια για πολλοστή φορά το θέμα των F-35. Τα συγκεκριμένα, πανάκριβα αεροσκάφη, ως γνωστόν, θα αποκτήσει η Ελλάδα, η οποία ευελπιστεί, μέσω αυτών, να αποκτήσει αεροπορική υπεροπλία στην περιοχή.
Από τη μεριά του, ο Ταγίπ Ερντογάν φέρεται και αυτός να ετοιμάζει «δωράκια» για τον Τραμπ. Στην προκειμένη, την επαναλειτουργία, μετά από λουκέτο περίπου 50 χρόνων, της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Ο Τραμπ είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του πέρυσι στην Ουάσιγκτον κατά τις συνομιλίες του με τον Τ. Ερντογάν. Το θέμα, επίσης, είχε θιγεί και κατά την τελευταία επίσκεψη Βαρθολομαίου στις ΗΠΑ, όπως και σε πρόσφατη συνάντηση του Οικουμενιικού Πατριάρχη με τον Τούρκο πρόεδρο.
Ευρω-αμερικανικό παζλ
Στο παζλ Τραμπ – Ερντογάν σκόπιμο είναι να προστεθούν κινήσεις ευρωπαϊκών πρωτευουσών με στόχο την περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων με την Αγκυρα. Η Ιταλία ανακοίνωσε πρόσφατα την απόφασή της να συμβάλλει στην αντιαεροπορική άμυνα της συμμάχου της στο ΝΑΤΟ, Τουρκίας, αναπτύσσοντας μια σύγχρονη συστοιχία αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών πυραύλων SAMP-T, στο Ικόνιο της Τουρκίας. Συστοιχίες Patriot έχει εδώ και χρόνια αναπτύξει στην Τουρκία η Ισπανία.
Τζόρτζια Μελόνι και Πέδρο Σάντσεθ φημίζονται για τις εξαιρετικές σχέσεις τους με την Αγκυρα, οι οποίες συνοδεύονται από παχυλά εξοπλιστικά συμβόλαια προς όφελος τόσο των τουρκικών όσο και των ισπανικών και ιταλικών πολεμικών βιομηχανιών.
Να σημειωθεί ότι το αντιαεροπορικό σύστημα, SAMP/T, αναπτύχθηκε από κοινού από τη Γαλλία και την Ιταλία, ενώ από το 2023 έχει δοθεί και δοκιμάζεται σε συνθήκες πραγματικού πολέμου, στην Ουκρανία. Τώρα, προφανώς, Παρίσι και Ρώμη θέλουν να το πουλήσουν και στην Τουρκία.

Το «αγκάθι» των F-35
Στο Οβάλ γραφείο, όταν οι εκπρόσωποι του Τύπου επέμειναν να ρωτούν τον Τραμπ τι ακριβώς πρέπει να κάνει η Τουρκία, προκειμένου να αλλάξουν οι υπάρχουσες αποφάσεις των ΗΠΑ ούτως ώστε να της πουλήσουν F-35, ο Αμερικανός πρόεδρος παρέπεμψε το θέμα στον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέϊ Ντι Βανς, ο οποίος, όπως και ο υπουργός «Πολέμου» των ΗΠΑ, ήταν παρόντες στη συνάντηση με τον Ρούτε.
Ο Βανς, ούτε λίγο ούτε πολύ, επανέλαβε όσα κατά καιρούς αναφέρουν επίσημα οι ΗΠΑ. Δηλαδή, ότι υπάρχει απόφαση του Κογκρέσου που δεν επιτρέπει την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα του F-35, εάν προηγουμένως δεν απομακρύνει τους ρωσικής κατασκευής, S-400. «Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που πρέπει να ξεκαθαρίσουν ότι έχουν γίνει, ούτως ώστε να συμβαδίζουμε με την αμερικανική νομοθεσία», είπε ο Βανς. Και πρόσθεσε: «Ο πρόεδρος μας ζήτησε να το κάνουμε αυτό… ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν (σ.σ. οι Τούρκοι) τα F-35… Αυτό είναι πραγματικά θέμα του Κογκρέσου». Στη συνέχεια, πάντως, παρενέβη και πάλι ο Τραμπ, λέγοντας ότι το ζήτημα θα διευθετηθεί.
Ως γνωστόν, σύμφωνα με τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί στα αρμόδια όργανα στις ΗΠΑ, εάν επιθυμεί εάν η Αγκυρα θέλει να επανενταχθεί στο πρόγραμμα των F-35 (ήταν, αλλά απομακρύνθηκε επειδή απέκτησε τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα, S-400), δεν πρέπει να κατέχει τους S-400. Προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται ότι κινείται τώρα. Μάλιστα, κατά πληροφορίες σε ρωσικά ΜΜΕ, πρόσφατα κατά την επίσκεψή του στη Μόσχα και τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτειρκών της Ρωσίας, αλλά και τον ίδιον τον Πούτιν, ένα από θέματα που φέρεται να συζήτησε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, ήταν και οι S-400. Κατά καιρούς έχουν ακουστεί διάφορα σενάρια, ακόμα και αυτό της «επιστροφής» των οπλικών συστημάτων στη Ρωσία.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ιταλο-γαλλική πρεμούρα με τους SAMP/T, φαίνεται ότι δεν είναι τυχαία.
Οι πολυπόθητοι κινητήρες
Ουδόλως τυχαία, επίσης, είναι και η κινητικότητα γύρω από κινητήρες αεροσκαφών που δηλώνει ο Τραμπ ότι μπορεί να δώσει στην Τουρκία. Σύμφωνα με τον ιστότοπο, ibnaeu.com, «η αποκάλυψη του Reuters ότι η κυβέρνηση του Donald Trump προετοιμάζεται να εγκρίνει την πώληση 80 κινητήρων General Electric F110-GE-129 για το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος KAAN, παρά τις αντιρρήσεις που εξακολουθούν να εκφράζονται στο Κογκρέσο, αναδεικνύει μια ευρύτερη μεταβολή στις αμυντικές σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας. Εφόσον ολοκληρωθεί, η συμφωνία, η οποία σύμφωνα με το Reuters ξεπερνά τα 700 εκατ. δολάρια, δεν θα επηρεάσει μόνο το σημαντικότερο αεροπορικό πρόγραμμα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, αλλά θα αποτελέσει και ένδειξη της σταδιακής επαναπροσέγγισης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στις αμυντικές σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας».
Τα τελευταία χρόνια, ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της Τουρκίας διαφημίζει στον υπερθετικό βαθμό το made in Turkey «υπερσύγχρονο» μαχητικό αεροσκάφος, KAAN. Βέβαια, έως τώρα, ουδέν αξιόπιστο στοιχείο πείθει ότι το αεροσκάφος αυτό έχει προχωρήσει στον βαθμό που το παρουσιάζει η Αγκυρα. Ωστόσο, κρίσιμης σημασίας είναι η επί σειρά ετών αναζήτηση κινητήρα γι’ αυτό. Επανειλημμένες είναι οι κρούσεις προς τις ΗΠΑ, όπως και η αναζήτηση «λύσεων» σε άλλες χώρες. Εάν ο Τραμπ αποφασίσει να παραχωρήσει αυτό το νευραλγικής σημασίας «κομμάτι» για το ΚΑΑΝ, πλέον το αεροσκάφος θα έχει βάσιμες προοπτικές. Βέβαια, πολλά λέγει ο Τραμπ και οι Αμερικανοί αξιωματούχοι για κινητήρες, F-35, ή και νέους τύπους F-16 που θέλει να αποκτήσει η Τουρκία, αλλά έως τώρα τα πράγματα δεν κινούνται τουλάχιστον έτσι όπως τα παρουσιάζει ο Τραμπ.
Πάντως, στο ίδιο μήκος κύματος με τον Τραμπ εμφανίστηκε πολλές φορές ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αγκυρα, Τομ Μπαράκ. Τον Δεκέμβριο του 2025, μάλιστα, ανέφερε ότι χάρις στη «θερμή σχέση» Τραμπ – Ερντογάν, οι δύο πλευρές έχουν κάνει «τις πιο δημιουργικές συνομιλίες που είχαμε για αυτό το θέμα (σ.σ. F-35) εδώ και σχεδόν μια δεκαετία».

Στη Λιβύη φαίνονται οι προθέσεις του Λευκού Οίκου
Ανεξαρτήτως εάν και πότε θα αρθούν τα κάθε λογής «αγκάθια» στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις, βέβαιον είναι ότι η συνεργασία Ουάσιγκτον – Αγκυρας έχει προχωρήσει πολύ σε περιφερειακό επίπεδο.
Ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για την Αφρική, Μασάντ Μπούλος, ο οποίος έχει αναλάβει να «ενώσει» και πάλι τη διχοτομημένη Λιβύη, εκτός των άλλων εστιάζει ιδιαίτερα στις ενεργειακές μπίζνες με την πλούσια σε κοιτάσματα χώρα. Εμφανίζεται, δε, ως ο «συντονιστής» όλων των ντηλ εκμετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της Λιβύης. Ως γνωστόν, στη χώρα παρουσία και ισχυρή επιρροή, εκτός των ΗΠΑ, έχουν η Ιταλία και η Τουρκία. Και οι τρεις δυνάμεις αποσκοπούν, όχι μόνο στον ενεργειακό πλούτο της χώρας, αλλά και στην «εισβολή» τους στην Αφρική μέσω της χώρας. Η Ιταλία της Μελόνι, μάλιστα, έχει ξαναβγάλει στην επιφάνεια τους μεγαλοϊδεατισμούς της ιταλικής αποικιοκρατίας στην Αφρική.
Προ εβδομάδων, λοιπόν, την ίδια ημέρα που ο Σαντάμ Χαφτάρ, γιος του δήθεν «στρατάρχη» που ελέγχει την ανατολική Λιβύη, Χαλίφα Χαφτάρ, ήταν στην Αθήνα, στη Βεγγάζη υπογραφόταν συμφωνία για έρευνες και εξορύξεις υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, ανάμεσα στην εθνική εταιρεία πετρελαίου της Λιβύης (NOC) και κοινό ευρωπαϊκό σχήμα της τουρκικής ΤΡΑΟ (40%), της ισπανικής Repsol (40%), της ουγγρικής MOL (20%), της ιταλικής ΕΝΙ και της Qatar Energy (Κατάρ).
Αντίστοιχα ντηλ κάνουν και συνεχίζουν να προωθούν αμερικανικές εταιρείες (Conoco Phillips, Chevron, ExxonMobil – κάποιες δραστηριοποιούνται και στην Ελλάδα), οι οποίες αποσκοπούν στο μερίδιο του λέοντος.
Κοροϊδία ΗΠΑ – ευρωπαϊκών χωρών έναντι της Ελλάδας
Η Αγκυρα, βέβαια, είναι φυσικό να κάνει τα πάντα για να ενισχύσει την οικονομική και γεωπολιτική θέση της στη Λιβύη, διότι, εκτός των άλλων, θέλει να «μπετονάρει» το τουρκολιβυκό μνημόνιο οριοθέτησης ΑΟΖ. Ομως, οι ΗΠΑ, όπως και οι κατά τα λοιπά εταίροι και σύμμαχοι της Ελλάδας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, προβαίνοντας σε στενή συνεργασία με την Αγκυρα, φαίνεται πως γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις – πέραν πάσης γεωγραφικής λογικής και διεθνούς δικαίου – κινήσεις της Τουρκίας, όπως το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Και, πάντως, ούτε λόγος να γίνεται περί «αλληλεγγύης» στην Ελλάδα.
Ολα αυτά σημειώνονται τη στιγμή που η – χρισθείσα με τις πλέον παράτυπες μεθοδεύσεις του μεγάρου Μαξίμου – μόνιμη υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, μόλις πρόσφατα βρέθηκε στην Τρίπολη της Λιβύης, στο πλαίσιο των συζητήσεων Ελλάδας – «κυβέρνησης» Λιβύης για την οριοθέτηση ελληνο-λιβυκής ΑΟΖ. Λίγο μετά την αναχώρησή της και, αφού το υπουργείο Εξωτερικών διατεινόταν ότι έγινε ένα ακόμη θετικό βήμα, στη Λιβύη άρχισαν να αδειάζουν την Αθήνα, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει υπερβολικές αξιώσεις για την ΑΟΖ και αμφισβητώντας των επήρεια της Κρήτης. Και βέβαια ούτε λόγος για το ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο.



