Μετά τη Δυτική Μακεδονία, σειρά τώρα είχε η Μεγαλόπολη. Συγκλονιστικές εικόνες κυκλοφορούν στο διαδίκτυο από την συνεχιζόμενη καταστροφή των γιγαντιαίων εκσκαφέων που για δεκαετίες χρησιμοποιήθηκαν, προκειμένου να τροφοδοτούνται με λιγνίτη οι μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα.
Κατ΄αυτό τον τρόπο, η ΔΕΗ, όπου το ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να έχει το 33,4%, αλλά έχει μπει δυναμικά το γνωστό και μη εξαιρετέο fund CVC Capital Partners (17,17%), στο όνομα της κυβερνητικής πολιτικής της “πράσινης ανάπτυξης” και της μη ανταγωνιστικότητας του λιγνίτη, όπως αναφέρει, κόβει κάθε δεσμό με αυτό το – επί δεκαετίες – στρατηγικό καύσιμο για τη χώρα.
Ως γνωστόν, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι, για λόγους ασφάλειας της τροφοδοσίας της χώρας σε περίπτωση εκτάκτων ενεργειακών αναγκών, σκόπιμο είναι να υπάρχει ως “εφεδρεία” ο λιγνίτης. Από τη μεριά της, η ΔΕΗ ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίζεται ότι οι εκσκαφείς είναι άχρηστοι, κάνουν μόνο για … σκράπ και ότι ο λιγνίτης είναι μη ανταγωνιστικό καύσιμο.
Διαμαρτυρίες
Στη Μεγαλόπολη, όπως επισημαίνουν τοπικοί φορείς, τις τελευταίες 15 ημέρες κατέστρεψαν επτά καδοφόρους εκσκαφείς, και πλέον έχει απομείνει μόνο ένας λειτουργικός, ο Ε17, ο οποίος όμως βρίσκεται μέσα σε … λίμνη λόγω πλημμύρας. Ο αναπληρωτής γραμματέας του Συνδέσμου Συνταξιούχων ΔΕΗ Μεγαλόπολης, μέλος του Δ.Σ. της ΠΟΣ/ΔΕΗ, Σαράντος Αλεξανδρής, ο οποίος προ ημερών ανέδειξε το θέμα στα social media, υποστηρίζει ότι “η καταστροφή του ενεργειακού εξοπλισμού δεν είναι μονόδρομος. Ιδιαίτερα σήμερα, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αυξημένων απαιτήσεων ενεργειακής ασφάλειας του συστήματος. Γιατί δεν εξετάζεται ουσιαστικά η δυνατότητα διατήρησης και επαναχρησιμοποίησης εξοπλισμού που μπορεί να έχει παραγωγική ή τεχνολογική αξία; Η ενεργειακή μετάβαση δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την καταστροφή κάθε υφιστάμενης υποδομής.
“Πίσω από τις επιχειρηματικές αποφάσεις βρίσκονται πολιτικές επιλογές. Η σημερινή κατάσταση της ΔΕΗ δεν διαμορφώθηκε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, την ενίσχυση της συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων στο χώρο της ενέργειας. Η διοίκηση μιας επιχείρησης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια μπορεί να επικαλείται επιχειρηματικούς σχεδιασμούς, οικονομικές αποδόσεις και στρατηγικές προτεραιότητες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι επιλογές της βρίσκονται έξω από κάθε κοινωνικό, πολιτικό και δημόσιο έλεγχο.
“Όταν μια κυβέρνηση καταστρέφει τις στρατηγικές της επιλογές και τις εφεδρείες της χώρας που κυβερνά, δεν χάνει η χώρα μόνο υποδομές, χάνει και βαθμούς ελευθερίας, χάνει και διαπραγματευτική ισχύ. Παραδίδει την ενεργειακή της ασφάλεια σε τρίτους”.

Από τη μεριά της, η ΔΕΗ, φέτος το καλοκαίρι, όταν ανατινάχτηκαν εκσκαφείς στη Δυτική Μακεδονία, απαντώντας στις μεγάλες αντιδράσεις που υπήρξαν, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο “για εξοπλισμό παλαιότερο των 50 ετών, με σοβαρή φθορά και χωρίς πρακτική δυνατότητα αξιοποίησης”. Επιπλέον ανέφερε ότι σήμερα ο λιγνίτης “καθίσταται μη ανταγωνιστικός, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο προκύπτει από την τιμή των δικαιωμάτων ρύπων στην Ευρώπη με τον συντελεστή εκπομπών του ελληνικού λιγνίτη. Αυτή η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση θα μεταφερόταν αναπόφευκτα στους καταναλωτές”, ανέφερε τότε η ΔΕΗ, η οποία κατά τα λοιπά έχει γονατίσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις από τα πανάκριβα τιμολόγια.
Οσον αφορά την “υπερσύγχρονη μονάδα ”Πτολεμαΐδα V”, η οποία σχεδιάστηκε με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες”, συνέχιζε η ΔΕΗ, “συμμετέχει ελάχιστα στην παραγωγή ενέργειας ακριβώς επειδή το κόστος λειτουργίας της την καθιστά μη ανταγωνιστική έναντι άλλων μέσων παραγωγής”.
Data Centers
Να σημειωθεί πως η ΔΕΗ, η οποία είναι ενταγμένη στα αμερικανικά ενεργειακά σχέδια στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, υπερθεμάτιζε τότε για την “απόφασή της να ξεκινήσει την κατασκευή ενός Mega Data Center στην περιοχή” της Δ. Μακεδονίας. Εργα, τα οποία προκαλούν έντονο προβληματισμό στην Ελλάδα και διεθνώς ως προς τις επιπτώσεις που έχουν.
Οσον αφορά, δε, τα πολυδιαφημισμένα σχέδια της κυβέρνησης Μητσοτάκη για ριζικό αναπτυξιακό μετασχηματισμό της Δ. Μακεδονίας, μετά το κλείσιμο του λιγνίτη, αυτά προς το παρόν βαδίζουν με ρυθμούς χελώνας.

Οι “πράσινες” κωλοτούμπες Μητσοτάκη
Εκτός αυτού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ήδη από το 2019, εξήγγειλε την πρόωρη απολιγνιτοποίηση της Ελλάδας το αργότερο έως το 2028. Στο μεταξύ, χώρες που διαθέτουν γαιάνθρακες, όπως Γερμανία, Πολωνία, Τσεχία και Βουλγαρία, είχαν αποφασίσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έως την περίοδο 2038-2049 κατά περίπτωση.
Ο πρωθυπουργός, μάλιστα, βασιλικότερος του βασιλέως, όχι μόνο ακολούθησε τις ντιρεκτίβες του πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα και κατόπιν, επί Μπάϊντεν, υφυπουργού Εξωτερικών για θέματα Ενέργειας, Τζέφρι Πάιατ, καθώς και των Βρυξελλών για “πράσινη ανάπτυξη”, αλλά έγινε και μπροστάρης. Κι’ αυτό, όταν πολλές μεγάλες χώρες της ΕΕ, εξαιτίας της ενεργειακής ανασφάλειας, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και τώρα στον Περσικό, ξανάνοιγαν κλειστές λιγνιτικές εγκαταστάσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος της “πράσινης πολιτικής” του, εγκατέλειψε κάθε σχεδιασμό για έρευνες και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στις ελληνικές θαλάσσιες περιοχές, λέγοντας ότι η Ελλάδα δεν θα γίνει κόλπος του Μεξικό. Βέβαια, όταν εξελέγη πάλι ο Τραμπ, έκανε κωλοτούμπα, και πλέον εμφανίζεται ως υπέρμαχος μεγαλόπνοων σχεδίων εξόρυξης υδρογονανθράκων, όπου το μερίδιο του λέοντος έχουν αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί.
Αλλά ακόμα και η “πράσινη πολιτική” του είναι άκρως προβληματική. Και σίγουρα κοστίζει πανάκριβα στον Ελληνα πολίτη και τις επιχειρήσεις. Ενώ λοιπόν, ευαγγελιζόταν την φτηνή (!) πράσινη ενέργεια και γέμισε την Ελλάδα με ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, εν τέλει οι Ελληνες πληρώνουν το ακριβότερο ρεύμα στην Ευρώπη, και τον χειμώνα θα κινδυνεύσουν να παγώσουν. Και όλα αυτά προς τέρψιν των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, και των πράσινων πηγών ενέργειας και του φυσικού αερίου και του πετρελαίου.



