Η σαρωτική νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου συγκέντρωσε 43,8% των ψήφων και υπερδιπλασίασε το ποσοστό του σε σχέση με το 2021, προσέφερε ακόμη μία ένδειξη μιας ευρύτερης μεταβολής. Το κόμμα που ιδρύθηκε μόλις το 2013 βρίσκεται πλέον στην πρώτη θέση των εθνικών δημοσκοπήσεων και σε ένα γερμανικό κρατίδιο έφτασε λίγες έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία.
Η Γερμανία αποτελεί ίσως το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι κυβερνά από το 2022. Στη Γαλλία, ο Εθνικός Συναγερμός προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου. Στην Ολλανδία, στην Αυστρία και στην Πορτογαλία, κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς έχουν επίσης μετακινηθεί από την περιφέρεια προς το κέντρο του πολιτικού συστήματος.
Μετανάστευση, οικονομική ανασφάλεια, κόστος ζωής, πολιτισμικές συγκρούσεις και δυσπιστία προς τα παραδοσιακά κόμματα εξηγούν μεγάλο μέρος αυτής της μεταβολής. Μια νέα ευρωπαϊκή έρευνα προσθέτει όμως μια διαφορετική διάσταση. Η άνοδος της ακροδεξιάς δεν συνοδεύεται από μια αντίστοιχη μαζική απόρριψη της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Θέλουν την Ευρώπη, δεν πιστεύουν σε αυτήν
Η έρευνα του European Council on Foreign Relations (ECFR), ενός πανευρωπαϊκού ερευνητικού οργανισμού που ειδικεύεται στην εξωτερική πολιτική και στις διεθνείς σχέσεις, βασίστηκε σε 5.800 συνεντεύξεις σε έξι χώρες και σε ανάλυση της δημόσιας συζήτησης για την Ευρώπη σε 15.
Το 73% των ερωτηθέντων εξακολουθεί να περιγράφει ως επιθυμητό μέλλον μια Ευρώπη μεγαλύτερης ενότητας και πολιτικής ολοκλήρωσης, ειρήνης και ασφάλειας ή ευημερίας. Μόλις το 13% επιθυμεί λιγότερη Ευρώπη ή ακόμη και διάλυση της ΕΕ.
Η εικόνα αντιστρέφεται όταν η ερώτηση αφορά όχι τις επιθυμίες αλλά τις προσδοκίες. Το 68% θεωρεί ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή ή ότι έχει χάσει τη σταθερότητα του παρελθόντος, το 74% ότι δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις μεγάλες προκλήσεις της και το 56% ότι το μέλλον της βρίσκεται σε κίνδυνο.
Ο Πάβελ Ζέρκα του ECFR χρησιμοποιεί τον όρο imagination gap για να περιγράψει το χάσμα ανάμεσα στην Ευρώπη που οι πολίτες θα ήθελαν και σε εκείνη που πιστεύουν ότι μπορεί πραγματικά να υπάρξει. Μπορούν να περιγράψουν το μέλλον που επιθυμούν, δυσκολεύονται όμως να δουν μια πειστική διαδρομή προς αυτό.
Ακριβώς αυτή η απόσταση αποκτά πολιτική σημασία. Μεταξύ των ψηφοφόρων του AfD, του Εθνικού Συναγερμού, του ολλανδικού PVV και του Reform UK, το 83% περιγράφει την Ευρώπη με όρους απώλειας και παρακμής.
Η ακροδεξιά προσφέρει μια εύκολα αναγνωρίσιμη εξήγηση για το τι πήγε στραβά. Η Ευρώπη έχασε τον έλεγχο των συνόρων της, αποβιομηχανίστηκε, παρέδωσε εξουσίες στις Βρυξέλλες, εξαρτήθηκε από τις ΗΠΑ και έμεινε πίσω από την Κίνα. Υπαρκτά προβλήματα, υπερβολές και βολικοί ένοχοι συνδέονται έτσι σε μία ενιαία ιστορία ευρωπαϊκής παρακμής.
Η άλλη Ευρώπη της ακροδεξιάς

Έχει αλλάξει όμως και η λύση που προτείνει. Πριν από μία δεκαετία ο ευρωσκεπτικισμός μπορούσε ακόμη να συμπυκνωθεί στο Brexit. Σήμερα η Μαρίν Λεπέν δεν ζητά έξοδο από το ευρώ, η Τζόρτζια Μελόνι δεν επιχείρησε να οδηγήσει την Ιταλία εκτός ΕΕ και ο Ζορντάν Μπαρντελά μιλά για αλλαγή της Ευρώπης, όχι για διάλυσή της. Η «Ευρώπη των εθνών» έχει σε μεγάλο βαθμό αντικαταστήσει το όραμα της εξόδου.
Αυτή η Ευρώπη δεν αφορά μόνο την επιστροφή εξουσιών στις εθνικές κυβερνήσεις. Αφορά και την ταυτότητά της. Η επίκληση των «χριστιανικών ριζών» της ηπείρου συνδέεται με την αντίθεση στη μετανάστευση και ιδιαίτερα στην παρουσία μουσουλμανικών πληθυσμών. Στην ακραία εκδοχή της, η μετανάστευση παρουσιάζεται ως «εισβολή» που απειλεί τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής.
Η νοσταλγία επομένως αφορά όχι μόνο μια εποχή μεγαλύτερης εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ασφάλειας αλλά και μια υποτιθέμενα πολιτισμικά ομοιογενή Ευρώπη. Πρόκειται για μια εξιδανικευμένη εικόνα που παραβλέπει τις ιστορικές μετακινήσεις και θρησκευτικές διαφοροποιήσεις της ηπείρου, αλλά και το πόσο κοσμικές έχουν γίνει οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Το πολιτικά αποτελεσματικό στοιχείο είναι ότι η ακροδεξιά μπορεί πλέον να διεκδικεί στόχους που συμμερίζεται πολύ ευρύτερο ακροατήριο. Μια Ευρώπη που προστατεύει καλύτερα τα σύνορά της, εξαρτάται λιγότερο από τις ΗΠΑ και την Κίνα και μπορεί να προστατεύσει τη βιομηχανία και την ασφάλειά της. Η σύγκρουση μεταφέρεται έτσι στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι.
Οι υποστηρικτές στενότερης ευρωπαϊκής συνεργασίας θεωρούν ότι κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν διαθέτει μόνο του την κλίμακα για να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα ή να αποκτήσει ουσιαστική στρατιωτική και τεχνολογική αυτονομία. Η ακροδεξιά απαντά ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει αφαιρέσει από τα κράτη την εξουσία που χρειάζονται και ζητά την επιστροφή της στις εθνικές πρωτεύουσες.
Η ψευδαίσθηση της επιστροφής του ελέγχου
Εδώ βρίσκεται και μια βασική αντίφαση της ακροδεξιάς πρότασης. Υπόσχεται μια περισσότερο ανεξάρτητη Ευρώπη, ενώ θέλει να αποδυναμώσει πολλά από τα κοινά εργαλεία που θα μπορούσαν να την κάνουν περισσότερο ανεξάρτητη. Είναι δύσκολο να ανταγωνιστούν 27 χωριστές βιομηχανικές στρατηγικές την οικονομική και τεχνολογική κλίμακα των ΗΠΑ και της Κίνας ή να οικοδομηθεί μεγαλύτερη στρατιωτική αυτονομία χωρίς κοινό σχεδιασμό και χρηματοδότηση.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ψευδαίσθηση ότι η επιστροφή μιας αρμοδιότητας από τις Βρυξέλλες στα κράτη επαναφέρει αυτομάτως και τον χαμένο έλεγχο. Οι αγορές, οι τεχνολογικοί κολοσσοί, οι ενεργειακές εξαρτήσεις και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων δεν σταματούν στα εθνικά σύνορα. Η τυπική ανάκτηση κυριαρχίας δεν συνεπάγεται αναγκαστικά μεγαλύτερη πραγματική δυνατότητα ενός κράτους να καθορίζει τις εξελίξεις.
Η επιτυχία αυτής της αφήγησης δεν μπορεί όμως να εξηγηθεί μόνο από την ικανότητα της ακροδεξιάς να εκμεταλλεύεται τον φόβο και τη νοσταλγία. Είναι και αποτέλεσμα της αποτυχίας των δυνάμεων που διαμόρφωσαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση να μετατρέψουν το ευρωπαϊκό σχέδιο σε μια πειστική πολιτική υπόσχεση για τους ίδιους τους πολίτες.
Η Κομισιόν και οι εθνικές κυβερνήσεις μίλησαν επί χρόνια περισσότερο τη γλώσσα των κανόνων, των αγορών, της ανταγωνιστικότητας και των θεσμικών μεταρρυθμίσεων παρά εκείνη της αλληλεγγύης, της κοινωνικής προστασίας και του συλλογικού ελέγχου του μέλλοντος. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην έρευνα του ECFR: οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να θέλουν πολλά από όσα υπόσχεται μια ισχυρότερη Ευρώπη, αλλά δεν πιστεύουν ότι η σημερινή Ευρώπη μπορεί να τους τα προσφέρει. Το κενό που εκμεταλλεύεται η ακροδεξιά δεν το δημιούργησε μόνη της.



