Του Ηλία Φωτίου, Ελσίνκι *

Ο πρόεδρος της Φινλανδίας και ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας μίλησαν τηλεφωνικά με τον Putin. Οι Βρυξέλλες είδαν ρήγμα. Στην πράξη, δύο σύμμαχοι πέρασαν στη γραμμή της Ουάσιγκτον.
Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου, από το Προεδρικό Μέγαρο του Ελσίνκι, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Alexander Stubb και ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας Jonas Gahr Støre μίλησαν με τον Vladimir Putin. Η κλήση είχε προγραμματιστεί για είκοσι λεπτά και κράτησε ενενήντα. Ήταν η πρώτη επαφή ηγέτη χώρας που στηρίζει την Ουκρανία με το Κρεμλίνο από τον Ιούλιο του 2025, όταν τον είχε πάρει ο Macron.
Οι δύο συζήτησαν την αποκλιμάκωση στα πλήγματα κατά της ενεργειακής υποδομής και την τριμερή ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας στο Αμπού Ντάμπι, που η Μόσχα τοποθετεί μετά τις 4 Νοεμβρίου. Ο Putin επανέλαβε ότι ειρήνη χωρίς «άνευ όρων» συνεκτίμηση των ρωσικών συμφερόντων δεν υπάρχει. Συμφώνησαν να ξαναμιλήσουν.
Η είδηση βρίσκεται σε μία φράση του Stubb, η κλήση προετοιμάστηκε σε συνεννόηση με την Ουκρανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μία εβδομάδα νωρίτερα, στο Όσλο, οι δύο είχαν καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Zelensky και τον απεσταλμένο του Trump, Steve Witkoff.
Για τη Φινλανδία, ένα τηλέφωνο προς το Κρεμλίνο δεν αποτελεί εξαίρεση. Από τον Paasikivi και τον Kekkonen ως τον Sauli Niinistö, ο Φινλανδός πρόεδρος ήταν ο Ευρωπαίος που μιλούσε με τη Μόσχα όταν οι άλλοι σιωπούσαν. Ο Niinistö συναντούσε τακτικά τον Putin και κέρδισε το παρατσούκλι «αυτός που ψιθυρίζει στον Putin». Την τελευταία του κλήση την έκανε τον Μάιο του 2022, για να τον ενημερώσει ότι η Φινλανδία ζητά ένταξη στο ΝΑΤΟ.
Ακόμη και με τα σύνορα κλειστά από τα τέλη του 2023, οι δίαυλοι δεν κόπηκαν. Οι πρεσβείες λειτουργούν, και τα υπουργεία Εξωτερικών και οι συνοριοφυλακές των δύο χωρών διατηρούν τεχνικές επαφές ακόμη και τώρα που τα σύνορα είναι κλειστά. Η Μόσχα γνωρίζει αυτή την κουλτούρα και την προτιμά. Το Κρεμλίνο ήθελε πάντα να μιλά με πρωτεύουσες και όχι με τις Βρυξέλλες, και μια κλήση με δύο γείτονες που δηλώνουν ότι μιλούν «ως ηγέτες των χωρών τους» του δίνει ακριβώς αυτό.

Η Ευρώπη υποβαθμίζει
Η απάντηση των ευρωπαϊκών κέντρων ήρθε σε δύο κύματα. Πρώτα η υποβάθμιση της ουσίας. Οι Financial Times, με τρεις ανώνυμες πηγές, έγραψαν ότι ο Putin έκανε διάλεξη για τη μεσαιωνική ιστορία των Σλάβων και ότι η εκεχειρία μπήκε στη συζήτηση μόνο για λίγο. Ο Støre διέψευσε δημόσια και ζήτησε διόρθωση, οι FT αρνήθηκαν.
Η Telegraph μίλησε για ρήγμα ανάμεσα στους συμμάχους. Ανώνυμος Ιταλός αξιωματούχος είπε στο Politico ότι οι εθνικές πρωτοβουλίες αποδυναμώνουν περαιτέρω την ευρωπαϊκή επιρροή.
Ύστερα ήρθε η γραφειοκρατική αποστασιοποίηση. Η Κομισιόν παραδέχτηκε ότι είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων, σημείωσε ότι η κλήση έγινε «αποκλειστικά σε διμερές πλαίσιο» και ζήτησε «ενιαίο μήνυμα». Η Kaja Kallas επανέλαβε ότι δεν είναι ώρα να χαλαρώσει η πίεση στη Μόσχα. Εσθονία και Λιθουανία πρόσθεσαν τις επικρίσεις τους. Και ο Donald Tusk μίλησε για «απόλυτη προσοχή και επαγρύπνηση».
Η ίδια ΕΕ που συζητά από το καλοκαίρι ποιος θα την εκπροσωπήσει σε συνομιλίες με τη Ρωσία και δεν έχει καταλήξει σε όνομα, ζητά ενιαίο μήνυμα χωρίς να έχει αγγελιοφόρο.
Οι επικριτές παραλείπουν και μια λεπτομέρεια, η Νορβηγία δεν είναι μέλος της ΕΕ. Το Όσλο δεν δεσμεύεται από καμία ενιαία φωνή των Βρυξελλών. Η Φινλανδία δεσμεύεται, και παρ’ όλα αυτά πήγε μαζί του.
Η Δανία της Γροιλανδίας
Τη σκληρότερη αντίδραση την έδωσε η πρωθυπουργός της Δανίας, Mette Frederiksen. Στο DR δήλωσε «πολύ σκεπτική» για την «αυτόνομη πρωτοβουλία» και είπε ότι η Ευρώπη οφείλει να μιλά με μία φωνή. Ο Ulf Kristersson συμφώνησε με χαμηλότερους τόνους, δεν τον ενημέρωσε κανείς και έχει «αρκετά χαμηλές προσδοκίες».
Πέντε εβδομάδες νωρίτερα, στις 22 Σεπτεμβρίου, η ίδια Frederiksen υπέγραφε στη Νέα Υόρκη, δίπλα στον Trump, τη νέα αμυντική συμφωνία για τη Γροιλανδία. Ήταν ο Trump που τον Ιανουάριο αρνιόταν να αποκλείσει τη χρήση βίας για να πάρει το νησί.
Η συμφωνία δίνει στις ΗΠΑ, κατά την ανακοίνωσή του, «μόνιμο έλεγχο της ασφάλειας». Ισχύει ακόμη και αν η Γροιλανδία ανεξαρτητοποιηθεί. Υποχρεώνει Κοπεγχάγη και Νουούκ να εγκρίνουν με ταχεία διαδικασία αμερικανικές εγκαταστάσεις εκτός των αμυντικών ζωνών. Δίνει στην Ουάσιγκτον βέτο σε κάθε επένδυση από χώρα εκτός ΕΕ και ΝΑΤΟ. Η Frederiksen την ονόμασε «καλή συμφωνία».
Η Δανία διαπραγματεύτηκε μόνη της με την Ουάσιγκτον, χωρίς ευρωπαϊκή φωνή, για το μεγαλύτερο κομμάτι του βασιλείου της. Υποχώρησε σε όποιον την απείλησε ανοιχτά. Απέναντι σε μια Ρωσία με την οποία δεν μοιράζεται ούτε μέτρο χερσαίων συνόρων, ζητά πειθαρχία από τους άλλους. Η σκληρότητα απέναντι στη Μόσχα της κοστίζει ελάχιστα, γιατί τον λογαριασμό τον πληρώνουν όσοι έχουν τη Ρωσία στην αυλή τους.

Η σύγκλιση με τον Trump
Από τον Φεβρουάριο του 2025, όταν ο Trump πήρε για πρώτη φορά τον Putin, η αμερικανική μέθοδος είναι απλή και κατανοητή. Απευθείας επαφή με τη Μόσχα, διαπραγμάτευση για το τέλος του πολέμου, ηθικοί όροι στην άκρη.
Οι Βρυξέλλες απάντησαν με την αντίθετη γραμμή, απομόνωση, κυρώσεις, ειρήνη «με τους όρους της Ουκρανίας», κανένα τηλέφωνο. Τον Μάρτιο του 2025 ο Stubb ήταν ο πιο φανατικός εκπρόσωπος αυτής της γραμμής. Ο Putin, έλεγε στο Bloomberg, καταλαβαίνει μόνο τη δύναμη.
Ενάμιση χρόνο μετά, ο ίδιος Stubb λέει ότι «το τέλος του πολέμου απαιτεί απευθείας συζητήσεις». Ο Støre εξηγεί ότι ο Putin πρέπει να ακούει τους Ευρωπαίους απευθείας και όχι μόνο μέσω Ουάσιγκτον. Η διατύπωση ακούγεται σαν απόσταση από τους Αμερικανούς. Στην πράξη είναι υιοθέτηση της μεθόδου τους. Ελσίνκι και Όσλο δεν άνοιξαν ευρωπαϊκό δίαυλο. Προσχώρησαν, με αμερικανική προετοιμασία, στη διαδικασία που έστησε ο Trump, ως εντεταλμένοι για το Αμπού Ντάμπι.
Δύο μέρες μετά την κλήση, η Φινλανδή υπουργός Εξωτερικών Elina Valtonen δεν πήγε στις Βρυξέλλες να εξηγηθεί. Πήγε στην Ουάσιγκτον, όπου συνάντησε τον Marco Rubio για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η σύγκλιση αφορά τη μέθοδο, όχι ακόμη τους όρους. Ο Stubb έχει δηλώσει ότι η Φινλανδία δεν θα αναγνωρίσει ποτέ την Κριμαία και το Ντονμπάς ως ρωσικά, και οι δύο επανέλαβαν ότι η στήριξη στην Ουκρανία συνεχίζεται. Στη διπλωματία όμως η μέθοδος συνήθως προηγείται των όρων. Όποιος δέχεται να διαπραγματευτεί , αργά ή γρήγορα συζητά και ό,τι συζητά ο Trump.
Ο Tuomas Forsberg του Πανεπιστημίου του Τάμπερε το είπε στην κρατική τηλεόραση πιο ψυχρά. Ολοι περίμεναν μια θετική κίνηση της Μόσχας για να δικαιολογηθεί η κλήση, η κίνηση δεν ήρθε, και ο αμερικανικός γύρος διαπραγματεύσεων ανάγκασε τους Ευρωπαίους να μπουν. Δηλαδή ο ρυθμός δεν ορίζεται στις Βρυξέλλες.
Το ρήγμα
Η διαίρεση του Βορρά ακολουθεί τον χάρτη. Η Φινλανδία έχει με τη Ρωσία 1.340 χιλιόμετρα συνόρων, η Νορβηγία περίπου διακόσια στην Αρκτική. Δανία και Σουηδία κανένα. Οι χώρες της πρώτης γραμμής μετρούν την ευρωπαϊκή στρατηγική με το αποτέλεσμα. Τέσσερα χρόνια κυρώσεων και διακηρύξεων δεν έφεραν ούτε εκεχειρία ούτε ευρωπαϊκή θέση στο τραπέζι. Όταν από την Ευρώπη δεν έρχεται τίποτα σοβαρό, ο ρεαλιστής γείτονας ακολουθεί όποιον κινείται. Και αυτή τη στιγμή κινείται μόνο η Ουάσιγκτον.
Για την Ελλάδα το επεισόδιο επιβεβαιώνει κάτι που η Αθήνα αρνείται να πει. Ο Βορράς και ο Νότος της Ευρώπης δεν έχουν τα ίδια ζητήματα ασφαλείας. Η Φινλανδία ορίζει την απειλή της στα ανατολικά σύνορά της και, όταν το έκρινε αναγκαίο, μίλησε με τη Μόσχα χωρίς να ζητήσει άδεια από τις Βρυξέλλες.
Η απειλή της Ελλάδας βρίσκεται στο Αιγαίο, απέναντι σε σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Κι όμως η Αθήνα υπογράφει χωρίς δεύτερη σκέψη κάθε απόφαση για τη Ρωσία, σαν να μοιράζεται σύνορα με το Λένινγκραντ και όχι με τη Μικρά Ασία.
Το Ελσίνκι μόλις έδειξε ότι η ενιαία ευρωπαϊκή φωνή ισχύει μέχρι να συγκρουστεί με το εθνικό συμφέρον της χώρας που τη διατυπώνει. Η Αθήνα δεν έχει μάθει ακόμη να κάνει την ίδια διάκριση.
Η Μόσχα δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα. Η Ευρώπη χωρίστηκε μόνη της, ανάμεσα σε όσους διαπραγματεύονται πια με τους όρους της Ουάσιγκτον κι όσους περιμένουν ακόμη μια γραμμή από τις Βρυξέλλες που δεν έρχεται. Το Ελσίνκι και το Όσλο διάλεξαν ανοιχτά. Η Κοπεγχάγη είχε διαλέξει από τον Σεπτέμβριο, στη Νέα Υόρκη. Απλώς δεν το λέει.
* Ο Ηλίας Φωτίου είναι δημοσιογράφος



